Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Mustang (2015)



 

Παραγωγή: Γαλλία, Γερμανία, Τουρκία, 2015.
Διάρκεια: 90΄.
Σκηνοθεσία: Ντενίζ Γκαμζέ Εργκιβέν.
Πρωταγωνιστούν: Γκιουέζ Σενσόι, Ντογκμπά Ντογκουσλί.
24 βραβεύσεις-προτάθηκε για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας

Η ται­νί­α της πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νης Ντε­νίζ Γκαμ­ζέ Ερ­γκι­βέν που πρω­το­προ­βλή­θη­κε στο Φε­στι­βάλ Καν­νών, πε­ρι­γρά­φει την ο­πι­σθο­δρο­μι­κή θέ­ση της γυ­ναί­κας στην σύγ­χρο­νη Τουρ­κί­α, μέ­σα α­πό τη συ­ναρ­πα­στι­κή ι­στο­ρί­α πέν­τε κο­ρι­τσι­ών που ζουν σε μια ε­παρ­χια­κή πό­λη στα πα­ρά­λια του Πόντου.  

Τα πέν­τε ό­μορ­φα, ορ­φα­νά α­πό γο­νείς κο­ρί­τσια, "φυ­λα­κί­ζον­ται" στο σπί­τι τους α­πό τους κη­δε­μό­νες τους, την για­γιά, την θεί­α και τον μο­νί­μως θυ­μω­μέ­νο και πο­λύ αυ­στη­ρό θεί­ο, για να ε­ξα­σφα­λι­στεί η α­γνό­τη­τά τους και να εκ­παι­δευ­τούν για τις μελ­λον­τι­κές τους οι­κια­κές υ­πη­ρε­σί­ες και τα συ­ζυ­γι­κά τους κα­θή­κον­τα. Κα­νο­νί­ζον­ται προ­ξε­νιά, γί­νον­ται συ­χνές ε­πι­σκέ­ψεις σε για­τρούς για να ε­λεγ­χθούν οι παρ­θε­νι­κοί τους υ­μέ­νες, υφίστανται τι­μω­ρί­ες και πε­ρι­ο­ρι­σμούς, αλ­λά η άν­θη­ση της θη­λυ­κό­τη­τάς τους εί­ναι α­στα­μά­τη­τη και η Ερ­γκι­βέν την α­πο­τυ­πώ­νει να­του­ρα­λι­στι­κά και τρυ­φε­ρά. Οι κο­πέ­λες, στα ό­ρια της ε­φη­βεί­ας και λί­γο με­τά τις πρώ­τες ε­ρω­τι­κές α­νη­συ­χί­ες, πα­ρο­μοι­ά­ζον­ται με ά­γρια ά­λο­γα, τα "mustang" του τί­τλου.

Οι "Α­τί­θα­σες" δεν εί­ναι μια ται­νί­α που τα βά­ζει με την θρη­σκεί­α, αλ­λά πε­ρι­γρά­φει την σύγ­κρου­ση του πα­λαι­ού με τον νέ­ο κό­σμο ό­που η γυ­ναί­κα διεκδικεί να εί­ναι ελεύθερη και ι­σό­τι­μη με τον άν­δρα. Οι κα­τα­στά­σεις θυ­μί­ζουν την πα­λιά Ελ­λά­δα, αλ­λά δυ­στυ­χώς ό­πως φαί­νε­ται, το μέλ­λον στην Τουρ­κί­α, του­λά­χι­στον στην α­χα­νή ε­παρ­χί­α, δεν μοιά­ζει πο­λύ αι­σι­ό­δο­ξο.

Μια στε­νά­χω­ρη κα­τά­στα­ση πε­ρι­γρά­φει αυ­τή η ε­ξαι­ρε­τι­κή ται­νί­α, αλ­λά με έ­ναν α­νά­λα­φρο και σχε­δόν κω­μι­κό τρό­πο, που κά­νει τον θε­α­τή να συμ­πά­σχει αλ­λά συ­νά­μα να χαί­ρε­ται.



Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Risen / H Ανάσταση (2016)




Διάρκεια: 100΄
Σκηνοθεσία: Kevin Reynolds
Ηθοποιοί: Joseph Fiennes, Tom Felton, Peter Firth, María Botto, Luis Callejo, Antonio Gil, Joe Manjón, Pepe Lorente, Stewart Scudamore, Cliff Curtis.






Α. Εισαγωγή:

Παρουσιάζουμε μία πο­λύ εν­δι­α­φέ­ρου­σα ται­νί­α ό­χι τό­σο για την καλ­λι­τε­χνι­κή της α­ξί­α, πα­ρ' ό­τι εί­ναι άρ­τια πα­ρα­γω­γή και κα­λά σκη­νο­θε­τη­μέ­νη α­πό έ­ναν τα­λαν­τού­χο σκη­νο­θέ­τη (Κevin Reynolds: Υδάτινος Κόσμος, Ρομπέν των Δασών, Κόμης Μονταχρήστος, Το κτήνος του πολέμου), ό­σο για να μοι­ρα­στού­με έ­να προ­βλη­μα­τι­σμό πά­νω στην αν­θρώ­πι­νη φύ­ση του Χρι­στού κα­θώς πε­θαί­νει στον σταυ­ρό και στο πως ή­ταν οι Α­πό­στο­λοι, ι­δί­ως με­τά τον συγ­κλο­νι­σμό που υ­πέ­στη­σαν αν­τι­κρί­ζον­τας τον Α­να­στη­μέ­νο Ι­η­σού.



Με ό­χη­μα την φαν­τα­στι­κή ι­στο­ρί­α ε­νός Ρω­μαί­ου Χι­λί­αρ­χου που πα­ρα­κο­λου­θεί τα γε­γο­νό­τα α­πό την Σταύ­ρω­ση και με­τά, έ­χου­με την ευ­και­ρί­α να συμ­με­τά­σχου­με κι ε­μείς στα γε­γο­νό­τα της Θεί­ας Οι­κο­νο­μί­ας που α­κού­με στα ε­ω­θι­νά Ευ­αγ­γέ­λια.



Έ­χον­τας συ­νη­θί­σει να α­κού­με για τον Κύ­ριο και τους Α­πο­στό­λους στο Να­ό μέ­σα α­πό την α­νά­γνω­ση των ευ­αγ­γε­λί­ων, τα κη­ρύγ­μα­τα και τις ο­μι­λί­ες, πολ­λές φο­ρές λη­σμο­νού­με πως κα­τά την μί­α Του φύ­ση, ο Χρι­στός ή­ταν άν­θρω­πος, α­να­μάρ­τη­τος, αλ­λά άν­θρω­πος ό­πως κι ε­μείς, ο ο­ποί­ος εί­χε τα λε­γό­με­να α­δι­ά­βλη­τα πά­θη, δη­λα­δή ό­σα δεν ε­ξαρ­τών­ται α­πό τη θέ­λη­ση μας πλην ό­μως ει­σήλ­θαν με­τά την πα­ρά­βα­ση στη ζω­ή του αν­θρώ­που. Ό­πως πεί­να, δί­ψα, κό­πος, πό­νος, δά­κρυ, φθο­ρά, θά­να­τος, δει­λί­α, α­γω­νί­α, ύ­πνος, α­σθέ­νεια.


Ο Χρι­στός εί­χε τα α­δι­ά­βλη­τα πά­θη για να τα α­γιά­σει και μέ­σω αυ­τών, να α­γιά­σει τον άν­θρω­πο. Τα εί­χε κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση ε­πει­δή το θέ­λη­σε. Δεν υ­πέρ­κειν­ται της θε­λή­σε­ως του. Πει­νά, δι­ψά, κου­ρά­ζε­ται, πο­νά­ει, δα­κρύ­ζει, πε­θαί­νει, δει­λιά­ζει για­τί το θέ­λει. Τα α­δι­ά­βλη­τα πά­θη στο Χρι­στό εί­ναι κα­τά φύ­σιν ό­ταν πα­ρα­χω­ρεί ο ί­διος στη σάρ­κα του να τα υ­φί­στα­ται. εί­ναι ό­μως και υ­πέρ φύ­σιν δι­ό­τι δεν έ­χουν τον α­ναγ­κα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα που έ­χουν σε μας. Η θέ­λη­ση του Κυ­ρί­ου εί­χε το προ­βά­δι­σμα.



Πα­ράλ­λη­λα, ας στο­χα­στού­με ποι­οι ή­ταν οι Α­πό­στο­λοι πριν την Πεν­τη­κο­στή. Άν­θρω­ποι σαν κι ε­μάς, που δι­ψού­σαν για Θε­ό που α­να­ζη­τού­σαν μια πιο βα­θειά ερ­μη­νεί­α του λό­γου του Θε­ού. Εί­χαν α­δυ­να­μί­ες, ο κα­θέ­νας την δι­κή του, ό­πως κι ε­μείς.



Βλέ­που­με τον Πέ­τρο να θυ­μώ­νει αλ­λά ταυ­τό­χρο­να να έ­χει αυ­τή την με­γά­λη α­φο­σί­ω­ση στον Χρι­στό.



Βλέ­που­με την παρ­ρη­σί­α του Βαρ­θο­λο­μαί­ου μπρο­στά στον Πι­λά­το, και σκε­φτό­μα­στε πως το ί­διο θα κά­να­με κι ε­μείς αν αν­τι­κρί­ζα­με τον σταυ­ρω­μέ­νο δά­σκα­λό μας, α­να­στη­μέ­νο και κα­τα­νο­ού­σα­με ε­πι­τέ­λους πως ή­ταν ο Μεσ­σί­ας.



Βλέ­που­με και τον Α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό να χα­μο­γε­λά συμ­βο­λί­ζον­τας την χα­ρά της Α­να­στά­σε­ως και τους μα­θη­τές μέ­σα σε χα­ρά α­νε­κλά­λη­τη, με­γα­λύ­τε­ρη α­πό ε­κεί­νη που εί­χαν στο ό­ρος Θα­βώρ ο Ι­ω­άν­νης, ο Ι­ά­κω­βος και ο Πέ­τρος, για­τί τώ­ρα γνω­ρί­ζουν.



Τέ­λος στο πρό­σω­πο του Χι­λί­αρ­χου, ας στο­χα­στού­με πως θα ή­μα­σταν ε­μείς στην θέ­ση ενός Πατρίκιου ειδωλολάτρη, αν έ­βλε­παν τα μά­τια μας ό,τι εί­δε αυ­τός, πό­σο θα συγ­κλο­νι­ζό­μα­στε και πό­σο θα άλ­λα­ζε η ζω­ή μας.




Β: Σχετικά με την υπόθεση της ταινίας:

Έχοντας μόλις κατατροπώσει τις, υπό τις προσταγές του Βαραββά, επαναστατημένες ορδές των Ιουδαίων στις παρυφές της Ιερουσαλήμ, ο γενναίος Ρωμαίος αξιωματικός Κλάβιος θα επιστρέψει νικητής, πλην κατάκοπος στην βάση του, εκεί που τον καρτερεί μια ιδιάζουσα υπόθεση. Φοβισμένος ο Έπαρχος Πόντιος Πιλάτος, πως η σταύρωση του υποτιθέμενου βασιλέα Ιησού, θα προκαλέσει αναστάτωση στις τάξεις των ζηλωτών, θα αναθέσει στο δεξί του χέρι να προστατεύσει με στρατιωτικές δυνάμεις τον Τάφο του, υπό την απειλή της αρπαγής του σώματος του και της επίδειξης, της εξαφάνισης του, ως θαύματος...


Κι ενώ στην ορθολογική σκέψη του Κλάβιου, δεν υπάρχει το παραμικρό που θα μπορούσε να τον φοβίσει, μόλις δύο ημέρες μετά τον ενταφιασμό, το άψυχο κορμί του Ιησού, αναπάντεχα θα εξαφανιστεί από την επτασφράγιστη σπηλιά, σκορπώντας στους υποστηρικτές του ρίγη συγκίνησης για το ανεπανάληπτο συμβάν που μόλις έλαβε χώρα. Μην πιστεύοντας στιγμή πως κάτι τέτοιο είναι προϊόν ιδιαίτερων ικανοτήτων, παρά κλοπής από τους μαθητές του, ο Κλάβιος θα αρχίσει να συγκεντρώνει στοιχεία που θα τον οδηγήσουν στον εντοπισμό τόσο των μαθητών του Ιησού, όσο και του χαμένου πτώματος του εσταυρωμένου...


Στην ταινία ταξιδεύουμε σε ένα οδοιπορικό στις 40 ημέρες από την Ανάσταση του Χριστού έως την Ανάληψή Του και ακολουθούμε την πορεία αναζήτησης ενός φανατικού διώκτη του Θεανθρώπου που θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια του τη λογική, αρχίζοντας μέσα του να γεννιέται η πίστη και η μετάνοια…







Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Difret (2014)


Αιθιοπία 2014.
Διάρκεια: 95΄.
Σκηνοθεσία: Zeresenay Berhane Mehari.
Παίζουν: Meron Getnet, Tizita Hagere.


Στα χωριά της Αιθιοπίας υπήρχε η παράδοση, όταν ένας άντρας ήθελε να συνάψει γάμο με κάποια γυναίκα, εάν αυτή αρνιόταν, τότε επιτρεπόταν να την απαγάγει και να τη βιάσει για να την κάνει «επίσημα» γυναίκα του. Το παράλογο αυτό έθιμο φέρνει στο προσκήνιο η ταινία, που διηγήται την αληθινή ιστορία της 14χρονης Χιρούτ, η οποία το 1996 έπεσε θύμα απαγωγής και βιασμού από κάποιον πολύ μεγαλύτερό της άντρα, ο οποίος ήθελε να την παντρευτεί. Η Χιρούτ ξέφυγε από τα χέρια του απαγωγέα της αλλά αντιμετώπισε παράλληλα την κατακραυγή της μικρής κοινωνίας του χωριού της. Μία νεαρή ακτιβίστρια δικηγόρος αναλαμβάνει να υπερασπιστεί την μικρή Χιρούτ στο δικαστήριο.


Ο σκηνοθέτης Zeresenay Berhane Mehari,  φέρνει στο φως ένα συμβάν  που έγινε το 1996 και αποκαλύπτει το χάσμα των αντιλήψεων όσων ζουν στις πόλεις με αυτούς που ζουν στην επαρχία. Η ταινία με την αμεσότητα που προσφέρουν οι ερμηνείες των ερασιτεχνών πρωταγωνιστών της συγκινεί με τον ρεαλισμό της και προβληματίζει για το τι μπορεί να εξακολουθεί να συμβαίνει εκεί που δεν υπάρχουν νόμοι ή εκεί που υπάρχουν αλλά δεν εφαρμόζονται.
Ο σκηνοθέτης που ζει 6 μήνες στην Αιθιοπία και τους υπόλοιπους στην Αμερική, δήλωσε στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Screeneye: « Έμαθα για την ιστορία αυτή πριν από 8 χρόνια. Χρειάστηκε να ερευνήσω όλες τις πτυχές πριν προχωρήσω στο εγχείρημα. Η Αιθιοπία είναι μια χώρα με αντιθέσεις και αυτές ήθελα να αναδείξω. Οι αντιλήψεις στις μεγάλες πόλεις είναι διαφορετικές από αυτές στην επαρχία, κανείς βέβαια δεν ξέρει τι γίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες».


Είναι μόλις η τέταρτη ταινία που παράγεται στην Αιθιοπία, στην τοπική γλώσσα την Amharic. Η λέξη “difret” έχει δύο σημασίες. Η μία είναι θάρρος και η άλλη είναι το να πέφτεις θύμα βιασμού. Ένα θέμα πολύ ενδιαφέρον και μια ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί, με τον σκηνοθέτη να δηλώνει ότι υπάρχουν πολλές ακόμα παρόμοιες ιστορίες στην Αιθιοπία.



Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Testament of Youth (2014)



Σκη­νο­θε­σί­α: James Kent. Πρω­τα­γω­νι­στούν: Alicia Vikander, Kit Harington.
Διά­ρκεια: 125 min 


Μί­α ε­ξαι­ρε­τι­κή βι­ο­γρα­φι­κή ται­νί­α βα­σι­σμέ­νη στο βι­βλί­ο "Testament of Youth" που ε­ξέ­δω­σε το 1933 η σπουδαία συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, φε­μι­νί­στρια και πρω­το­πό­ρος των ει­ρη­νι­στι­κών κι­νη­μά­των Βέ­ρα Μπρί­τεν.
Η Βέ­ρα Μπρί­τεν γεν­νή­θη­κε στο Newcastle-under-Lyme της Μ. Βρετ­τα­νί­ας στις 29 Δε­κεμ­βρί­ου 1893. Εκ­παι­δεύ­τη­κε στο σπί­τι της α­πό μια γκου­βερ­νάν­τα και ύ­στε­ρα σε έ­να σχο­λεί­ο του Surrey. Η νε­α­ρή Βέ­ρα με δι­κή της προ­ε­τοι­μα­σί­α έ­δω­σε ε­ξε­τά­σεις και πέ­ρα­σε στην Οξ­φόρ­δη, σε μια ε­πο­χή που ε­λά­χι­στες γυ­ναί­κες σπού­δα­ζαν.


Το 1914 με το ξέ­σπα­σμα του Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου ο αρ­ρα­βω­νι­στι­κός της Ρό­λαντ και ο α­δελ­φός της Έν­του­αρντ κα­τα­τά­χτη­καν στον στρα­τό. Η Βέ­ρα δεν άν­τε­χε να εί­ναι τα α­γα­πη­μέ­να της πρό­σω­πα στον πό­λε­μο και έ­τσι α­πο­φά­σι­σε να εγ­κα­τα­λεί­ψει το κολ­λέ­γιο και να γί­νει νο­σο­κό­μα. Κα­τα­τά­χτη­κε στην ε­θε­λον­τι­κή ορ­γά­νω­ση πρώ­των βο­η­θει­ών «Voluntary Aid Detachment» και υ­πη­ρέ­τη­σε στην Αγ­γλί­α και στο Γαλ­λι­κό μέ­τω­πο. Στην ται­νί­α πα­ρα­κο­λου­θού­με την ζω­ή της ως νο­σο­κό­μας μέ­σα στις ο­δυ­νη­ρές συν­θή­κες του πο­λέ­μου και τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο βί­ω­σε την φρί­κη συμ­πα­ρα­στε­κό­με­νη σε τραυ­μα­τί­ες και ε­τοι­μο­θά­να­τους, α­νε­ξάρ­τη­τα αν ή­ταν ε­χθροί ή φί­λοι!


Με­τά το πό­λε­μο συ­νέ­χι­σε τις σπου­δές της στις πο­λι­τι­κές ε­πι­στή­μες, α­σχο­λή­θη­κε ε­νερ­γά με το αν­τι­πο­λε­μι­κό κί­νη­μα και φε­μι­νι­στι­κό κί­νη­μα, έ­γρα­ψε 13 βι­βλί­α κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κού πε­ρι­ε­χο­μέ­νου και πολ­λά άρ­θρα σε πε­ρι­ο­δι­κά. Με­τά τον Β΄ Π. Π. συμ­με­τεί­χε σε κι­νή­μα­τα ε­νάν­τια στα πυ­ρη­νι­κά ό­πλα, στο α­παρ­τχά­ϊντ και την α­ποι­κι­ο­κρα­τί­α.


Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Nebraska





Σκηνοθεσία: Alexander Payne, Σενάριο: Bob Nelson.
Παίζουν: Bruce Dern, Will Forte
Διάρκεια: 114'
Η παρουσίαση της ταινίας εκφωνήθηκε από τον π. Χριστόδουλο Μπίθα μετά την προβολή στο Πολιτιστικό κέντρο της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών.


Η α­φή­γη­ση στις ι­στο­ρί­ες ‘’­δρό­μου­’’ και ο μύ­θος τους ως έ­να υ­παρ­ξια­κό τα­ξί­δι στις γει­το­νι­ές του κό­σμου, ξε­κί­νη­σε τρεις χι­λιά­δες χρό­νια πριν με την Ο­δύσ­σεια του Ο­μή­ρου. Έ­κτο­τε, τρο­φο­δό­τη­σε την παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α με πλή­θος ι­στο­ρι­ών, ποι­η­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των και δι­η­γη­μά­των και α­πο­τέ­λε­σε προ­σφι­λή α­φη­γη­μα­τι­κή φόρ­μα για να στο­χα­σμό πάνω σε ι­δέ­ες ση­μαν­τι­κές. Ἀ­πό τούς πε­ρι­πλα­νώ­με­νους κυ­νι­κούς φι­λο­σο­φούν­τες στην Α­θή­να μέ­χρι τους  Shramanas δα­σκά­λους στην Ιν­δί­α, οι εμ­πει­ρί­ες της πε­ρι­πλά­νη­σης τρο­φο­δο­τούν την αν­θρώ­πι­νη σκέ­ψη. Στην Χρι­στι­α­νι­κή μας πα­ρά­δο­ση οι Συ­νο­πτι­κοί ευ­αγ­γε­λι­στές θα πε­ρι­γρά­ψουν τα γε­γο­νό­τα της συ­νο­δοι­πο­ρί­ας τους  με τον Χρι­στό στην Πα­λαι­στί­νη, ε­νώ ε­πί αι­ώ­νες η Ορ­θο­δο­ξί­α θα εμ­πλου­τί­ζε­ται με ο­δοι­πο­ρι­κά ό­πως το Λαυ­σα­ϊ­κό, το Λει­μω­νά­ριο, ή το πιο πρό­σφα­το Ρω­σι­κό α­φή­γη­μα "Πε­ρι­πέ­τει­ες ε­νός προ­σκυ­νη­τού", ό­που πε­ρι­γρά­φον­ται οι ζω­ές πε­ρί­φη­μων α­σκη­τών και πνευ­μα­τι­κές εμ­πει­ρί­ες.

         Ο κι­νη­μα­το­γρά­φος, η 7η τέ­χνη που εμ­πε­ρι­έ­χει ό­λες τις άλ­λες τέχνες, γέν­νη­σε πάμ­πολ­λες ται­νί­ες, πε­ρι­πέ­τει­ες, έ­πη, μα πά­νω α­π' ό­λα τα­ξί­δια πνευ­μα­τι­κής ω­ρί­μαν­σης με φόν­το, πό­λεις, ε­ρή­μους και χώ­ρες πολ­λές και δι­ά­φο­ρες. Λί­γη ση­μα­σί­α έ­χει εάν οι πρω­τα­γω­νι­στές θα τα­ξι­δεύ­ουν με αυ­το­κί­νη­το, με πλοί­ο, ή τρέ­νο - με ά­λο­γα ή με τα πό­δια, ό­πως λί­γη ση­μα­σί­α έ­χει τε­λι­κά και ο προ­ο­ρι­σμός – το κα­θο­ρι­στι­κό στην μυ­θο­λο­γί­α του δρό­μου εί­ναι η με­τά­βα­ση που λαμ­βά­νει χώ­ρα με ταυ­τό­χρο­νο τρό­πο, ε­σω­τε­ρι­κά και ε­ξω­τε­ρι­κά. Οι Κύ­κλω­πες και οι Λαι­στρυ­γό­νες, η Κίρ­κη και η Κα­λυ­ψώ, θα α­πο­τε­λούν δι­α­χρο­νι­κά σύμ­βο­λα, πάν­τα θα πα­ρα­πέμ­πουν στην αν­θρώ­πι­νη α­μαρ­τί­α, στην φυ­γή, στην α­να­ζή­τη­ση, στην ε­λευ­θε­ρί­α, στην αυ­το­γνω­σί­α.

         Κα­θώς ξε­κι­νά η α­να­συγ­κρό­τη­ση του δυ­τι­κού κό­σμου μετά α­πό τις πλη­γές του Β' Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου και οι άν­θρω­ποι αρ­χί­ζουν πά­λι να τα­ξι­δεύ­ουν, το εί­δος των α­πο­κα­λού­με­νων road movies ε­ξε­λίσ­σε­ται. Με ε­πιρ­ρο­ές α­πό τα γου­έ­στερν και βέ­βαι­α α­πό κλασ­σι­κούς συγ­γρα­φείς ό­πως ο Μάρκ Του­αίν, ο Τζών Στά­ιν­μπεκ, αλ­λά και ε­πί­και­ρους ό­πως ο Τζακ Κε­ρου­ακ με το μυ­θι­στό­ρη­μα του Στον Δρό­μο (1951), δη­μι­ουρ­γεί­ται μια σει­ρά ται­νι­ών ό­που βλέ­που­με α­νή­συ­χους ή­ρω­ες να πε­ρι­πλα­νών­ται στην Α­με­ρι­κά­νι­κη εν­δο­χώ­ρα ή εκ­προ­σώ­πους μιας ε­πα­να­στα­τη­μέ­νης γε­νιάς να πε­ρι­φέ­ρε­ται με μο­το­συ­κλέ­τες και αυ­το­κί­νη­τα α­να­ζη­τών­τας εμ­πει­ρί­ες και ε­λευ­θε­ρί­α. Ται­νί­ες ό­πως το Bonnie and Clyde, το Easy Rider δί­νουν την εκ­κί­νη­ση την δε­κα­ε­τί­α του 70 για πλή­θος ται­νί­ες δρό­μου, φτη­νού προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού αλ­λά και εμ­πο­ρι­κές, και δη­μι­ουρ­γούν την ευ­και­ρί­α για Ευρωπαϊκά και διεθνή α­ρι­στουρ­γή­μα­τα ό­πως το Week end του Ζαν Λυκ Γκον­τάρ, το "Πα­ρί­σι Τέ­ξας" του Βιμ Βεν­τερς κα­θώς και οι πρώ­τες ται­νί­ες του, το P­α­s­s­e­n­g­er του Αν­το­νι­ό­νι και πολ­λά άλ­λα.



Στην 24 φο­ρές βρα­βευ­μέ­νη μαυ­ρό­α­σπρη πε­ρι­πλά­νη­ση που φέ­ρει τον τί­τλο Nebraska, o Α­λε­ξάν­τερ Πέ­ην, ή αλ­λι­ώς Α­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δό­που­λος, πε­ρι­δι­α­βαί­νει μα­ζί με τους ή­ρω­ές του τα λι­βά­δια της καρ­διάς της Α­με­ρι­κής. Το έ­χει ξα­να­κά­νει πά­λι, στα ε­πί­σης βρα­βευ­μέ­να "Πλα­γί­ως" και "Σχε­τι­κά με τον Σμίντ". Η α­πλή ι­στο­ρί­α τού η­λι­κι­ω­μέ­νου με αρ­χή ά­νοι­ας, που πι­στεύ­ει πως το δι­α­φη­μι­στι­κό χαρ­τί που κρα­τά θα τού λύ­σει ό­λα τα οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα,  εί­ναι πρό­σχη­μα για να μι­λή­σει μέ­σα α­πό το υ­πέ­ρο­χο σε­νά­ριο του Bob Nelson για πολ­λά θέ­μα­τα, ό­πως τα παι­δι­κά τραύ­μα­τα,  η συμ­φι­λί­ω­ση με τους γο­νείς, η πο­ρεί­α προς την ω­ρι­μό­τη­τα, η οι­κο­γέ­νεια, η συγ­χώ­ρε­ση.

         Πα­ράλ­λη­λα, η πε­ρι­πλά­νη­ση στην καρ­διά της Α­με­ρι­κα­νι­κής ε­παρ­χί­ας θα α­πο­κα­λύ­ψει έ­να κό­σμο που ζει πα­ραι­τη­μέ­νος α­πό τους χυ­μούς της ζω­ής. Χιλιάδες άνθρωποι ξε­χα­σμέ­νοι μπρο­στά σε μια τη­λε­ό­ρα­ση, πα­θη­τι­κοί θε­α­τές α­νό­η­των θε­α­μά­των, πί­νουν δια­ρκώς σε πλη­κτι­κά μπαρ και συ­ζη­τούν για πράγ­μα­τα α­νού­σια, ζών­τας α­δι­ά­φο­ρες οι­κο­γε­νεια­κές σχέ­σεις, ό­που η ρου­τί­να κι η έλ­λει­ψη α­λη­θι­νής α­γά­πης χα­ρα­κτη­ρί­ζει το κε­νό. 

         1450 χι­λι­ό­με­τρα α­νά­με­σα σε μο­νό­το­νες πό­λεις και α­πέ­ραν­τα χω­ρά­φια. Ό­λα με­λαγ­χο­λι­κά, α­πο­χρω­μα­τι­σμέ­να, δί­χως την πα­λέ­τα των χρω­μά­των τού Πλά­στη που δί­νουν ευ­χα­ρί­στη­ση και προ­σκα­λούν σε τα­ξί­δι α­να­ψυ­χής. Μαυ­ρό­α­σπρα, ό­πως οι ζω­ές και τα συ­ναι­σθή­μα­τα των κα­τοί­κων. Το το­πί­ο πρω­τα­γω­νι­στεί κι αυ­τό σε ό­λη την διά­ρκεια της ται­νί­ας.  Το τα­ξί­δι εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κό, και το το­πί­ο α­πο­τε­λεί το φόν­το, ό­πως κα­ταν­τά η ζω­ή μας ό­ταν εί­ναι δί­χως νό­η­μα.

         Ο ε­πί­σης Έλ­λη­νας φω­το­γρά­φος Φαί­δω­νας Πα­πα­μι­χα­ήλ, κι­νη­μα­το­γρα­φεί την Α­με­ρι­κα­νι­κή εν­δο­χώ­ρα χω­ρίς να χρη­σι­μο­ποι­εί τε­χνι­κές που εν­τυ­πω­σιά­ζουν τα μά­τια. Κα­νέ­να στυ­λι­ζά­ρι­σμα, ού­τε πε­ρί­τε­χνοι φω­τι­σμοί, μό­νο υ­ψη­λό κον­τρά­στ στην φω­το­γρα­φί­α για να το­νί­ζε­ται η δρα­μα­τι­κό­τη­τα της ι­στο­ρί­ας. Τί­πο­τα που να δια­σπά την αί­σθη­ση του θε­α­τή α­πό τους ή­ρω­ες. Η ται­νί­α εί­ναι γυ­ρι­σμέ­νη σε σι­νε­μα­σκόπ με α­να­μορ­φι­κούς φα­κούς, ώ­στε μέ­σα στο με­γά­λο κά­δρο να α­να­δει­κνύ­ον­ται οι α­πέ­ραν­τες πε­διά­δες και να το­νί­ζε­ται η μο­να­ξιά και η α­πο­μό­νω­ση των η­ρώ­ων. Γε­νι­κά κά­δρα και συν­θέ­σεις που δη­μι­ουρ­γούν α­τμό­σφαι­ρα, κον­τι­νά πλά­να που  πε­ρι­γρά­φουν πρό­σω­πα με α­δρά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Και η σκη­νο­θε­σί­α, ό­πως μας λέ­ει ο ί­διος Πέ­ην, εί­ναι σαν μια ντο­κυ­μαν­τε­ρί­στι­κη προ­σέγ­γι­ση της μυ­θο­πλα­σί­ας. Ό­λα εί­ναι ρε­α­λι­στι­κά, οι πό­λεις, τα χω­ριά, οι άν­θρω­ποι. Τί­πο­τε ψεύ­τι­κο, που­θε­νά δεν θα δού­με πλα­στι­κούς Χολ­λυ­γουν­τια­νούς ή­ρω­ες και ι­δε­α­τές κα­τα­στά­σεις. Αυ­τή η  ρε­α­λι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση, ό­μως, θα ε­πεν­δυ­θεί με ει­κό­να, α­τμό­σφαι­ρα και α­φή­γη­ση ποι­η­τι­κή.

         Η ται­νί­α μοιά­ζει σαν μί­α Ο­δύσ­σεια ό­που ο πρω­τα­γω­νι­στής μπο­ρεί να πή­γε στον πό­λε­μο, ό­μως σε τού­τη την ζω­ή δεν εί­ναι κα­θό­λου η­ρω­ϊ­κός, αλ­λά νι­κη­μέ­νος. Η μα­τιά τού σκη­νο­θέ­τη εί­ναι αν­θρω­πο­κεν­τρι­κή. Οι κω­μι­κο­τρα­γι­κές φι­γού­ρες αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με συμ­πά­θεια, ο άν­θρω­πος μοιά­ζει α­βο­ή­θη­τος μέ­σα στις δυ­σκο­λί­ες της βιοτής, αλ­λά κα­τά βά­σιν εί­ναι κα­λός. Ό­πως και στις άλ­λες ται­νί­ες του, έ­τσι και ε­δώ ο Πέ­ην, έ­χει μια Πα­πα­δι­α­μαν­τι­κή μα­τιά στους ή­ρω­ές του, τους α­γα­πά μέ­σα στα πά­θη τους, στην μι­κρό­τη­τά τους, βλέ­πει την α­στει­ό­τη­τα της α­νο­η­σί­ας τους, τούς συγ­χω­ρεί.


         H πε­ρι­γρα­φή των χα­ρα­κτή­ρων και η ε­ξέ­λι­ξη της ι­στο­ρί­ας κι­νούν­ται α­νά­με­σα στο τρα­γι­κό και το κω­μι­κό. Ο ζό­φος της μο­να­ξιάς δι­α­σκε­δά­ζε­ται α­πό το λε­πτό χι­ού­μορ. "Μου ά­ρε­σε το σε­νά­ριο", λέ­ει ο Πέ­ην, για­τί εί­ναι "μια κω­μω­δί­α με στιγ­μές βα­ρύ­τη­τας". Η θλί­ψη για τις ζω­ές που ζουν τον πνευ­μα­τι­κό τους θά­να­το, χρω­μα­τί­ζε­ται α­πό κω­μι­κές σκη­νές, ό­πως ο δι­ά­λο­γος του Ντέ­η­βιντ με τα α­νεγ­κέ­φα­λα ξα­δέλ­φια του, ή η συ­νάν­τη­ση των α­δελ­φών του Γούν­τυ μπρο­στά α­πό μια τη­λε­ό­ρα­ση, ό­που κά­θε προ­σω­πι­κή σχέ­ση έ­χει κα­τα­λυ­θεί α­πό την α­φα­σι­κή τη­λο­ψί­α πο­δο­σφαί­ρου και τις α­νού­σι­ες αν­τρι­κές συ­ζη­τή­σεις για αυ­το­κί­νη­τα. Ο σκη­νο­θέ­της α­πο­φεύ­γει το με­λό­δρα­μα, δεν θέ­λει να μας προ­κα­λέ­σει δά­κρια αλ­λά γλυ­κό­πι­κρο στο­χα­σμό και να μας τα­ρα­κου­νή­σει, α­φού αν το σκε­φτού­με κα­λύ­τε­ρα, ό­λα αυ­τά θα μπο­ρού­σαν να συμ­βαί­νουν κα­τ' α­να­λο­γί­αν σε ο­ποι­α­δή­πο­τε χώ­ρα του κό­σμου. Η α­μαρ­τί­α εί­ναι πα­ναν­θρώ­πι­νη και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της ί­δια.

         Οι πλη­ρο­φο­ρί­ες για τους ή­ρω­ες της α­φή­γη­σης, ξε­δι­πλώ­νον­ται αρ­γά κα­τά την διά­ρκεια του τα­ξι­διού. Ο πα­τέ­ρας κον­τά στα 80, γκρι­νιά­ρης, α­γέ­λα­στος α­πό­το­μος, α­πλη­σί­α­στος, αλ­κο­ο­λι­κός. Έ­ζη­σε την φρί­κη του πα­ρα­λο­γι­σμού της Κο­ρέ­ας, εί­δε την κό­λα­ση του ανθρωποσφαγείου με τα μά­τια του και γύ­ρι­σε σε μια πα­τρί­δα που α­φού του έ­δω­σε ί­σως έ­να πα­ρά­ση­μο, τον ξέ­χα­σε με τους ε­φιά­λτες τής αν­θρώ­πι­νης θη­ρι­ω­δί­ας κι ε­κεί­νος δεν μί­λη­σε πο­τέ πια γι αυ­τό. "Πο­τέ δεν μι­λού­σε πο­λύ, μα ό­ταν γύ­ρι­σε α­πο τον πό­λε­μο δεν έ­λε­γε ού­τε λέ­ξη", θα πει μια πα­λιά του φι­λε­νά­δα. "Πα­λιά ή­ταν πο­λύ ευ­γε­νι­κός. Οι άλ­λοι τον εκ­με­τα­λεύ­ον­ταν για­τί δεν μπο­ρού­σε να χα­λά­σει χα­τή­ρι"... Δεν αρ­κεί να εί­σαι κα­λός α­πό την φύ­ση σου. Αν δεν πο­θή­σεις την υ­πέρ­βα­ση, εί­ναι εύ­κο­λο να α­φε­θείς στην φθο­ρά και να αλ­λοι­ω­θεί ο χα­ρα­κτή­ρας σου.

         Ό­ταν κάποια στιγμή ο γιός θα ρωτήσει τον πατέρα "Με­τά­νι­ω­σες πο­τέ που παν­τρεύ­τη­κες την μα­μά;",  η α­λή­θεια ξε­δι­πλώ­νε­ται κυ­νι­κά: "Συ­νε­χώς το με­τά­νι­ω­να. Θα μπο­ρού­σε να εί­ναι χει­ρό­τε­ρα". Για­τί δεν χώ­ρι­σες;". "Για­τί να το κά­νω; Θα έ­βρι­σκα μιά άλ­λη που θα με έ­πρη­ζε χει­ρό­τε­ρα Κι ε­σύ θα "έ­πι­νες αν ή­σουν παν­τρε­μέ­νος με κά­ποι­α σαν την μη­τέ­ρα σου...". Μοιρολατρία, άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να ζήσουν την χαρά της σχέσης, το πανηγύρι των προσώπων που ονειρεύονται και συνοδοιπορούν.

         Η μά­να, από την άλλη πλευρά, μια α­τέ­λει­ω­τη γκρί­νια, για τα χρό­νια που πέ­ρα­σαν, την συμ­βί­ω­ση που ή­ταν κο­πι­α­στι­κή, τα ό­νει­ρα που δεν ι­κα­νο­ποι­ή­θη­καν. Ζει α­να­πο­λών­τας μια υ­πο­τι­θέ­με­νη γο­η­τευ­τι­κή νι­ό­τη ό­που ό­λοι οι άν­τρες τά­χα την ή­θε­λαν. Δια­ρκώς υ­πο­τι­μά τον άν­τρα της, τον δι­ορ­θώ­νει, τον φρον­τί­ζει, με την τυ­πι­κή μουρ­μού­ρα του αν­θρώ­που που έ­χει χά­σει τον ε­αυ­τό του. "Ξέ­ρεις τι θα έ­κα­να ε­γώ με έ­να ε­κα­τομ­μύ­ριο;",  θα πει στον γιό της για τον άν­τρα της. "Θα τον έ­βα­ζα σε γη­ρο­κο­μεί­ο!".  Ζωές παράλληλες που ποτέ δεν συναντήθηκαν και απέμειναν μόνο τα τυπικά του γάμου ως γέφυρα συντροφικότητας. Πλύσιμο, μαγείρεμα, ικανοποίηση σωματικών αναγκών.

 Ενδιαφέρον έχει και το μι­κρό καυ­στι­κό σχό­λιο στο νε­κρο­τα­φεί­ο για την θρη­σκευ­τι­κό­τη­τά της μητέρας: Σαν κα­λή κα­θο­λι­κή θέ­λει ο­πωσ­δή­πο­τε να πά­ει στα μνή­μα­τα, αλ­λά για κά­θε νε­κρό, εμ­πά­θεια στά­ζει α­πό το στό­μα της. Εί­ναι η ζω­ή που περ­νά και τί­πο­τα δεν μας δι­δά­σκει ό­ταν εί­μα­στε πνευ­μα­τι­κά νε­κροί, εί­ναι που α­κό­μα κι αν ζή­σου­με πολ­λά χρό­νια τί­πο­τε, δεν θα κα­τα­λά­βου­με αν δεν α­να­ζη­τή­σου­με την Α­λή­θεια μέ­σα α­πό τον τρό­πο της Α­γά­πης.

         Ο έ­νας γιός, ο Ντέ­η­βιντ, εί­ναι έ­νας α­σή­μαν­τος πω­λη­τής σε έ­να κα­τά­στη­μα ό­που πω­λούν­ται τα Hi Fidelity α­γα­θά του τε­χνο­λο­γι­κού πο­λι­τι­σμού. Πό­τε συμ­βι­ώ­νει και πό­τε χω­ρί­ζει με μια γυ­ναί­κα που θα ή­θε­λε να τον παν­τρευ­τεί, μα ε­κεί­νος δεν ξέ­ρει για­τί εί­ναι μα­ζί της. "Ας παν­τρευ­τού­με, ας χω­ρί­σου­με", του φω­νά­ζει ε­κεί­νη! "Ας κά­νου­με ε­πι­τέ­λους κά­τι !". Ο χρό­νος περ­νά α­δι­ά­φο­ρα, πλη­κτι­κά, ο­σμή θα­νά­του σε ζω­ή ά­νευ­ρη, ά­χα­ρη, ζω­ή δί­χως ό­νει­ρα, δί­χως προ­ο­ρι­σμό. Άν­θρω­πος χα­μη­λών τό­νων, τα­πει­νω­μέ­νος α­πό την ζω­ή, προ­σπα­θεί να δει τον πα­τέ­ρα του με συμ­πά­θεια.

         Ο άλ­λος γιός αν­τί­θε­τα, εί­ναι εκ­πρό­σω­πος του Α­με­ρι­κα­νι­κού ο­νεί­ρου. Τη­λε­ο­πτι­κός α­στέ­ρας μι­κρής εμ­βέ­λειας, ή­ρω­ας του τί­πο­τα. Εμ­φα­νί­ζε­ται στις τη­λε­ο­πτι­κές ει­δή­σεις, ά­ρα πι­στεύ­ει πως εί­ναι κά­ποι­ος. Πλη­γω­μέ­νος α­πό τον αλ­κο­ο­λι­σμό του πα­τέ­ρα του, δεν μπο­ρεί να τον χω­ρέ­σει, "πο­τέ δεν τον έ­νοια­ζε για μας, θα πει στον α­δελ­φό του". 

         "Εν α­μαρ­τί­αις ε­γεν­νή­θην και εν α­μαρ­τί­αις ε­κίσ­ση­σέ με η μή­τηρ μου", λέ­ει ο ψαλ­μω­δός. Πλη­γω­μέ­να τα παι­διά α­πό την α­στο­χί­α των γο­νι­ών, κου­βα­λά­νε την στρε­βλή παι­δα­γω­γί­α των σχέ­σε­ων. Δί­χως α­γά­πη α­λη­θι­νή πως να μά­θεις να α­γα­πάς, τους άλ­λους, τον ε­αυ­τό σου, την ί­δια την ζω­ή; Α­νυ­πο­ψί­α­στοι για την Χα­ρά και την Ευ­χα­ρι­στί­α, η ζω­ή μοιά­ζει να εί­ναι κά­τι που υ­πάρ­χει ό­ταν ε­μείς εί­μα­στε α­πα­σχο­λη­μέ­νοι με κά­τι άλ­λο. Η κλή­ση στο δεί­πνο της Βα­σι­λεί­ας δεν βρί­σκει α­πο­δέ­κτες, κι ό­πως δι­α­βά­ζου­με στον Ευ­αγ­γε­λι­στή Λου­κά, "αγρό αγό­ρα­σα, ζεύ­γη βο­δι­ών αγό­ρα­σα, γυ­ναίκα παν­τρεύ­τη­κα, και για αυτό δεν μπο­ρώ να έλ­θω".  Οι μέ­ρι­μνες της ζω­ής κα­τα­τρώ­γουν και α­μαυ­ρώ­νουν το κα­τ' ει­κό­να, α­πο­γυ­μνώ­νουν τον άν­θρω­πο α­πό την ελ­πί­δα του ε­πέ­κει­να, μας βου­λιά­ζουν στην πνευ­μα­τι­κή α­πρα­ξί­α.

         Δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια με­τά την έ­λευ­ση τού Χρι­στού, ο πτω­τι­κός άν­θρω­πος μοιά­ζει α­κό­μα πα­γι­δευ­μέ­νος στο σπή­λαι­ο που δι­η­γεί­ται ο Πλά­τω­νας, στην αρ­χή του έ­βδο­μου βι­βλί­ου της Πο­λι­τεί­ας του. Ζού­με σε μια ψευ­δαί­σθη­ση και δεν μπο­ρού­με να γνω­ρί­σου­με την α­λή­θεια για­τί μας εμ­πο­δί­ζουν τα δε­σμά των πα­θών μας αλ­λά και τα δε­σμά ό­σων χει­ρα­γω­γούν τις αι­σθή­σεις μας ώ­στε να αν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε μό­νο την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ό­πως την κα­θο­ρί­ζουν ε­κεί­νοι. Βυ­θι­σμέ­νος ο σύγ­χρο­νος δυ­τι­κός άν­θρω­πος στην ψευ­δαί­σθη­ση της υπερπληροφόρησης και του "κα­τα­να­λώνω άρα υπάρχω" και βομ­βαρ­δι­σμέ­νος α­πό την χει­ρα­γώ­γη­ση των media, έ­πα­ψε να α­να­ζη­τεί την σοφία και τον δι­δά­σκα­λο που υ­παι­νίσ­σε­ται ο Πλά­τω­νας ως σω­τή­ρα, και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο λη­σμό­νη­σε τον ί­διο τον Σω­τή­ρα που ό­ταν δεν Τον έ­χει αρ­νη­θεί, τον συρ­ρι­κνώ­νει σε μέ­τρα αν­θρω­πο­μορ­φι­κά, έ­να Σω­τή­ρα εί­δω­λο, εκ­δι­κη­τι­κό, φα­να­τι­κό, φον­τα­μεν­τα­λι­στή.


         Κι ό­μως, υ­πάρ­χει ελ­πί­δα στον κό­σμο! Η χά­ρις του Θε­ού ε­νερ­γεί στους αν­θρώ­πους, κά­θε φο­ρά που η δι­ά­νοι­α θα ε­πι­τρέ­ψει να ει­σχω­ρή­σει μια α­χτί­δα φω­τός. «Πό­σο και­ρό να έ­χει α­κό­μα;» ρω­τά την μη­τέ­ρα του ο Ντέ­η­βιντ . «Για­τί να μην τον α­φή­σου­με να ζή­σει την τε­λευ­ταί­α του φαν­τα­σί­α;». Το τα­ξί­δι τους θα εί­ναι η α­φορ­μή για μια συ­νάν­τη­ση πα­τέ­ρα - γιού και ε­νός α­νοίγ­μα­τος του Ντέ­η­βιντ στον τρό­πο της συγ­χώ­ρε­σης και της α­γά­πης. Η κω­μι­κο­τρα­γι­κή Ο­δύσ­σεια έχει ξε­κι­νήσει.

         Στην αρ­χή της πε­ρι­πλά­νη­σης η σχέ­ση γιου-πα­τέ­ρα μοιά­ζει α­δύ­να­τη. "Έ­λα, πι­ες κά­τι με τον πα­τέ­ρα σου " λέ­ει ο Γούν­τι στον γιό του "γί­νε κά­ποι­ος". Το αν­τρι­λί­κι μέ­σα α­πό την ψευ­δαί­σθη­ση του αλ­κο­όλ, η πλα­στή ε­πί­φα­ση της ε­πι­κοι­νω­νί­ας, εί­ναι ο μό­νος τρό­πος που ξέ­ρει ο γέ­ρος. 

         Για τον πα­τέ­ρα, το τα­ξί­δι αυ­τό στην Ι­θά­κη του εί­ναι η τε­λευ­ταί­α ευ­και­ρί­α τής ζω­ής του. "Ο Γούν­τι εί­ναι έ­νας άν­τρας που στα­μά­τη­σε να ο­νει­ρεύ­ε­ται πολ­λά χρό­νια πριν ", λέ­ει ο θαυ­μά­σιος Μπρους Ντέρν, ο η­θο­ποι­ός που τον εν­σαρ­κώ­νει στην ο­θό­νη. "Εί­ναι α­πο­φα­σι­σμέ­νος ω­στό­σο, να τε­λει­ώ­σει την ζω­ή του με τον τρό­πο του. Ί­σως να εί­ναι λί­γο χα­μέ­νος. Αλ­λά θα πά­ρει αυ­τά τα χρή­μα­τα ό­τι και να γί­νει. Για πρώ­τη φο­ρά στη ζω­ή του, θέ­λει κά­τι πραγ­μα­τι­κά ". Η προ­σπά­θεια για να φτά­σει ε­κεί, τον κρα­τά σε ε­γρή­γορ­ση και του δί­νει σκο­πό, το νό­η­μα ή μάλλον ένα υποκατάστατο νοήματος - που εί­χε χά­σει ε­δώ και πολ­λά χρό­νια.


          Στο Χό­θορν, μια πό­λη μι­κρή και κα­τα­θλι­πτι­κή, ο Woody συ­ναν­τά συγ­γε­νείς και πα­λιούς φί­λους, που μοιά­ζουν νε­κρο­ζών­τα­νοι, χω­ρίς ε­ξάρ­σεις, χω­ρίς εν­δι­α­φέ­ρον για την ζω­ή. "Η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση κα­τά­στρε­ψε το Χώ­θορν", θα πει η θεί­α και η α­πάν­τη­ση των φαι­δρών ε­ξα­δέρ­φων στην ε­ρώ­τη­ση "τι κά­νε­τε", εί­ναι "τί­πο­τα το σπου­δαί­ο". Το καταναλωτικό όνειρο γκρεμισμένο μέσα στην κοινωνική ανισότητα, καμία προσωπική καλλιέργεια, μεροδούλι μεροφάϊ, ψυ­χές ρη­μαγ­μέ­νες μπρο­στά σε μια τη­λε­ό­ρα­ση να κρυ­φο­κοι­τούν τις ζω­ές των άλ­λων. "Ε­δώ πί­νουν ό­λοι α­πό μι­κροί. Δεν υ­πάρ­χει και κά­τι άλ­λο να κά­νεις", θα α­κού­σου­με κά­ποι­α στιγ­μή.
         Η συ­νάν­τη­ση με τους συγ­γε­νείς του Γούν­τι δεν προ­κα­λεί κα­νέ­να άλ­λο εν­δι­α­φέ­ρον πα­ρά τα φαν­τα­στι­κά κέρ­δη. Οι σχέ­σεις θα χα­λά­σουν μια για πάν­τα κα­θώς ό­λοι του ζη­τούν με­ρί­διο α­πό τα υ­πο­τι­θέ­με­να κέρ­δη. Αυ­τά μέ­χρι να α­πο­κα­λυ­φθεί το μυ­στι­κό πως το λα­χεί­ο ή­ταν δι­α­φη­μι­στι­κό τρικ. Στο μπαρ θα τον κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν, ό­σοι πριν τον φθο­νού­σαν ή πε­ρί­με­ναν κά­τι α­π' αυ­τόν. Ας μην βι­α­στού­με να πε­ρι­γε­λά­σου­με τα Α­με­ρι­κα­νά­κια. Στην πα­τρί­δα μας μέ­χρι και εγ­κλή­μα­τα γί­νον­ται για τα κλη­ρο­νο­μι­κά. Εί­πα­με και νω­ρί­τε­ρα πως η α­μαρ­τί­α εί­ναι κοι­νή. Το πε­ρί­βλη­μα αλ­λά­ζει σε κά­θε τό­πο.

 Η Ο­δύσ­σεια φτά­νει προς το τέ­λος της. Ό­μως, δεν εί­ναι η δό­ξα, δεν εί­ναι τα λε­φτά, εί­ναι το τα­ξί­δι, ό­πως λέ­ει κι ο κα­λός τρα­γου­δο­ποι­ός. Ο Γούν­τυ έ­κα­νε το προ­σκύ­νη­μά του, ξε­κα­θά­ρι­σε τους λο­γα­ρια­σμούς του και ξα­να­συ­ναν­τή­θη­κε με τον γιό του. Στο τέ­λος θα α­πο­κα­λύ­ψει το μυ­στι­κό του: "Για σας το έ­κα­να το τα­ξί­δι. Ή­θε­λα να σας α­φή­σω κά­τι". Η συγ­χώ­ρε­ση εί­ναι θε­ρα­πευ­τι­κή για την ψυ­χή του αν­θρώ­που, εί­ναι πη­γή ζω­ής, ει­ρή­νευ­ση με τον ε­αυ­τό μας. Πα­τέ­ρας και γιος έ­χουν ξα­να­συ­ναν­τη­θεί, τα τραύ­μα­τα ε­που­λώ­νον­ται.
Στην σκη­νή του τέ­λους,  ο Γούν­τυ ε­πι­στρέ­φει στο Χό­θορν, ο­δη­γών­τας το φορ­τη­γά­κι που μό­λις τού α­γό­ρα­σε ο γιος του, δή­θεν α­πό τα λε­φτά του λα­χεί­ου, παίρ­νον­τας την ρε­βάνς α­πό τους συμ­πα­τρι­ώ­τες του. Έ­στω και στα ψέ­μα­τα έ­χει πε­τύ­χει με το μέ­τρο των δι­κών τους α­ξι­ών. Οι πα­λιοί γνώ­ρι­μοι θα σκά­σουν α­πό την ζή­λεια. Κι ο Α­λε­ξάν­τερ Πέ­ην θα μας κλεί­σει το μά­τι. Ναι, η ζω­ή εί­ναι με­λαγ­χο­λι­κή κι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι άν­θρω­ποι εί­ναι εγ­κλω­βι­σμέ­νοι. Οι σχέ­σεις γο­νι­ών και παι­δι­ών εί­ναι δύ­σκο­λες,  αλ­λά ας την πά­ρου­με α­πό την α­στεί­α πλευ­ρά της. 

                                                                                ***

         Σε μια πρώ­τη α­νά­γνω­ση η ται­νί­α μοιά­ζει με σά­τι­ρα στον α­με­ρι­κα­νι­κό ψευ­δο­πα­ρά­δει­σο, στην χτυ­πη­μέ­νη α­πό την οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση καρ­διά της χώ­ρας. Ό­μως, βα­θύ­τε­ρα, η ται­νί­α μάς βά­ζει μπρο­στά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μας. Και τό­τε ο τί­τλος μπο­ρεί να πα­ραλ­λα­χτεί. Η ται­νί­α θα μπο­ρού­σε να λε­γό­ταν Σπάρ­τη, Κα­τε­ρί­νη, Λα­μί­α. Α­πό ό­που κι αν προ­έρ­χε­σαι, νι­ώ­θεις σα να στο­χά­ζε­σαι κοι­τών­τας τις φω­το­γρα­φί­ες των δι­κών σου γο­νι­ών. Που κα­τα­λα­βαί­νεις πως δεν τους ξέ­ρεις κα­λά, πως δεν ξέ­ρεις πολ­λά πράγ­μα­τα για την ζω­ή τους. Και πως έ­χει έρ­θει ί­σως η ώ­ρα να μά­θεις κά­τι πα­ρα­πά­νω γι αυ­τούς, να τους συγ­χω­ρή­σεις αν σε πλη­γώ­σα­νε. Για­τί τώ­ρα έ­χεις αρ­χί­σει να συ­νει­δη­το­ποι­είς και την δι­κή σου α­μαρ­τί­α. Για­τί αν εί­σαι Χρι­στια­νός Ορ­θό­δο­ξος εν με­τα­νοί­α, έ­χεις αρ­χί­σει να κα­τα­λα­βαί­νεις τον λόγο που οι συμ­πα­τρι­ώ­τες σου ζουν έ­τσι. Για­τί σού α­πο­κα­λύ­φθη­κε ε­κεί­νο το "ο α­να­μάρ­τη­τος πρώ­τος βα­λέ­τω λί­θον" που α­να­φώ­νη­σε ο γλυ­κύ­τα­τος Γα­λι­λαί­ος και κα­τα­νό­η­σες συν­τε­τριμ­μέ­νος τι θα πει πνευ­μα­τι­κός θά­να­τος και θέ­λεις να ξε­φύ­γεις α­π' αυ­τόν, να α­να­στη­θείς, για­τί α­πο­φά­σι­σες να α­να­λά­βεις την ευ­θύ­νη της ζω­ή σου, και συν Θεῷ απέκτησες την επίγνωση πως δεν υ­πάρ­χει λό­γος να κα­τη­γο­ρείς τους άλ­λους. Μό­νο να τους πε­ρι­χω­ρείς και να τους συγ­χω­ρείς. 

         Η Νεμ­πρά­σκα εί­ναι μια ρε­α­λι­στι­κή και ποι­η­τι­κή ται­νί­α που ό­πως κά­θε κα­λό έρ­γο τέ­χνης υ­πεν­θυ­μί­ζει, συγ­κι­νεί, προ­βλη­μα­τί­ζει. Ευ­χα­ρι­στού­με, Α­λέ­ξαν­δρε Πα­πα­δό­που­λε.





Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

ΤΡΕΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΑΖΙΣΜΟ





1. Ο Λα­βύ­ριν­θος της Σι­ω­πής,  124'
"Im Labyrinth des Schweigens"
Σκη­νο­θε­σί­α: Giulio Riciarelli 
Παί­ζουν:Alexander Fehling, Andre Szymanski 
 
Στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του 50, στην Δυ­τι­κή Γερ­μα­νί­α συν­τε­λεί­ται έ­να οι­κο­νο­μι­κό θαύ­μα. Μοιά­ζει σα να μην υ­πήρ­ξε πο­τέ να­ζι­σμός, φαί­νε­ται κα­νείς να μην γνω­ρί­ζει για τα­  στρα­τό­πε­δα συγ­κέν­τρω­σης. Ο δη­μο­σι­ο­γρά­φος Τό­μας Γκνίλ­κα μα­θαί­νει α­πό έ­ναν ε­πι­ζών­τα του Ά­ου­σβιτς πως α­να­γνώ­ρι­σε στο πρό­σω­πο ε­νός δα­σκά­λου έ­ναν βα­σα­νι­στή του. Ο νε­α­ρός και ά­πει­ρος ει­σαγ­γε­λέ­ας Γι­ό­χαν Ράν­τμαν α­να­λαμ­βά­νει να δι­ε­ρευ­νή­σει την υ­πό­θε­ση. Θα αν­τι­με­τω­πί­σει μια συ­νωμο­σί­α σι­ω­πής και θα κα­τα­λά­βει πως οι να­ζί έ­χουν στε­λε­χώ­σει τον ό­λο τον κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό. Οι Γερ­μα­νοί θέ­λουν να ξε­χά­σουν, Κα­νείς (υ­πο­τί­θε­ται πως) δεν ή­ξε­ρε και κα­νείς δεν ή­θε­λε να ξέ­ρει. Η κο­πι­α­στι­κή του έ­ρευ­να θα ο­δη­γή­σει στην πρώ­τη Γερ­μα­νι­κή δί­κη για τα εγ­κλή­μα­τα του Ά­ου­σβιτς.

Σε­λί­δες α­πό την πρό­σφα­τη ι­στο­ρί­α που δεν γνω­ρί­ζου­με. Το τι συ­νέ­βη πραγ­μα­τι­κά στα στρα­τό­πε­δα συγ­κέν­τρω­σης άρ­χι­σε να γί­νε­ται γνω­στό μό­λις στις αρ­χές του 1960. Στη Γερ­μα­νί­α γί­νον­ται οι πρώ­τες δί­κες και το 1961  η Α­με­ρι­κα­νι­κή τη­λε­ό­ρα­ση πα­ρου­σιά­ζει την δί­κη του Adolf Eichmann. Το ευ­ρύ κοι­νό αρ­χί­ζει να μα­θαί­νει και να κα­τα­λα­βαί­νει.



Αυτό μας οδηγεί σε δύο ακόμη ταινίες:



2. The Eichmann Show, 90' 
Σκη­νο­θε­σί­α: Paul Andrew Williams
Παί­ζουν: Simon Block, Anthony Lapaglia, Martin Freeman

Ο τη­λε­ο­πτι­κός πα­ρα­γω­γός,  Milton Fruchtman, και ο κα­τα­γε­γραμ­μέ­νος στη μαύ­ρη λί­στα του Μακ­κάρ­θυ ντο­κυ­μαν­τε­ρί­στας σκη­νο­θέ­της Leo Hurwitz κι­νη­μα­το­γρα­φούν την δί­κη ε­νός α­πό τους πιο φρι­κτό­τε­ρους εγ­κλη­μα­τί­ες πο­λέ­μου, του να­ζί Adolf Eichmann. ο ο­ποί­ος κα­τη­γο­ρή­θη­κε ως βα­σι­κός υ­παί­τιος για την ε­κτέ­λε­ση της «τε­λι­κής λύ­σης» και για την ορ­γά­νω­ση της δο­λο­φο­νί­α­ς  ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων Ε­βραί­ων. Στο Eichmann Show βλέ­που­με την ι­στο­ρί­α πί­σω α­πό την τη­λε­ο­πτι­κή πα­ρα­γω­γή, ό­που πα­ρά τις α­πει­λές, την α­προ­θυ­μί­α α­πό δι­ά­φο­ρα δί­κτυ­α να συ­νερ­γα­στούν και α­κό­μα και τους φό­βους της κυ­βέρ­νη­σης ό­τι θα πα­ρου­σια­στεί μια «πα­ρω­δί­α δί­κης», ο πα­ρα­γω­γός και ο σκη­νο­θέ­της πεί­θουν τους δι­κα­στές να το­πο­θε­τη­θούν κά­με­ρες σε μη εμ­φα­νή ση­μεί­α της αί­θου­σας, πί­σω α­πό τοί­χους, ώ­στε να μην ε­πη­ρε­ά­ζουν τους πα­ρά­γον­τες της δί­κης. 

Το 'Eichmann Show'  το ο­ποί­ο μον­τα­ρι­ζό­ταν κα­θη­με­ρι­νά και προ­βαλ­λό­ταν σε πε­ρί­που 30 χώ­ρες εί­ναι το πρώ­το ντο­κυ­μαν­τέρ που προ­βλή­θη­κε συγ­χρό­νως σε ό­λο τον κό­σμο. Στην ται­νί­α υ­πάρ­χουν συγ­κλο­νι­στι­κά ντο­κου­μέν­τα α­πό την δί­κη, μαρ­τυ­ρί­ες θυ­μά­των και βέ­βαι­α σε κεν­τρι­κό ρό­λο ο ί­διος ο δή­μιος Eichman. M­ε την εμ­πνευ­σμέ­νη σκη­νο­θε­σί­α του ο Hurwitz, α­γνο­ών­τας τις ε­πι­τα­γές της εμ­πο­ρι­κό­τη­τας κα­τόρ­θω­σε να κα­τα­δεί­ξει την προ­σω­πι­κό­τη­τα ε­νός εγ­κλη­μα­τί­α πο­λέ­μου και να συνταράξει την κοινή γνώμη.


         

3. Hannah Arendt,  113 min  
Σκη­νο­θε­σί­α: Margarethe von Trotta
Παί­ζουν:Barbara Sukowa, Axel Milber 

 Το 1961, η σπου­δαί­α Γερ­μα­νο-Α­με­ρι­κα­νί­δα πο­λι­τι­κή ε­πι­στή­μων και φι­λό­σο­φος Hanna Arendt (1906-1975), μα­θή­τρια του Χά­ιν­τεγ­κερ και του Γιά­σπερς, πα­ρα­κο­λου­θεί για λο­γα­ρια­σμό του πε­ρι­ο­δι­κού "The New Yorker" την δί­κη του εγ­κλη­μα­τί­α Adolf Eichmann. Στα άρ­θρα που δη­μο­σι­εύ­ει σε συ­νέ­χει­ες στο φη­μι­σμέ­νο ε­κεί­νη την ε­πο­χή έν­τυ­πο εκ­φρά­ζει την ά­πο­ψη ό­τι ο Eichmann δεν ή­ταν έ­να τέ­ρας, αλ­λά έ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος άν­θρω­πος που έ­πνι­ξε την αν­θρω­πιά του και την συ­νεί­δη­σή του μέ­σα α­πό την υ­πα­κο­ή του στο να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς και την φα­να­τι­κή ι­δε­ο­λο­γί­α του.
Τα άρ­θρα θα προ­κα­λέ­σουν αν­τι­δρά­σεις στην Ε­βρα­ϊ­κή κοι­νό­τη­τα ό­που δεν κα­τα­λα­βαί­νουν πως αυ­τό που εκ­φρά­ζει φι­λο­σο­φών­τας η Arendt εί­ναι πως πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τον Να­ζί ως τέ­ρας, εί­ναι σα να πρό­κει­ται για έ­να δι­ε­στραμ­μέ­νο άν­θρω­πο, ε­νώ ε­κεί­νη θέ­λει να κα­τα­δεί­ξει πό­σο χει­ρό­τε­ρο εί­ναι να πα­ρα­δε­χτού­με πως στο κα­κό μπο­ρεί να υ­πο­τα­χτεί ο­ποι­οσ­δή­πο­τε αν εν­στερ­νι­στεί φα­να­τι­κές ι­δε­ο­λο­γί­ες. 

Η ται­νί­α εί­ναι έ­νας στο­χα­σμός πά­νω στην έν­νοι­α του κα­κού και Barbara Sukowa ε­ξαι­ρε­τι­κή στον ρό­λο της.