Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Ida


Πο­λω­νί­α, 2013 – 80΄
31 Βραβεύσεις!


Μια ι­δι­αί­τε­ρη ται­νί­α η­θι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού, με πλη­θώ­ρα δι­α­κρί­σε­ων σε Ευ­ρώ­πη και Α­με­ρι­κή, α­πό τον σκη­νο­θέ­τη Paweł Pawlikowski, σε σε­νά­ριο του ι­δί­ου και της Rebecca Lenkiewicz.



Οι η­θο­ποι­οί Agata Trzebuchowska σαν Ida Lebenstein - α­δελ­φή Άν­να και Agata Kulesza σαν Wanda Gruz, θεί­α της Άν­νας, α­πο­τε­λούν έ­να πρω­τα­γω­νι­στι­κό δί­δυ­μο, που σί­γου­ρα δεν θα ξε­χα­στεί σύν­το­μα, ό­πως άλ­λω­στε και η ε­ξαι­ρε­τι­κή α­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α της ται­νί­ας.



 Η Άν­να εί­ναι μια δό­κι­μη μο­να­χή, που ορ­φα­νή α­πό μι­κρή με­γά­λω­σε στον χώ­ρο του  Μο­να­στη­ριού. Αυ­τό ή­ταν το σπί­τι της και οι μο­να­χές η οι­κο­γέ­νεια της. Α­κο­λου­θεί τον δρό­μο της με α­φο­σί­ω­ση στον Χρι­στό και θε­ω­ρεί δε­δο­μέ­νο το να α­φι­ε­ρώ­σει τη ζω­ή της στην Υ­πη­ρε­σί­α Του.



Ο καλ­λω­πι­σμός, η με­τα­φο­ρά και η το­πο­θέ­τη­ση του ο­μοι­ώ­μα­τος Του στο προ­αύ­λιο, μαρ­τυ­ρούν με τον συμ­βο­λι­σμό τους τον ζή­λο και τον προ­σα­να­το­λι­σμό των κο­ρι­τσι­ών που θα γί­νουν μο­να­χές.



Οι προ­βλη­μα­τι­σμοί ό­μως που α­πο­σκο­πούν στη στή­ρι­ξη της βού­λη­σης μας, στην ε­δραί­ω­ση α­πο­φά­σε­ων για έ­ναν συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο ζω­ής, εί­τε προ­έρ­χον­ται α­πό ε­σω­τε­ρι­κή α­να­ζή­τη­ση, εί­τε προ­κύ­πτουν α­πό ε­ξω­τε­ρι­κούς πα­ρά­γον­τες, α­πο­τε­λούν πάν­το­τε δι­ερ­γα­σί­ες α­πα­ραί­τη­τες και αυ­στη­ρά προ­σω­πι­κές.
 
 



Η Άν­να δεν έ­χει ρί­ζες, δεν έ­χει πα­ρελ­θόν. Μό­νο μια θεί­α, που δεν την ε­πι­σκέ­φθη­κε πο­τέ στο Μο­να­στή­ρι. Η η­γου­μέ­νη θε­ω­ρεί ε­πι­βε­βλη­μέ­νη μια συ­νάν­τη­ση γνω­ρι­μί­ας της Άν­νας με τη θεί­α της, προ­τού δώ­σει τους όρ­κους της σαν μο­να­χή.



 Η συ­νάν­τη­ση τους, θα ε­πα­να­φέ­ρει στο προ­σκή­νιο το πα­ρελ­θόν, που ε­πί τό­σα χρό­νια προ­σπα­θεί να δι­α­γρά­ψει η θεί­α Wanda α­πό τη μνή­μη της. Πα­ράλ­λη­λα θα αρ­χί­σει να παίρ­νει μορ­φή, να α­να­πτύσ­σε­ται και να δι­εκ­δι­κεί την πα­ρου­σί­α της στον κό­σμο, με το ά­γνω­στο πα­ρελ­θόν της, η Ida, ό­πως ή­ταν το πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μα της Άν­νας.



Η Ida, που δι­και­ω­μα­τι­κά ψη­λα­φά στη συγ­κρα­τη­μέ­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά της Άν­νας, την α­να­λο­γί­α των δι­κών της συ­ναι­σθη­μά­των, των δι­κών της ε­πι­θυ­μι­ών και τη δι­κή της ε­λευ­θε­ρί­α ε­πι­λο­γών.



Εί­ναι συ­χνά α­ναγ­καί­ο, αλ­λά ε­ξί­σου δύ­σκο­λο, να ε­ξι­σορ­ρο­πη­θούν τα δυ­να­μι­κά δύ­ο κό­σμων. Ό­μως ό­ταν πρό­κει­ται για το πα­ρελ­θόν και το πα­ρόν του ι­δί­ου προ­σώ­που, που στον συγ­κε­ρα­σμό τους θα οι­κο­δο­μη­θεί το μέλ­λον, οι ε­σω­τε­ρι­κές συγ­κρού­σεις εί­ναι α­να­πό­φευ­κτες κι ε­κρη­κτι­κές.



Η προ­σω­πι­κή μας ι­στο­ρί­α, ζει στα τω­ρι­νά μας συ­ναι­σθή­μα­τα. Οι ε­πιρ­ρο­ές της στο σή­με­ρα, ζων­τα­νεύ­ου­νε τις σκι­ές του τό­τε. Οι ά­γνω­στες α­λή­θει­ες της Άν­νας και οι α­πω­θη­μέ­νες της Wanta, δι­α­μορ­φώ­νουν την τρα­γι­κό­τη­τα της συ­νάν­τη­σης τους.



Πό­σο τρυ­φε­ρές ω­στό­σο μπο­ρούν να γί­νουν οι στιγ­μές δι­η­γή­σε­ων, με­τα­ξύ θεί­ας και α­νε­ψιάς, ξε­φυλ­λί­ζον­τας έ­να άλ­μπουμ με φω­το­γρα­φί­ες, αλ­λά και πό­σο εύ­θραυ­στες…



Η Άν­να προ­σπα­θεί να δι­α­κρί­νει στα μά­τια της θεί­ας της, το πρό­σω­πο της μη­τέ­ρας της, να μυ­η­θεί μέ­σα α­πό το δι­κό της πλη­σί­α­σμα, στις ε­πιρ­ρο­ές που στε­ρή­θη­κε α­πό τη μη­τρι­κή πα­ρου­σί­α.

 

Η Wanta έ­χον­τας κον­τά της την Άν­να, υ­πο­τάσ­σε­ται στην ε­πι­στρο­φή του πα­ρελ­θόν­τος, α­να­βι­ώ­νει την ει­κό­να της α­δελ­φής της στη γλυ­κύ­τη­τα της κό­ρης της, στην κα­λυμ­μέ­νη ο­μορ­φιά των μαλ­λι­ών της. Η α­δελ­φή της ό­μως δεν υ­πάρ­χει πια, υ­πάρ­χει η Άν­να. Η Άν­να κι ε­κεί­νη μό­νη, χω­ρίς τον μι­κρό γιο της, το α­δι­κο­χα­μέ­νο α­γο­ρά­κι της.



Η ι­στο­ρί­α ξε­τυ­λί­γε­ται στα μά­τια τους με ρε­α­λι­στι­κή σκλη­ρό­τη­τα. Ο ε­κτα­φή στο δά­σος, η θλι­βε­ρή φι­γού­ρα του δο­λο­φό­νου, η με­τα­φο­ρά των ο­στών, η το­πο­θέ­τη­ση τους στον πα­λιό οι­κο­γε­νεια­κό τά­φο, ό­λα γκρί­ζα, α­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­να στον χρό­νο και συγ­χρό­νως α­με­τά­κλη­τα οι­κεί­α…



Ψύ­χραι­μες και οι δύ­ο, ε­λεγ­χό­με­νες στη φουρ­τού­να της καρ­διάς τους ό­σο μπο­ρούν, αν­τι­λαμ­βά­νον­ται πό­σο δε­μέ­νες εί­ναι στην α­πο­κά­λυ­ψη της α­λή­θειας για την τύ­χη της οι­κο­γέ­νειας τους, αλ­λά και πό­σο ταυ­τό­χρο­να, αν­τί­θε­τες στις ζω­ές τους…

  

Η α­νει­λημ­μέ­νη α­πό­φα­ση της Άν­νας να γί­νει μο­να­χή, στη­ρί­ζε­ται στην α­γά­πη της στον Ι­η­σού. Η προ­ο­πτι­κή αυ­τή, εί­ναι και το ι­σχυ­ρό στή­ριγ­μα της μέ­σα στη λαί­λα­πα των γε­γο­νό­των που α­φά­νι­σαν τους δι­κούς της. Ό­ταν αυ­τές ο­λο­κλη­ρώ­νον­ται, δεν έ­χει πα­ρά να ε­πι­στρέ­ψει στο μο­να­στή­ρι, να προ­ε­τοι­μα­στεί για τους όρ­κους της.



Για την Wanta, δεν υ­πάρ­χει στή­ριγ­μα. Εί­χε ορ­γα­νώ­σει την α­μυν­τι­κή α­πώ­θη­ση των α­να­μνή­σε­ων της, δι­α­χέ­ον­τας τις στις α­να­θυ­μιά­σεις του αλ­κο­όλ, στα πυ­κνά σύν­νε­φα κα­πνού της ε­ξάρ­τη­σης της α­πό τη νι­κο­τί­νη και στη ρη­χή, ε­πι­πό­λαι­η ψευ­δαί­σθη­ση συν­τρο­φι­κό­τη­τας των ε­φή­με­ρων σχέ­σε­ων.



Μοι­ραί­α, η δί­νη της ε­πώ­δυ­νης α­να­μό­χλευ­σης του πα­ρελ­θόν­τος, θα την πα­ρα­σύ­ρει στην ο­ρι­στι­κή φυ­γή – στο ο­νει­ρι­κό τέ­λος της.






Η Άν­να ε­πέ­στρε­ψε στη νο­μι­μό­τη­τα. Η Ida ό­μως εί­ναι έ­να μέ­ρος πια του ε­αυ­τού της και δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τις εν­στά­σεις της. Πό­σο βέ­βαι­η μπο­ρεί εί­ναι για την α­πό­φα­ση της; Πό­σο στα­θε­ρή θα α­πο­δει­χθεί στην τή­ρη­ση των όρ­κων της, α­φού δεν γνω­ρί­ζει τι θα α­παρ­νη­θεί α­κρι­βώς, για ό­λη την υ­πό­λοι­πη ζω­ή της;



Ο τρό­πος ζω­ής στον κό­σμο που α­κο­λού­θη­σε η θεί­α της, εί­ναι μια πρό­τα­ση που δεν μπο­ρεί να την α­γνο­ή­σει. Νοι­ώ­θει πως το ο­φεί­λει στη μη­τέ­ρα της, στη θεί­α της, στη μνή­μη τους… Δεν αι­σθά­νε­ται έ­τοι­μη για τον μο­να­χι­σμό.

Το ο­φεί­λει ε­πί­σης και στον Ι­η­σού, η α­πό­φα­ση της να Του α­φο­σι­ω­θεί, να εί­ναι τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νη και συ­νει­δη­τή.



Με συγ­κε­χυ­μέ­νο ψυ­χρό ορ­θο­λο­γι­σμό, να την ω­θεί πα­ράλ­λη­λα με τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή της φόρ­τι­ση, πα­ρα­κο­λου­θεί την κη­δεί­α της θεί­ας της και μι­μεί­ται στη συ­νέ­χεια, σε ό­λα τα ση­μεί­α τους, τις πι­κρές της συ­νή­θει­ες. 



Ό­μως τί­πο­τα στην ου­σί­α δεν εί­ναι ί­διο. Ο ε­θι­σμός στο οι­νό­πνευ­μα, στον κα­πνό και στην αν­δρι­κή συ­να­να­στρο­φή, ε­ξυ­πη­ρε­τού­σαν στη Wanta την άμ­βλυν­ση των ο­δυ­νη­ρών εμ­μο­νών της μνή­μης της, της έ­δι­ναν τη δυ­να­τό­τη­τα της δι­α­φυ­γής α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.



Για την Άν­να, μια βρα­διά «δο­κι­μής», της α­φή­νει μό­νο την αί­σθη­ση του κε­νού.



Ό­χι, η ζω­ή αυ­τή δεν της ται­ριά­ζει. Εί­δε, γνώ­ρι­σε και α­πορ­ρί­πτει.

Δι­α­γρά­φει το πα­ρελ­θόν της. Η ζω­ή της εί­ναι ο Χρι­στός. Με α­να­νε­ω­μέ­νο τον ζή­λο της, με ε­πι­βε­βαι­ω­μέ­νη την ορ­θό­τη­τα της α­πό­φα­σης της, ε­πι­στρέ­φει ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νη στο μο­να­στή­ρι της…





Ε­δώ τε­λει­ώ­νει το έρ­γο, με σα­φές το η­θι­κό του δί­δαγ­μα, να το ε­πε­ξερ­γα­στεί ο θε­α­τής – ό­χι οι θε­α­τές, αλ­λά ο κά­θε θε­α­τής - μό­νος του.



Το ε­πί­μα­χο ση­μεί­ο φυ­σι­κά εί­ναι η βρα­διά «γνω­ρι­μί­ας» του κό­σμου, η δο­κι­μή, η γεύ­ση α­πό τις «χα­ρές» του κό­σμου ή τις προ­τά­σεις πα­ρη­γο­ριάς του. Η σύγ­κρι­ση τους, με την α­σφά­λεια και την χα­ρά της ζω­ής κον­τά στον Χρι­στό.   



Βέ­βαι­α, πέ­ρα α­πό τις κα­κές ε­πι­λο­γές άρ­νη­σης της ζω­ής, ο κό­σμος μας εί­ναι γε­μά­τος ο­μορ­φι­ές, εί­ναι πλή­ρης α­πό τα δώ­ρα και την πα­ρου­σί­α του Θε­ού. Και η σχέ­ση μας με τον Θε­ό α­να­νε­ώ­νε­ται την κά­θε στιγ­μή, με την κοι­νω­νί­α μας με τους αν­θρώ­πους. Ποι­α ό­μως μί­μη­ση ζω­ής, θα μπο­ρού­σε να α­να­δεί­ξει τις α­λή­θει­ες αυ­τές;



Ποι­α ε­κτί­μη­ση μπο­ρεί να γί­νει, της προ­σω­πι­κής σχέ­σης που δέ­νει τους αν­θρώ­πους με­τα­ξύ τους, με μια δο­κι­μα­στι­κή ε­πι­δερ­μι­κή συ­νάν­τη­ση;

Η α­γνή α­πει­ρί­α της Άν­νας, δί­νει έ­να μέ­τρο της αν­θρώ­πι­νης α­δυ­να­μί­ας για στάθ­μι­ση της Α­λή­θειας, μέ­σα α­πό την κο­σμι­κή υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τα.



Για κά­ποι­ους, η αυ­το­δι­καί­ω­ση της ε­πι­στρο­φής στο μο­να­στή­ρι, ί­σως θε­ω­ρη­θεί νί­κη και ε­πι­βρά­βευ­ση της πί­στης της δό­κι­μης μο­να­χής.

Αλ­λά οι λά­θος ε­νέρ­γει­ες δεν δι­και­ώ­νον­ται α­πό το πι­θα­νό ή α­να­με­νό­με­νο α­πο­τέ­λε­σμα. Χθες το βρά­δυ, η Α­γά­πη του Χρι­στού, ή­ταν δι­ά­χυ­τα α­πού­σα.



Το τι κά­νει κα­νείς (ε­πι­στρέ­φει) δεν α­πο­δει­κνύ­ει –ού­τε εγ­γυά­ται - τί­πο­τα.

Το τι εί­ναι (πώς ε­πι­στρέ­φει), έ­τσι ώ­στε να α­να­παύ­ε­ται ο θε­α­τής με μια ορ­θό­δο­ξη κά­θαρ­ση συ­ναί­σθη­σης του λά­θους, θα προ­ϋ­πέ­θε­τε ί­σως μια τα­πει­νό­τε­ρη και πιο εκ­φρα­στι­κή ει­κό­να με­τα­με­λη­μέ­νης ε­πι­στρο­φής.



Ε­κεί, τό­τε, θα υ­πήρ­χε και α­γά­πη Χρι­στού… 






Ε­πί­λο­γος ω­στό­σο, δεν υ­πάρ­χει στα προ­σω­πι­κά βι­ώ­μα­τα. 


Το «πα­ρελ­θόν» δεν εί­ναι μια ι­στο­ρί­α που κά­πο­τε τε­λει­ώ­νει, εί­ναι η εμ­μέ­νου­σα συ­ναι­σθη­μα­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση της στιγ­μής που μας στιγ­μα­τί­ζει και μας συ­νο­δεύ­ει, η συμ­με­το­χή μας στα γε­γο­νό­τα ζυ­μω­μέ­νη στον ψυ­χι­σμό μας, με­τα­φρα­σμέ­νη σε βι­ο­λο­γι­κές α­νάγ­κες, σε σω­μα­τι­κές εκ­φρά­σεις, σε γο­νι­δια­κές α­κό­μα κα­τα­βο­λές για τους με­τέ­πει­τα.



Εί­ναι οι ε­νο­χές της «κόκ­κι­νης Wanda», για τον τρό­πο δι­α­χεί­ρι­σης της ε­ξου­σί­ας της που α­παι­τούν συ­νει­δη­σια­κή α­μνη­στί­α, η α­πο­μυ­θο­ποί­η­ση και ε­σω­τε­ρι­κή κα­τάρ­ρευ­ση του κομ­μου­νι­στι­κού της ο­ρά­μα­τος, που α­να­ζη­τά τη λή­θη της α­πο­γο­ή­τευ­σης, οι α­πώ­λει­ες μιας ζω­ής μά­ται­ης που την ο­δη­γούν στη φυ­γή και τον θά­να­το.



«Πα­ρελ­θόν» εί­ναι α­κό­μα η ταύ­τι­ση με α­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα, η «κοι­νω­νί­α» μας με τις δι­κές τους –και δι­κές μας τώ­ρα- ι­στο­ρί­ες. Εί­ναι η Ida, των ε­ξο­λο­θρευ­μέ­νων Ε­βραί­ων α­πό τους πο­λω­νούς συ­νερ­γά­τες των Να­ζί, για να πά­ρουν τα κτή­μα­τα τους, η ορ­φα­νή και στε­ρη­μέ­νη α­πό ρί­ζες Ida, που σπαρ­τα­ρά στην καρ­διά μιας δό­κι­μης μο­να­χής.



Εί­ναι τε­λι­κά, ο συγ­κε­ρα­σμός έ­ξω α­πό χρό­νο και κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες, της Wanda και της Ida με τον Pawel Pawlikowski, που α­ξι­ο­ποι­ών­τας και τις προ­σω­πι­κές του κα­τα­γρα­φές, πα­ρου­σιά­ζει με την εκ­πλη­κτι­κή του σκη­νο­θε­σί­α, την ο­πτι­κή α­με­σό­τη­τα των πλά­νων και την ελ­λει­πτι­κή πε­ρι­γρα­φή (α­να­φέ­ρον­τας μό­νο κά­ποι­ες α­πό τα α­ρε­τές της ται­νί­ας), μια ση­μαν­τι­κή δη­μι­ουρ­γί­α.



Μια δη­μι­ουρ­γί­α, που μας με­τα­βι­βά­ζει δυ­να­μι­κά τις ε­πιρ­ρο­ές της, ό­σο και την ευ­θύ­νη της α­λή­θειας της. -

 


Μ. Ψ.


Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

" Τhe Dabba" - The Lunchbox



 

 Σκηνοθεσία, Σενάριο: Ritesh Batra

Μια υπέροχη ταινία από την Ινδία (2013),
με 22 βραβεύσεις σε διάφορα φεστιβάλ.

Στην πο­λύ­βου­η Βομ­βά­η των 20.000.000 κα­τοί­κων, οι ερ­γα­ζό­με­νοι έ­χουν μί­α πα­ρα­δο­σια­κή συ­νή­θεια σχε­τι­κά με το με­ση­με­ρια­νό φα­γη­τό τους. Δεν τρώ­νε έ­ξω, ού­τε παίρ­νουν από το πρωί φα­γη­τό μαζί τους, αλ­λά προ­τι­μούν να το τρώ­νε φρε­σκο­μα­γει­ρε­μέ­νο, σταλ­μέ­νο κα­τευ­θεί­αν α­πό το σπί­τι τους ό­πως συ­νήθ­ι­ζαν και οι πρό­γο­νοί τους. Το "dabbawallas" ό­πως ο­νο­μά­ζε­ται, εί­ναι έ­να σύ­στη­μα ό­που μέ­σω χι­λιά­δων κού­ρι­ερς το φα­γη­τό φτά­νει ζε­στό α­πό τα σπί­τια των ερ­γα­ζο­μέ­νων στις δου­λει­ές τους και στην συ­νέ­χεια ε­πι­στρέ­φουν τα ά­δεια "τά­περ" στα σπί­τια τους. 



Μια λαν­θα­σμέ­νη δι­εύ­θυν­ση για πα­ρά­δο­ση φα­γη­τού θα φέ­ρει σε ε­πα­φή μια νε­α­ρή νοι­κο­κυ­ρά (Νιμ­ράτ Κόρ) που εί­ναι πα­ρα­με­λη­μέ­νη α­πό τον άν­τρα της κι έ­να με­σή­λι­κα λο­γι­στή (Ιρ­φάν Καν), που ζει κα­τα­θλι­πτι­κά με­τά τον θά­να­το της γυ­ναί­κας του. Εν­τυ­πω­σι­α­σμέ­νος α­πό το νό­στι­μο σπι­τι­κό φα­γη­τό, ο μο­να­χι­κός λο­γι­στής θα αρ­χί­σει μια αλ­λη­λο­γρα­φί­α με την νέ­α γυ­ναί­κα, σταλ­μέ­νη μέ­σα στα κου­τιά του φα­γη­τού, που θα ε­ξα­κο­λου­θή­σουν να πη­γαί­νουν στην λά­θος δι­εύ­θυν­ση.



Σκέ­ψεις γύ­ρω α­πό την ζω­ή στην με­γα­λού­πο­λη, τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων που αλ­λά­ζουν, την μο­να­ξιά και τή νο­στι­μιά του φα­γη­τού, θα πη­γαι­νο­έρ­χον­ται α­πό το σπί­τι στο λά­θος γρα­φεί­ο, α­να­στα­τώ­νον­τας την μί­ζε­ρη ζω­ή των πρω­τα­γω­νι­στών και θα ο­δη­γή­σουν σε συ­ναι­σθή­μα­τα και α­πο­φά­σεις, κα­θώς ό­λο προ­σμο­νή θα πε­ρι­μέ­νουν ο έ­νας το με­ση­μέ­ρι και η άλ­λη το α­πό­γευ­μα να δι­α­βά­σουν με λα­χτά­ρα τα γράμ­ματα.



Πα­ρά την στα­τι­κό­τη­τα τις δρά­σης, η ται­νί­α μό­νο αρ­γή δεν εί­ναι, τό­σο που τα 104 λε­πτά μοιά­ζουν λί­γα για τον θε­α­τή που θα ή­θε­λε να συ­νε­χι­στεί και άλ­λο η ται­νί­α!



Ρε­α­λι­σμός, χα­μη­λοί τό­νοι, λι­τή σκη­νο­θε­σί­α, ε­ξαι­ρε­τι­κές ερ­μη­νεί­ες α­πό τους δύ­ο πρω­τα­γω­νι­στές, πολ­λές σκη­νές και πλά­να, ευ­αι­σθη­σί­α, συ­ναί­σθη­μα, κα­μιά προ­σπά­θεια εν­τυ­πω­σια­σμού συν­θέ­τουν αυ­τή την πα­νέ­μορ­φη ται­νί­α που δί­καια έ­γι­νε πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νη σε μι­κρό χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Tusen ganger god natt



A Thousand Times Good Night (2013)

 

Ο Νορ­βη­γός σκη­νο­θέ­της, σε­να­ρι­ο­γρά­φος και δι­ευ­θυν­τής φω­το­γρα­φί­ας Erik Poppe {για την υπέροχη ταινία του Troubled Water (2008), παρουσίασή μας εδώ}, ε­πι­στρέ­φει στις ο­θό­νες μας με μια συγ­κι­νη­τι­κή και α­τμο­σφαι­ρι­κή ται­νί­α που έ­χει βρα­βευ­τεί 7 φο­ρές σε δι­ά­φο­ρα φε­στι­βάλ.

Η ε­παγ­γελ­μα­τί­ας φω­το­γρά­φος Rebecca (Juliette Binoche) εί­ναι μί­α α­πό τις κα­λύ­τε­ρες πο­λε­μι­κές αν­τα­πο­κρί­τρι­ες του κό­σμου. Σε μια α­πο­στο­λή στο Αφ­γα­νι­στάν κα­θώς φω­το­γρα­φί­ζει μια γυ­ναί­κα που πη­γαί­νει σε βομ­βι­στι­κή α­πο­στο­λή αυ­το­κτο­νί­ας, θα τραυ­μα­τι­στεί σο­βα­ρά. Ε­πι­στρέ­φον­τας στην Ιρ­λαν­δί­α ό­που κα­τοι­κεί, θα α­ναγ­κα­στεί να αν­τι­με­τω­πί­σει τα προ­σω­πι­κά της προ­βλή­μα­τα.  Με τρό­πο ευ­αί­σθη­το και συ­νά­μα ρε­α­λι­στι­κό η ται­νί­α θέ­τει πολ­λά ε­ρω­τή­μα­τα:

 Πό­σο μπο­ρεί να λεί­πει μια σύ­ζυ­γος και μη­τέ­ρα δύ­ο παι­δι­ών α­πό το σπί­τι, ό­ταν μά­λι­στα οι δι­κοί της ζουν δια­ρκώς με τον φό­βο ε­νός τη­λε­φω­νή­μα­τος που θα α­ναγ­γέλ­λει τον θά­να­το του α­γα­πη­μέ­νου προ­σώ­που; Ποι­ά εί­ναι η ψυ­χι­κή σύγ­κρου­ση ε­νός ι­δε­ο­λό­γου φω­το­ρε­πόρ­τερ α­νά­με­σα στην οι­κο­γε­νεια­κή αρ­μο­νί­α και την α­νάγ­κη να κα­ταγ­γεί­λει την βαρ­βα­ρό­τη­τα του πο­λέ­μου; Πό­σο α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή μπο­ρεί να εί­ναι μια φω­το­γρα­φί­α που πα­ρου­σιά­ζει την φρί­κη και τον πα­ρα­λο­γι­σμό του πο­λέ­μου, ώ­στε να ευ­αι­σθη­το­ποι­ή­σει τον βυ­θι­σμέ­νο στην ε­πο­χή της ει­κό­νας και της ευ­μά­ρειας δυ­τι­κό πο­λί­τη; Πό­σο εύ­κο­λο εί­ναι για κά­ποι­ον που εί­ναι ε­πι­τυ­χη­μέ­νος και πα­θι­α­σμέ­νος με την δου­λειά του να τα πα­ρα­τή­σει ό­λα και να ε­πι­στρέ­ψει σε μια ζω­ή ρου­τί­νας; Πό­σο ι­σχυ­ρό εί­ναι το "ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κό" πνεύ­μα ε­νός ει­ρη­νι­στή δη­μο­σι­ο­γρά­φου και πό­σο πει­ρα­σμι­κά λει­τουρ­γεί το γε­γο­νός ό­τι εί­ναι ε­πι­τυ­χη­μέ­νος; 

 



 Η έμ­πνευ­ση του σκη­νο­θέ­τη για την ται­νί­α εί­ναι εν μέ­ρει αυ­το­βι­ο­γρα­φι­κή, α­φού ο ί­διος έ­χει ερ­γα­στεί ως κι­νη­μα­το­γρα­φι­στής σε πο­λε­μι­κά μέ­τω­πα: "Εμ­πνεύ­στη­κα α­πό την δι­κή μου ι­στο­ρί­α και την έ­κα­να ται­νί­α. Εί­ναι σα να έ­χει βγει α­πό το η­με­ρο­λό­γιό μου. Για αυ­τό τον λό­γο έ­δει­ξα την ται­νί­α στην κό­ρη μου και την γυ­ναί­κα μου, για να μου πουν τι έ­πρε­πε να α­φή­σω και τι να κό­ψω. Η κό­ρη μου εί­πε πως έ­νοι­ω­σε πε­ρή­φα­νη που η ι­στο­ρί­α της έ­γι­νε γνω­στή", λέ­ει ο Poppe, και συμ­πλη­ρώ­νει: " Θα ή­θε­λα ό­λοι οι πο­λε­μι­κοί φω­το­ρε­πόρ­τερς να νοι­ώ­σουν πως έ­γι­νε μί­α ται­νί­α για την ζω­ή τους και τα προ­βλή­μα­τά του­ς. Θα ή­θε­λα να γυ­ρί­σουν σπί­τι και να πουν στις οι­κο­γέ­νει­ες τους, " δεί­τε την ται­νί­α να δεί­τε τα δι­λήμ­μα­τά μου".

Μια ται­νί­α που α­ξί­ζει να δεί­τε...