Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Red Dust (2004)


Red Dust (2004)  - Ν.Αφρική, 106' 
Σκη­νο­θε­σί­α: Tom Hooper
Παί­ζουν: Hilary Swank, Chiwetel Ejiofor

Με αφορμή τον θάνατο του μεγάλου Νοτιοαφρικανού ηγέτη Nelson Mandela, ξεκινάμε ένα μικρό αφιέρωμα σε ταινίες σχετικές με το Appartheid και την προσπάθεια συμφιλίωσης λευκών και μαύρων στην Ν. Αφρική.
To 1994 λήγει το apartheid στην Ν. Αφρική. Ωστόσο η κοινωνική συνοχή μετά από πολλούς αιώνες δουλείας είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Οι πληγές από τον ρατσισμό των λευκών έναντι στους μαύρους είναι ακόμη νωπές στις μνήμες των ανθρώπων. Ένα χρόνο μετά, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό την προεδρία του Nelson Mandela θέσπισε την "Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης". Σκοπός της επιτροπής ήταν η προσέγγιση και συμφιλίωση λευκών και μαύρων και η αποφυγή αντεκδικήσεων και βιαιοπραγιών ανάμεσα στις δυο πλευρές. Τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας της Ν. Αφρικής που συμμετείχαν σε βασανισμούς, φόνους και κακοποιήσεις κατά την περίοδο του apartheid, διαβεβαιώνονταν ότι δεν θα καταδικαστούν για τα εγκλήματα που διαπράξαν, αρκεί να τα δήλωναν στην επιτροπή. Η επιτροπή αντίστοιχα θα έδινε αμνηστία μόνο σε εκείνους οι οποίοι θα ομολογούσαν δημόσια τα εγκλήματά τους. Για 7 χρόνια, γύριζε όλη την Ν.Αφρική με σκοπό να βοηθήσει τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν τα τραύματα του παρελθόντος και να υπάρξει ουσιαστική συμφιλίωση.

Μία τέτοια ιστορία περιγράφεται και μέσα από το Red Dust. Ο πρώην αστυνομικός του Smitsrivier, Dirk Hendricks ζητάει αμνηστία από την Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης για τον βασανισμό του Alex Mpondo (Chiwetel Ejiofor), το 1986. Μετά από κάποια χρόνια στην φυλακή για τον φόνο που είχε διαπράξει, θέλει να ξεκινήσει την ζωή του από την αρχή. Έτσι, στην δημόσια ομολογία των εγκλημάτων του, καλεί σαν μάρτυρα τον ίδιο τον Mpondo.
Ο Mpondo είχε φυλακιστεί και βασανιστεί το 1986 μαζί με τον φίλο του τον Steve Sizela από τον Hendricks για την αντιστασιακή τους δράση. Ο φίλος του από τότε εξαφανίστηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες και δεν τον ξαναείδε κανείς ποτέ ζωντανό. Αυτός είναι και ο μόνος λόγος που ο Mpondo που συμφωνεί να ακούσει την ομολογία του Hendricks στην επιτροπή: θέλει να μάθει πραγματικά τι συνέβη με τον φίλο του τον Steve. Έτσι, ζητάει την βοήθεια της Sarah Barcant (Hilary Swank), μιας νεαρής δικηγόρου που επιστρέφει στην πατρίδα της μετά από πολλά χρόνια σπουδών και καριέρας στο εξωτερικό για να ζήσει από κοντά τις συγκλονιστικές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που συμβαίνουν.

Οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με το παρελθόν τους, την αλήθεια που πολλές φορές την έχουν καλά κρυμμένη μέσα τους, έρχονται αντιμέτωποι με τον ίδιο τους τον εαυτό. Η συμφιλίωση δεν είναι μια εύκολη και γρήγορη διαδικασία. Οι πληγές μπορεί να επουλώνονται αλλά πάντα μένει κάποιο σημάδι για να θυμίζει τον πόνο. Ο Tom Hooper (Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας για την ταινία "Ο λόγος του Βασιλιά", Χρυσή Σφαίρα για την ταινία "Οι Άθλιοι"-2013, κ.α.) μας ταξιδεύει στην Ν. Αφρική εκείνης της εποχής. Η βραβευμένη ταινία του (βραβείο κριτικών στο Διεθνές φεστιβάλ Ινδίας) αποτυπώνει με πολύ ωραίο τρόπο την μοναδική στην παγκόσμια ιστορία προσπάθεια συμφιλίωσης - συγχώρεσης των 2 αντιμαχόμενων ομάδων ενός λαού και συγκινεί εστιάζοντας στις ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων.



 Η συ­νέ­χεια ε­πί της ο­θό­νης

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Ο Μπάτλερ, 132΄






Πολ­λές φο­ρές οι ται­νί­ες του Hollywood φαν­τά­ζουν εμ­πο­ρι­κές και εύ­πε­πτες, ω­στό­σο η με­γά­λη βι­ο­μη­χα­νί­α θε­ά­μα­τος έ­χει δυ­να­τό­τη­τες ά­φτα­στες ό­ταν ξε­κι­νή­σει α­πό μια κα­λή ι­δέ­α… Αυ­τό ί­σχυ­σε, θε­ω­ρού­με, και με την βραβευμένη ται­νί­α The Butler (2013) του Lee Daniels. Το έρ­γο εμ­πνέ­ε­ται α­πό την πραγ­μα­τι­κή ι­στο­ρί­α του Eugene Allen (1919-2010), ε­νός μαύ­ρου μπάτλερ ο ο­ποί­ος εί­χε υ­πη­ρε­τή­σει ο­κτώ προ­έ­δρους κα­τά την τρι­α­κον­τα­τε­τρα­ε­τή του υ­πη­ρε­σί­α στον Λευ­κό Οί­κο. Ξε­κι­νών­τας α­πό το γε­γο­νός, πλά­στη­κε έ­νας ο­λό­κλη­ρος κό­σμος που μας μυ­εί στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα των μαύ­ρων στις Η­νω­μέ­νες Πο­λι­τεί­ες κα­τά τον προ­η­γού­με­νο αι­ώ­να. Πλειά­δα ε­ξαι­ρε­τι­κών η­θο­ποι­ών (Τζέ­ιν Φόν­τα, Κούμ­πα Γκούν­τινγκ Τζού­νιορ, Βα­νέ­σα Ρεν­τγκρέ­ιβ, Ρόμ­πιν Γου­ί­λιαμς, Ντέ­ι­βιντ Ο­γι­έ­λο­γιο, αλ­λά και οι Ό­πρα Γου­ίν­φρε­ϊ, Λέ­νι Κρά­βι­τζ και η Μα­ρά­ι­α Κά­ρε­ϊ) ε­πι­στρα­τεύ­τη­καν, σα­ραν­τα­έ­νας πα­ρα­γω­γοί έ­νω­σαν τις δυ­νά­μεις τους.

 

Ο ε­ξαι­ρε­τι­κός Φό­ρε­στ Γου­ί­τα­κερ στον ο­μώ­νυ­μο πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο του – ελ­λη­νι­στί - αρ­χι­θα­λα­μη­πό­λου, α­φη­γεί­ται τη ζω­ή του Cecil Gaines α­πό τα πρώ­τα του χρό­νια σε μια φυ­τεί­α βαμ­βα­κιού στο Νό­το ως και την τί­μη­σή του στον Λευ­κό Οί­κο α­πό τον Μπα­ράκ Ομ­πά­μα το 2008. Μέ­σα α­πό τη ζω­ή του ί­διου και της οι­κο­γέ­νειάς του, ό­πως αυ­τή α­να­πλά­θε­ται κι­νη­μα­το­γρα­φι­κά, βλέ­που­με το βά­θος των φυ­λε­τι­κών δι­α­κρί­σε­ων στην Υ­περ­δύ­να­μη, τις α­πό­πει­ρες αν­τί­στα­σης α­πό τους μαύ­ρους και υ­πο­ψι­α­ζό­μα­στε για την στά­ση των ο­κτώ προ­έ­δρων, α­πό τον Τρού­μαν ως τον Ρ. Ρίγ­καν. Στο κή­ρυγ­μα του Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ, το κί­νη­μα των «Ε­πι­βα­τών της Ε­λευ­θε­ρί­ας», το κόμ­μα των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων και τον Μάλ­κολμ Χ, η μυ­θο­πλα­σί­α συμ­πλέ­κε­ται με αυ­θεν­τι­κά στιγ­μι­ό­τυ­πα, ε­νώ δεν λεί­πει η α­να­φο­ρά στην Κου Κλουξ Κλαν, το Βι­ετ­νάμ και το Α­παρ­τχά­ιντ. 

 


Έ­χει εν­δι­α­φέ­ρον πώς κάποιοι εγ­χώ­ριοι σι­νε­κρι­τι­κοί (;) την κα­τα­κε­ραύ­νω­σαν ως «υ­περ­φί­α­λο δρά­μα των με­γά­λων μη­νυ­μά­των» ή «με­λο­δρα­μα­τι­κή και αρ­κε­τά σχη­μα­τι­κή». Μπο­ρεί να μην αλ­λά­ζει τον κό­σμο αλ­λά α­ξί­ζει να την προ­σέ­ξου­με ό­χι μό­νο για τις καλ­λι­τε­χνι­κές της α­ρε­τές αλ­λά και ως α­φορ­μή για στο­χα­σμό. Αρ­κε­τοί α­πό ε­μάς, κλει­σμέ­νοι στον μι­κρό­κο­σμό μας ή στο κε­κτη­μέ­νο πα­ρόν, δεν έ­χου­με ι­δέ­α τι σή­μαι­νε να εί­σαι μαύ­ρος στην Α­με­ρι­κή ή τι συμ­βό­λι­σε για ε­κεί­νους η ε­κλο­γή του Μπα­ράκ Ομ­πά­μα στην προ­ε­δρεί­α… Πώς θα αν­τι­δρού­σα­με αν ζού­σα­με ε­κεί, έ­τσι, τό­τε; Το μί­σος α­πο­τε­λεί λύ­ση; Το να υ­πη­ρε­τείς τους λευ­κούς εί­ναι α­πό μό­νο του τα­πει­νω­τι­κό; Τι λυ­τρώ­νει στη ζω­ή; Η ται­νί­α παίρ­νει θέ­ση, έν­τι­μη, πε­ρι­γρά­φει έ­να ω­ραί­ο τα­ξί­δι ζω­ής και μας υ­πο­ψιά­ζει.

Ε.Κ.

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

LAST DANCE, 2012

  
 

O Αυ­στρα­λός σκη­νο­θέ­της David Pulbrook εί­χε μια συ­ναρ­πασ­τι­κή ι­δέ­α που τήν έ­κα­νε σε­νά­ριο μα­ζί με τον σε­να­ρι­ο­γρά­φο Terence Hammond.  Έ­νας κυ­νη­γη­μέ­νος Πα­λαι­στί­νιος τρο­μο­κρά­της εισβάλλει στο σπίτι μιας δυναμικής ηλικιωμένης Ε­βραί­ας που ε­πέ­ζη­σε α­πό τα στρα­τό­πε­δα συγ­κέν­τρω­σης, ενώ εκα­τον­τά­δες α­στυ­νο­μι­κοί α­να­ζη­τούν τους υ­πεύ­θυ­νους μιας θα­νά­σι­μης βομ­βι­στι­κής ε­πί­θε­σης στην Ε­βρα­ϊ­κή γει­το­νιά της πό­λης.

Στην ται­νί­α Last Dance (Αυστραλία 2012) που ε­πι­φα­νεια­κά α­κο­λου­θεί τον τρό­πο μιας ι­στο­ρί­ας ο­μη­ρί­ας, κυριαρχεί το σα­σπένς και ο έν­το­νος ε­σω­τε­ρι­κός ρυθ­μός, ενώ ο σκη­νο­θέ­της μέσα από τους πρωταγωνιστές του μς μι­λά­ για την α­γά­πη, το φυ­λε­τι­κό μί­σος και την συγ­χώ­ρε­ση, με πο­λύ συγ­κι­νη­τι­κό τρό­πο. 

Οι δι­ά­λο­γοι  παρουσιάζουν το Πα­λαι­στι­νια­κό δρά­μα α­πό ό­λες τις πλευ­ρές, χω­ρίς υ­περ­βο­λές και φα­να­τι­σμούς. Η φρί­κη του πο­λέ­μου δεν έ­χει πα­ρά μό­νο θύ­μα­τα και πό­νο. 

Πρω­τα­γω­νι­στεί η σπου­δαί­α Αγ­γλί­δα η­θο­ποι­ός Julia Blake, η στα­δι­ο­δρο­μί­α της ο­ποί­ας δια­ρκεί πά­νω α­πό α­πό 50 χρό­νια και έ­χει κερ­δί­σει πολ­λά βρα­βεί­α, με­τα­ξύ των ο­ποί­ων δύ­ο βρα­βεί­α Australian Film Institute. Μα­ζί και ο Λι­βα­νέ­ζι­κης κα­τα­γω­γής τα­λαν­τού­χος Firass Dirani.
 
Βρείτε το και δείτε το!

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Το με­ρί­διο των Αγ­γέ­λων...


 

Με την ται­νί­α The AngelsShare, ο με­γά­λος σκη­νο­θέ­της Ken Loach, ξε­δι­πλώ­νει τη δε­ξι­ο­τε­χνί­α του, επιλέγοντας αυτή την φορά τον δρόμο του χιούμορ για να μιλήσει και πάλι για σοβαρά θέματα. Η ταινία κέρδισε  το βρα­βεί­ο Ε­πι­τρο­πής στο φε­στι­βάλ των Καν­νών το 2012 καθώς και άλλα 3 βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ.

Τα δι­κα­στή­ρια της Γλα­σκώ­βης ε­πι­βάλ­λουν συ­χνά την ποι­νή της κοι­νω­φε­λούς ερ­γα­σί­ας σε πα­ρά­νο­μες πρά­ξεις, ό­πως η χρή­ση ναρ­κω­τι­κών, ο αλ­κο­ο­λι­σμός, οι μι­κρο­κλο­πές και η ά­σκη­ση βί­ας, Το η­θι­κό χρέ­ος στην κοι­νω­νί­α ξε­πλη­ρώ­νε­ται έ­τσι, αν­τα­πο­δο­τι­κά, με συμ­με­το­χή για ο­ρι­σμέ­νες ώ­ρες, σε ο­μά­δες συν­τή­ρη­σης ή κα­θα­ρι­σμού δη­μό­σι­ων χώ­ρων και κτι­ρί­ων.

Μέ­σα α­πό μια τέ­τοι­α ο­μά­δα θα προ­κύ­ψει η ά­τυ­πη πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων νέ­ων, με κοι­νές προ­δι­α­γρα­φές την α­νερ­γί­α, τις κλει­στές πόρ­τες της ε­πα­νέν­τα­ξης στην κοι­νω­νί­α, την α­λη­τεί­α σαν πε­ρι­θω­ρια­κό τρό­πο ζω­ής και την αν­τί­θε­ση τους στον νό­μο και την ε­ξου­σί­α.

Το θέ­μα α­πο­κτά ι­δι­αί­τε­ρο εν­δι­α­φέ­ρον, αν λά­βου­με υ­π’ ό­ψη μας ό­τι ο Ken Loach, έ­χει έ­να πλού­σιο μέ­σα α­πό την τέ­χνη του, α­γω­νι­στι­κό ι­δε­ο­λο­γι­κό πα­ρελ­θόν, στα προ­βλή­μα­τα της ερ­γα­τι­κής τά­ξης, στις α­νι­σό­τη­τες και τις συγ­κρού­σεις της βρε­τα­νι­κής κοι­νω­νί­ας, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα ο σε­να­ρι­ο­γρά­φος και α­κτι­βι­στής Paul Laverty, συ­νερ­γά­της του Loach σε πολ­λές κα­λές ται­νί­ες, εί­χε α­σκή­σει πα­λαι­ό­τε­ρα το ε­πάγ­γελ­μα του δι­κη­γό­ρου, σε υ­πο­θέ­σεις κα­τα­πά­τη­σης των αν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των στην Κεν­τρι­κή Α­με­ρι­κή.
 
Ο τί­τλος της ται­νί­ας ό­μως, υ­πό­σχε­ται κά­τι κα­λύ­τε­ρο, δι­α­φο­ρε­τι­κό, κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο πνευ­μα­τι­κό α­πό έ­να α­κό­μα ε­πα­να­στα­τι­κό μή­νυ­μα, μια συ­νη­θι­σμέ­νη κα­ταγ­γε­λί­α ή το α­πλό α­να­σκά­λε­μα του βρε­τα­νι­κού κοι­νω­νι­κού ι­ζή­μα­τος. Εί­ναι ό­μως τό­σο δι­α­κρι­τές οι δι­α­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές του νό­μι­μου και του η­θι­κού, α­πό το πα­ρα­βα­τι­κό και κα­τα­κρι­τέ­ο, ώ­στε να α­φή­νουν ελ­πί­δες για δι­εκ­δί­κη­ση των αγ­γέ­λων, κά­ποι­ου εί­δους με­ρι­δί­ου;

Μέ­σα α­πό τα αρ­χι­κά α­δι­έ­ξο­δα βί­ας στις φτω­χο­γει­το­νι­ές της Γλα­σκώ­βης, τη βα­ριά κα­τα­θλι­πτι­κή α­τμό­σφαι­ρα της βι­ο­μη­χα­νι­κής πό­λης, τον α­γώ­να για ε­πι­βί­ω­ση και μια θέ­ση συ­νύ­παρ­ξης στη στυ­φή και πι­κρή κοι­νω­νί­α της α­πόρ­ρι­ψης, έ­νας φί­λος των κα­τα­τρεγ­μέ­νων (ο ε­πι­στά­της της κοι­νω­φε­λούς ερ­γα­σί­ας) και έ­να νε­ο­γέν­νη­το α­γο­ρά­κι (ο γιος του πε­ρι­θω­ρια­κού Ρόμ­πι), θα με­τα­τρέ­ψουν τον συμ­βι­βα­σμό της πα­ρέ­ας με μια ζω­ή χω­ρίς ι­δα­νι­κά, α­ξί­ες και προ­ο­πτι­κές, σε μια χα­ρού­με­νη κι αι­σι­ό­δο­ξη πο­ρεί­α προς το μέλ­λον. 

Ο Ρόμ­πι, εί­ναι ο πρω­τα­γω­νι­στής της ται­νί­ας. Γνω­ρί­ζον­τας κα­λά ο Loach πως η ζω­ή στο πε­ρι­θώ­ριο συμ­βα­δί­ζει με τις κοι­νω­νι­κές αλ­λα­γές και ε­ξε­λί­ξεις, τον α­να­κά­λυ­ψε στις υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νες συ­νοι­κί­ες της Γλα­σκώ­βης και πα­ράλ­λη­λα με τις χρή­σι­μες σκη­νο­θε­τι­κά πλη­ρο­φο­ρί­ες που άν­τλη­σε α­π’ αυ­τόν, του α­νέ­θε­σε τον κύ­ριο ρό­λο στην ται­νί­α, για να της προσ­δώ­σει, τη ρε­α­λι­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα ε­νός ντο­κι­μαν­τέρ.

Πραγ­μα­τι­κά, η ερ­μη­νεί­α του Ρόμ­πι (Paul Brannigan) στον ι­δι­αί­τε­ρο ρό­λο του, έ­χει την ί­δια αυ­θεν­τι­κό­τη­τα με τις ου­λές α­πό μα­χαί­ρι στο πρό­σω­πο του, που πι­στο­ποι­ούν α­νά­γλυ­φα τη γνη­σι­ό­τη­τα των εμ­πει­ρι­ών του και α­πο­τε­λούν ί­σως εγ­γύ­η­ση της α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τας του να τη­ρή­σει τις υ­πο­σχέ­σεις του, αλ­λά και να στα­θεί αν­τά­ξιος της εμ­πι­στο­σύ­νης του σκη­νο­θέ­τη του.

Ω­στό­σο, τί­πο­τα δεν εί­ναι εύ­κο­λο για τους στιγ­μα­τι­σμέ­νους στην κοι­νω­νί­α. Και ι­δι­αί­τε­ρα το να ξε­φύ­γουν α­πό τον τρό­πο ζω­ής που τε­λι­κά οι ί­διοι έ­χουν α­πο­δε­χτεί. «Δεν υ­πάρ­χει για σέ­να μέλ­λον σ’ αυ­τόν τον τό­πο» του λέ­ει ο πε­θε­ρός του, που προ­σπα­θεί να τον α­πο­μα­κρύ­νει α­πό την κό­ρη του, «ό­ταν μπλέ­κεις με τέ­τοι­α, δεν ξεμ­πλέ­κεις».

Σε ό­λους τους κα­νό­νες ό­μως υ­πάρ­χουν ε­ξαι­ρέ­σεις. Μό­νο, που κά­ποι­ος θα πρέ­πει να α­νοί­ξει την πόρ­τα μιας δεύ­τε­ρης ευ­και­ρί­ας. Αυ­τός στην ι­στο­ρί­α μας, θα εί­ναι ο ε­πι­στά­της ερ­γα­σί­ας, ο Χά­ρι (John Henshaw), που ο­δη­γεί την πα­ρέ­α των φί­λων μας να δουν α­πό κον­τά έ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο ζω­ής, με μια ε­πί­σκε­ψη σε α­πο­στα­κτή­ριο ου­ί­σκι.
Εί­ναι ο άν­θρω­πος κλει­δί (και υ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι για κά­θε κλει­δω­μέ­νη πόρ­τα), που πρό­θυ­μα προ­τεί­νει την έ­ξο­δο σε κά­θε εν­δι­α­φε­ρό­με­νο. Αλ­λά πραγ­μα­τι­κά εί­ναι λί­γοι οι ε­θι­σμέ­νοι στην α­δρά­νεια ή στην αν­τί­δρα­ση, που μέ­σα α­πό τη σκλη­ρή κα­θη­με­ρι­νή αλ­λο­τρί­ω­ση του προ­σώ­που τους, δι­α­τη­ρούν την ι­κα­νό­τη­τα μιας σω­στής ε­πι­λο­γής και το σθέ­νος να α­νοί­ξουν την πόρ­τα της αλ­λα­γής στη ζω­ή τους.
Ο Ρόμ­πι εί­ναι έ­νας απ αυ­τούς. Το νε­ο­γέν­νη­το μω­ρό που κρά­τη­σε στην αγ­κα­λιά του, ξύ­πνη­σε την ναρ­κω­μέ­νη υ­πευ­θυ­νό­τη­τα του. Την α­νάγ­κη του να α­γω­νι­στεί, ό­χι πια α­πό ε­γω­ι­σμό ή αν­τί­δρα­ση, αλ­λά α­πό α­γά­πη, για να ε­ξα­σφα­λί­σει στον γιο του μια κα­λύ­τε­ρη ζω­ή. Τέ­τοι­ες α­πο­φά­σεις σαν προ­ϊ­όν­τα σκέ­ψης και λο­γι­κής στάθ­μι­σης, πο­τέ δεν ε­ξε­λίσ­σον­ται σε πρά­ξεις. Πρέ­πει να έ­χουν τη δύ­να­μη του αυ­θορ­μη­τι­σμού και την ορ­μή του πη­γαί­ου συ­ναι­σθή­μα­τος.
 

 Το α­πο­στα­κτή­ριο εί­ναι έ­νας και­νούρ­γιος κό­σμος για κεί­νον. Εί­ναι μια μη­χα­νι­κή ζων­τα­νή ύ­παρ­ξη. Έ­να πρό­τυ­πο. Που λει­τουρ­γεί με προ­γραμ­μα­τι­σμό, με ρυθ­μό, με τά­ξη, με σκο­πό και με α­πο­τέ­λε­σμα. Που ση­μα­το­δο­τεί τη λα­χτά­ρα του να γυ­ρί­σει σε­λί­δα. Εκ­στα­τι­κός δέ­χε­ται κά­θε νέ­α πλη­ρο­φο­ρί­α, σαν πο­λύ­τι­μο υ­λι­κό στο χτί­σι­μο των προσ­δο­κι­ών του. 
– Κά­θε αλ­λα­γή σε κά­ποι­α μπρού­τζι­νη γω­νί­α, έ­να α­πλό βα­θού­λω­μα, θα αλ­λοί­ω­νε τη γεύ­ση στο ου­ί­σκυ..
– Το ξύ­λο δί­νει γεύ­ση και χρω­μα­τί­ζει το οι­νό­πνευ­μα..

– Τα βα­ρέ­λια πραγ­μα­τι­κά α­να­πνέ­ουν ..
– Κά­θε χρό­νο χά­νε­ται το 2% του οι­νο­πνεύ­μα­τος, ε­ξα­τμί­ζε­ται και ε­ξα­φα­νί­ζε­ται στον α­έ­ρα, φεύ­γει για πάν­τα, αυ­τό εί­ναι «το με­ρί­διο των αγ­γέ­λων»..

- Έ­χου­με τό­σο ευ­αί­σθη­τη ό­σφρη­ση, που μπο­ρού­με να α­νι­χνεύ­σου­με α­ρώ­μα­τα που έ­χουν α­ραι­ω­θεί στο έ­να ε­κα­τομ­μυ­ρι­ο­στό του αρ­χι­κού..
– Η πιο πρω­τό­γο­νη αί­σθη­ση μας – η γεύ­ση, ε­κρή­γνυ­ται α­πό τη σκο­τει­νή βλά­στη­ση του χρό­νου που περ­νά..

Λέ­ξεις και έν­νοι­ες που δεν εί­χε ξα­να­κού­σει, αν­τα­πο­κρί­νον­ται στην ε­σω­τε­ρι­κή του α­νάγ­κη για α­να­νέ­ω­ση, δι­ευ­ρύ­νουν τις α­πο­στά­σεις α­πό τις κα­τα­στρο­φι­κές του εμ­μο­νές. Το νέ­ο του κα­θα­ρό­τε­ρο πρό­σω­πο, δι­α­μορ­φώ­νε­ται α­πό στοι­χεί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τάλ­λη­λα και ι­κα­νά να στη­ρί­ξουν τις α­πο­φά­σεις του.

Το πλε­ο­νέ­κτη­μα της κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής τέ­χνης α­πέ­ναν­τι στην πραγ­μα­τι­κή ζω­ή και η γο­η­τεί­α της ταυ­τό­χρο­να, εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα της να συν­θέ­τει την κεν­τρι­κή ι­δέ­α του σε­να­ρί­ου, ε­στι­ά­ζον­τας στα ου­σι­ώ­δη και ση­μαν­τι­κά για τον σκο­πό αυ­τόν ση­μεί­α, α­γνο­ών­τας ό­λες τις α­νια­ρές, κου­ρα­στι­κές, αλ­λά και αρ­νη­τι­κές λε­πτο­μέ­ρει­ες της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.

Αυ­τή εί­ναι ό­μως και η ι­κα­νό­τη­τα που α­να­πτύσ­σει, ό­ποι­ος πι­στεύ­ει σε έ­ναν σκο­πό. Παύ­ουν τα α­δι­ά­φο­ρα ε­ρε­θί­σμα­τα και οι πα­λι­ές πε­ριτ­τές συ­νή­θει­ες να τον ε­πη­ρε­ά­ζουν στις ση­με­ρι­νές του ε­νέρ­γει­ες. Για να ε­πι­τευ­χθεί ο στό­χος της αλ­λα­γής, πρέ­πει να μπουν νέ­ες βά­σεις, να τε­θούν στη ζω­ή συγ­κε­κρι­μέ­νες αρ­χές, να ι­ε­ραρ­χη­θούν οι α­ξί­ες.

Η δι­α­δι­κα­σί­α της ζυ­μώ­σε­ως έ­χει τις α­παι­τή­σεις και τις προ­δι­α­γρα­φές της.

Στην ψυ­χή του Ρόμ­πι έ­χει πραγ­μα­το­ποι­η­θεί ή­δη η α­πα­ραί­τη­τη προ­ε­τοι­μα­σί­α. Η δι­α­πί­στω­ση πως δι­α­θέ­τει μια χα­ρι­σμα­τι­κή ό­σφρη­ση που του ε­πι­τρέ­πει να δι­α­κρί­νει την υ­φή και τα α­ρώ­μα­τα του ου­ί­σκι, η γνω­ρι­μί­α του με τον ει­δι­κό γευ­σι­γνώ­στη στο ου­ί­σκι (που υ­πο­δύ­ε­ται ο ε­παγ­γελ­μα­τί­ας γευ­σι­γνώ­στης Charlie Maclean), η πα­ρου­σί­α και  η στή­ρι­ξη που του πα­ρέ­χει ο Χά­ρι, του θω­ρα­κί­ζουν την αυ­το­πε­ποί­θη­ση.

Το ε­πό­με­νο βή­μα της α­πο­κα­τά­στα­σης του Ρόμ­πι, θα υ­λο­ποι­η­θεί στη συ­νάν­τη­ση του με έ­να σπά­νιο και πα­νά­κρι­βο βα­ρε­λά­κι ου­ί­σκι, που βγαί­νει σε πλει­στη­ρια­σμό.
Πρό­κει­ται για το θρυ­λι­κό Malt Mill που πα­ρα­σκευ­α­ζό­ταν με­τα­ξύ 1908 και 1962, σε έ­να πο­το­ποι­εί­ο στο νη­σί Ά­ι­λα της Σκω­τί­ας. Δυ­ο μπου­κά­λια α­πό το πο­λύ­τι­μο ου­ί­σκι του βα­ρε­λιού, δεν θα λεί­ψουν α­πό κα­νέ­ναν.

Ο Ρόμ­πι, με τη βο­ή­θεια της πα­ρέ­ας του που ε­πη­ρε­ά­ζε­ται α­πό τις εμ­πνεύ­σεις του και τον εμ­πι­στεύ­ε­ται, κα­τορ­θώ­νει να α­πο­κτή­σει αυ­τά τα δυ­ο μπου­κά­λια. Ε­νερ­γούν κρυ­φά, αλ­λά συν­το­νι­σμέ­να, α­πο­λαμ­βά­νον­τας την ο­μα­δι­κό­τη­τα του εγ­χει­ρή­μα­τος τους. Οι φί­λοι υ­πο­στη­ρί­ζουν το ό­ρα­μα του Ρόμ­πι, που χω­ρίς να ε­πι­δι­ώ­ξει κά­ποι­ο εί­δος αρ­χη­γί­ας, τους κα­τευ­θύ­νει α­πο­φα­σι­στι­κά. 

Πί­σω α­π’ ό­λα, το ευ­αι­σθη­το­ποι­η­μέ­νο αι­σθη­τή­ριο του Loach κα­λύ­πτει το τρα­γι­κό ύ­φος της α­νερ­μά­τι­στης ζω­ής και την α­νε­με­λιά της α­νευ­θυ­νό­τη­τας, με τη δι­ά­θε­ση συμ­με­το­χής και συ­νερ­γα­σί­ας και ε­κτο­νώ­νει με χι­ού­μορ τις αν­τι­ξο­ό­τη­τες. Ζω­τι­κά στοι­χεί­α, α­νά­με­σα στα ο­ποί­α ε­λίσ­σε­ται με σι­γου­ριά ο Ρόμ­πι, α­πο­βλέ­πον­τας στο μέλ­λον, κα­τα­νο­ών­τας το πα­ρόν και πα­ρα­κάμ­πτον­τας το πα­ρελ­θόν. 

Πολ­λές φο­ρές φυ­σι­κά, οι στό­χοι μας εί­ναι α­σα­φείς και η α­στάθ­μη­τη πλε­ο­νε­ξί­α, μας πα­ρα­σύ­ρει σε ε­πι­δι­ώ­ξεις που ξε­περ­νούν τα ό­ρια των α­ναγ­κών και της με­γα­λο­ψυ­χί­ας μας. Ό­μως το με­ρί­διο των αγ­γέ­λων που τους α­να­λο­γεί στο βα­ρε­λά­κι αυ­τό και που το πα­ρα­χω­ρούν στον Ρόμ­πι, εί­ναι δυ­ο μπου­κά­λια, ό­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Το έ­να θα εί­ναι αρ­κε­τό να υ­πο­στη­ρί­ξει με την α­ξί­α του την αλ­λα­γή του τρό­που ζω­ής ό­λων τους και το άλ­λο, να ε­πι­βε­βαι­ώ­σει τη ε­σω­τε­ρι­κή αλ­λα­γή του Ρόμ­πι. 

Πραγ­μα­τι­κά, ο βί­αι­ος Ρόμ­πι έ­χει με­τα­τρα­πεί σε δι­αλ­λα­κτι­κό και ή­πιο, δεν ορ­γί­ζε­ται ό­πως πα­λιά, μοι­ρά­ζε­ται σε ί­σα μέ­ρη με τους συν­τρό­φους του το ου­ρα­νό­σταλ­το αυ­τό δώ­ρο, ε­ξα­σφα­λί­ζει σε ό­λους την προ­ο­πτι­κή τί­μιας ερ­γα­σί­ας και α­πο­δί­δει στον με­γά­λο του φί­λο τον Χά­ρι, που μπο­ρεί να ε­κτι­μή­σει έ­να «κα­λό» ου­ί­σκι, την ο­φει­λό­με­νη ευ­χα­ρι­στί­α, με την προ­σφο­ρά του ε­νός μπου­κα­λιού.

Πα­ρ’ ό­τι ο φα­κός κι­νεί­ται σε χώ­ρους συγ­κε­κρι­μέ­νης νο­ο­τρο­πί­ας, ό­που η αί­σθη­ση του Θε­ού δεν κοι­νο­ποι­εί­ται, ού­τε καν υ­πο­νο­εί­ται, η θε­ϊ­κή πα­ρου­σί­α γί­νε­ται α­πτή στη στορ­γι­κή της συ­νέρ­γεια, σε κά­θε εκ­δή­λω­ση α­γα­θής προ­αί­ρε­σης. 

Η ι­σο­τι­μί­α, η με­τρι­ο­πά­θεια, η αί­σθη­ση δι­και­ο­σύ­νης και ευ­γνω­μο­σύ­νης, η υ­πέρ­βα­ση του ε­αυ­τού του Ρόμ­πι, πι­στο­ποι­ούν τη βα­θιά αλ­λα­γή που ε­πι­τε­λέ­στη­κε στην ψυ­χή του και προ­δι­α­γρά­φει έ­να δη­μι­ουρ­γι­κό μέλ­λον για τον γιο του και μια ευ­τυ­χέ­στε­ρη ζω­ή για τον ί­διο και τη γυ­ναί­κα του.

Ο Loach, ο Laverty, ο Χά­ρι, ο Ρόμ­πι, φαί­νε­ται να αν­τι­λή­φθη­καν αυ­τό που και ο κα­θέ­νας μας μπο­ρεί να δι­α­πι­στώ­σει, ό­ταν με ο­δη­γό την α­γά­πη, ε­πι­δι­ώ­κει έ­ναν α­να­τρε­πτι­κό στό­χο. Πως η α­λη­θι­νή ε­πα­νά­στα­ση ξε­κι­νά α­πό τη δι­κή μας αλ­λα­γή. Τό­τε εί­ναι βε­βαί­α και η έκ­βα­ση του α­γώ­να.

Ό­ταν υ­πάρ­χει κα­λή δι­ά­θε­ση και πί­στη στην ε­πι­τυ­χί­α και οι Ου­ρα­νοί συ­ναι­νούν.


Μ. Ψ.




Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

SILVER LININGS PLAYBOOK (2012)





Σκη­νο­θε­σί­α Ντέ­ι­βιντ Ο. Ρά­σελ, με τους: Μπράν­τλε­ϊ Κού­περ, Τζέ­νι­φερ Λό­ρενς, (Ό­σκαρ Α΄Γυ­ναι­κεί­ου ρό­λου 2013, Χρυ­σή σφαί­ρα 2013), Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο, Τζά­κι Γου­ί­βερ. Ο α­νε­ξάρ­τη­τος Α­με­ρι­κά­νι­κος κι­νη­μα­το­γρά­φος στις κα­λές στιγ­μές του. (51 βρα­βεί­α) 

Ύ­στε­ρα α­πό ο­κτώ μή­νες στο ψυ­χι­α­τρεί­ο, ο Πατ ο ο­ποί­ος έ­χει δι­πολι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη), ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι των γο­νι­ών του και προ­σπα­θεί  να προ­σαρ­μο­στεί στην και­νούρ­για του ζω­ή και να έρ­θει σε ε­πα­φή με την πρώ­ην γυ­ναί­κα του, την ο­ποί­α δεν μπο­ρεί – βά­σει δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης – να πλη­σιά­σει. Ο πα­τέ­ρας του (Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο σε ε­ξαι­ρε­τι­κά κέ­φια), ζει την δι­κή του "πα­ρά­νοι­α", α­φού εί­ναι βυ­θι­σμέ­νος στον κό­σμο τού πο­δο­σφαι­ρι­κού τζό­γου και της δει­δαι­μο­νί­ας. Η γνω­ρι­μί­α τού Πατ με την ε­πί­σης ψυχικά προ­βλη­μα­τι­κή Τί­φα­νι, θα πε­ρι­πλέ­ξει α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τα πράγ­μα­τα.

Μια χα­ρι­τω­μέ­νη μα­τιά στον κό­σμο της ψυ­χι­κής νό­σου. Ποι­ός ά­ρα­γε εί­ναι υ­γι­ής και ποι­ός ό­χι; Α­κο­λου­θών­τας ο σκη­νο­θέ­της τον κλασ­σι­κό τρό­πο α­φή­γη­σης της Α­με­ρι­κά­νι­κης κο­μεν­τί, μι­λά με α­στεί­ο τρό­πο για πο­λύ σο­βα­ρά πράγ­μα­τα. Ποι­ός τε­λι­κά εί­ναι «υ­γι­ής»και ποι­ός άρ­ρω­στος; Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι η α­γά­πη που θα στη­ρί­ξει τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων.

 * * *

Η ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια α­νέ­κα­θεν τρό­μα­ζε τον άν­θρω­πο. Οι ψυ­χι­κά ασθενείς λόγῳ της φύσης της πάθησής τους, που συ­νή­θως ο­δη­γεί σε αν­τι­κοι­νω­νι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές, παλαιότερα δε­χόν­του­σαν συ­χνά τον κοι­νω­νι­κό α­πο­κλει­σμό, στιγ­μα­τί­ζον­ταν, πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­ούν­ταν. Δεν ή­ταν λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις ό­που μην γνω­ρί­ζον­τας τις αι­τί­ες της α­σθέ­νειας, η κοι­νω­νί­α θε­ω­ρού­σε τους α­σθε­νείς α­μαρ­τω­λούς και την α­ρρώστια τι­μω­ρί­α α­πό τον Θε­ό.

 Στήν σύγ­χρο­νη και α­πρό­σω­πη ε­πο­χή μας, τα πράγ­μα­τα έ­χουν βελ­τι­ω­θεί αι­σθη­τά κα­θώς σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, με κα­τάλ­λη­λη φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και ψυ­χο­λο­γι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη οι α­σθε­νείς εν­τάσ­σον­ται στην κοι­νω­νί­α και μπο­ρούν να εί­ναι λει­τουρ­γι­κοί. Ω­στό­σο, η έλ­λει­ψη φρον­τί­δας, η α­νυ­παρ­ξί­α ου­σι­α­στι­κών προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων και η σκλη­ρό­τη­τα των συ­ναν­θρώ­πων εί­ναι α­πό τα κυ­ρι­ό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα που μπο­ρεί να αν­τι­με­τω­πί­ζουν οι πά­σχον­τες.
Οι πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας α­νέ­κα­θεν συ­νέ­δε­αν την α­μαρ­τί­α με την ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Ό­χι ό­μως σε μί­α βά­ση κο­σμι­κή που λέ­ει ό­τι πά­σχει ψυ­χι­κά κά­ποι­ος ε­πει­δή εί­ναι α­μαρ­τω­λός. Η ορ­θή πνευ­μα­τι­κή θε­ώ­ρη­ση διαχωρίζει τους εκ γενετής πάσχοντες από ψυχικά νοσήματα σε σχέση με εκείνους που η ασθένειά τους είναι επίκτητη.

Για την πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α αν­θρώ­πων, ό­πως εί­ναι και ο πά­σχων α­πό δι­πο­λι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη) πρω­τα­γω­νι­στής τής ται­νί­ας μας, δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­πο­δώ­σει ευ­θύ­νες στους ί­διους τους α­σθε­νείς. Εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη η φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και βέ­βαι­α, αυ­τό που χρει­ά­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι συμ­πα­ρά­στα­ση και α­γά­πη. 

Για την δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρί­α, η ο­ποί­α εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη πλη­θυ­σμια­κά και α­φο­ρά πε­ρισ­σό­τε­ρο τον μέ­σο άν­θρω­πο (η κα­τά­θλι­ψη λέ­γε­ται ό­τι μέ­χρι το 2020 θα εί­ναι η δεύ­τε­ρη με­γα­λύ­τε­ρη α­σθέ­νεια παγ­κο­σμί­ως κα­θώς αγ­γί­ζει το 20% του πλη­θυ­σμού), δι­α­πι­στώ­νει κα­νείς ό­τι η α­μαρ­τί­α μπο­ρεί όν­τως να ο­δη­γή­σει στην ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Τα πα­τε­ρι­κά κεί­με­να με τον τρό­πο τους πα­ρα­κι­νούν τους πι­στούς να νι­κή­σουν την α­μαρ­τί­α,  ε­στι­ά­ζον­τας στον δια­ρκή α­γώ­να ε­νάν­τια στην υ­πε­ρη­φά­νεια, στην κε­νο­δο­ξί­α και στην φι­λαυ­τί­α και έ­χουν ως κέν­τρο έ­να νό­η­μα ζω­ής που υ­περ­βαί­νει τον α­το­μο­κεν­τρι­κό άν­θρω­πο και συγ­κε­φα­λαι­ώ­νε­ται στον λό­γο του Χρι­στού "α­γά­πα τον πλη­σί­ον ως ε­αυ­τόν".

 Έ­τσι, οι δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι αυ­τής της ται­νί­ας, μάς α­φο­ρούν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θώς συ­νή­θως νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε σώ­οι, αλ­λά έ­χου­με ε­πι­τρέ­ψει στην α­μαρ­τί­α να κυ­ρι­αρ­χή­σει στην ζω­ή μας, και ζού­με μέ­σα στα πά­θη. 

Βλέ­που­με τον πα­τέ­ρα του Πάτ να ζει για τον τζό­γο, βυ­θι­σμέ­νος στην δει­δαι­μο­νί­α και στην μο­νο­μα­νή ε­να­σχό­λη­ση με το πο­δό­σφαι­ρο. Το ί­διο βλέ­που­με και στους άλ­λους χα­ρα­κτή­ρες. Η μη­τέ­ρα ζει την μι­ζέ­ρια της γει­το­νιάς, ο α­δελ­φός μοιράζεται το πάθος τού πατέρα και ζει πνιγμένος στην υπερηφάνεια και την σκληροκαρδία, ο φί­λος έ­χει θυ­σιά­σει την ζω­ή του στο κυ­νή­γι του χρή­μα­τος για να ι­κα­νο­ποι­ή­σει την υ­λι­κή ευ­η­με­ρί­α, χά­νον­τας την ψυ­χή και τον γά­μο του. Οι άν­θρω­ποι χανό­μα­στε συ­χνά σε μιά κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα στην ο­ποί­α εγ­κλω­βι­ζό­μα­στε, ε­άν δεν κυ­ρια­ρχεί στην ζω­ή μας η ευ­χα­ρι­στί­α και η χα­ρά της ση­με­ρι­νής η­μέ­ρας.

Η ται­νί­α θί­γει θέ­μα­τα που μας α­φο­ρούν ό­λους. Δεν μας οδηγεί στο να λυ­πη­θού­με τους οργανικά ψυ­χι­κά α­σθε­νείς, που ού­τως ή άλ­λως χρει­ά­ζον­ται την α­γά­πη μας, αλ­λά αντίθετα στο να δούμε την ομορφιά που μπορεί να κρύβεται πίσω από την πάθηση. Ταυτόχρονα, μας καλεί να α­να­λο­γι­στού­με πού μπο­ρεί να ο­δη­γη­θού­με ε­άν α­φε­θού­με στην ρου­τί­να και τα υ­λι­κά του βί­ου και δεν καλ­λι­ερ­γού­με την προ­αί­ρε­σή μας στα ου­σι­ὠ­δη  της ζωής, στο «ε­νός ε­στί χρεί­α».