Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Miele








Σκη­νο­θε­σί­α και συμ­με­το­χή στο σε­νά­ριο: Valeria Golino
Παί­ζουν: Jasmine Trinca, Carlo Cecchi

 2013, 96', 20 βραβεύσεις

Πριν α­πό με­ρι­κά χρό­νια το δύ­σκο­λο θέ­μα της ευ­θα­να­σί­ας εἰ­χαν θί­ξει οι βρα­βευ­μέ­νες ται­νί­ες "Million Dollar Baby" (2004) του Clint Eastwood, το "Mar adentro" - Η Θά­λασ­σα Μέ­σα Μου (2004) του Α. Amenabar, κα­θώς και το "Amour" (2012) του M. Hanneke.

 

Και στις τρεις αυ­τές κα­λές ται­νί­ες μπαί­νει δρα­μα­τι­κά το θέ­μα: τι γί­νε­ται ό­ταν βλέ­που­με τον άν­θρω­πο που α­γα­πά­με να υ­πο­φέ­ρει α­πό α­νί­α­τη α­σθέ­νεια ή να έ­χει χά­σει το νου του; Στην εκ­κλη­σί­α θε­ω­ρού­με την αυ­το­κτο­νί­α α­μαρ­τί­α, αλ­λά τι γί­νε­ται με κά­ποι­ον που δεν πι­στεύ­ει; Πό­σο έ­χου­με δι­καί­ω­μα να του αρ­νη­θού­με την ε­πι­λο­γή να α­πο­φύ­γει τον Γολ­γο­θά του; Αν ε­μείς πού­με ό­τι πρέ­πει να υ­πο­φέ­ρει κά­ποι­ος για να σω­θεί αλ­λά πε­θά­νει α­με­τα­νό­η­τος και βα­σα­νι­σμέ­νος έ­χου­με ευ­θύ­νη; Εί­μα­στε συ­νυ­πεύ­θυ­νοι σε έγ­κλη­μα αν δε­χτού­με να τον βο­η­θή­σου­με στην πα­ρο­χή κά­ποι­ου φαρ­μά­κου;

 

Τα ε­ρω­τή­μα­τα αυ­τά ί­σως εί­ναι εύ­κο­λο να α­παν­τη­θουν θε­τι­κά ή αρ­νη­τι­κά αν εί­μα­στε α­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νοι, αλ­λά έ­χου­με α­να­ρω­τη­θεί ποτέ τι αι­σθά­νον­ται οι α­σθε­νείς και οι κον­τι­νοί τους;

 

Στην ται­νί­α "Miele", η πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νη (52 βρα­βεύ­σεις) ελ­λη­νο­ϊ­τα­λί­δα η­θο­ποι­ός Valeria Golino στην πρώ­τη της σκη­νο­θε­τι­κή α­πό­πει­ρα, δι­α­σκευά­ζει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα του Mauro Covacich που έ­χει ως κύ­ριο θέ­μα την ευ­θα­να­σί­α και κα­τα­φέρ­νει να κερ­δί­σει 20 βρα­βεί­α!

 

Στο "Miele" πα­ρα­κο­λου­θού­με την ζω­ή της Ι­ρέν,  που με το ψευ­δώ­νυ­μο «Μέ­λι» έ­ναν­τι α­μοι­βής α­να­λαμ­βά­νει να βο­η­θή­σει πά­σχον­τες α­πό α­νί­α­τες α­σθέ­νει­ες να φύ­γουν α­πό την ζω­ή με α­νώ­δυ­νο και α­ξι­ο­πρε­πή τρό­πο. Μα­ζί με τον για­τρό πρώ­ην φί­λο της που βρί­σκει τους "πε­λά­τες" έ­χουν στή­σει μια ε­πι­χεί­ρη­ση θα­νά­του, ό­μως η ί­δια έ­χον­τας ζή­σει τραυ­μα­τι­κά τον αρ­γό και ε­πώ­δυ­νο θά­να­το της μη­τέ­ρας της, αι­σθά­νε­ται ό­τι ε­πι­τε­λεί λει­τούρ­γη­μα. Η ζω­ή της εί­ναι κα­θη­λω­μέ­νη σε μια ρου­τί­να χω­ρίς συ­ναι­σθή­μα­τα. Μέ­νει μα­κριά α­πό τον πα­τέ­ρα της, έ­χει πα­ρα­τή­σει τις σπου­δές της και δι­α­τη­ρεί ε­πι­πό­λαι­ες σχέ­σεις που δεν την α­πει­λούν με δέ­σμευ­ση.

Την πα­ρα­κο­λου­θού­με να φρον­τί­ζει την "έ­ξο­δο" των πε­λα­τών της με με­γά­λη σο­βα­ρό­τη­τα και ευ­θύ­νη, έ­χον­τας κά­νει την "δου­λειά" της νό­η­μα ζω­ής. Οι σο­κα­ρι­στι­κές σκη­νές με τις δι­ά­φο­ρες πε­ρι­πτώ­σεις α­σθε­νών σε κα­τα­λη­κτι­κό στά­διο μας α­ναγ­κά­ζουν να στο­χα­στού­με σχε­τι­κά με το αί­τη­μα της ευ­θα­να­σί­ας, αλ­λά και των πα­ρά­νο­μων «λύ­σε­ων» που γνω­ρί­ζου­με ό­τι υ­πάρ­χουν και ε­δώ στην χώ­ρα μας. Τι θα κά­να­με ε­μείς στην θέ­ση αυ­τών των αν­θρώ­πων που λι­ώ­νουν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά α­πό τον πό­νο;

Η α­νού­σια ρου­τί­να στην ζω­ή της Ι­ρέν θα α­να­τρα­πεί, ό­ταν θα πα­ρα­δώ­σει το θα­να­τη­φό­ρο μη α­νι­χνεύ­σι­μο φάρ­μα­κο σε έ­ναν πλού­σιο πε­λά­τη, ο ο­ποί­ος θα α­πο­δει­χτεί στην συ­νέ­χεια ό­τι εί­ναι υ­γι­ής αλ­λά φο­βά­ται τα γη­ρα­τειά και θέ­λει να πε­θά­νει πριν αρ­χί­σει η φθο­ρά. Η πρω­τα­γω­νί­στρια θα σο­κα­ρι­στεί βλέ­πον­τας έ­ναν άν­θρω­πο να θέ­λει στην ου­σί­α να αυ­το­κτο­νή­σει, χω­ρίς κα­νέ­να σο­βα­ρό λό­γο και θα προ­σπα­θή­σει να τον με­τα­πεί­σει. Μέ­σα α­πό τις συ­ναν­τή­σεις μα­ζί του, η ί­δια θα κα­τα­νο­ή­σει ό­τι και η ί­δια στην ου­σί­α εί­ναι πε­θα­μέ­νη και πως πρέ­πει να αλ­λά­ξει ζω­ή.

Στό­χος της Γκο­λί­νο εί­ναι να κά­νει τον θε­α­τή να στο­χα­στεί γύ­ρω α­πό το δι­καί­ω­μα στην ευ­θα­να­σί­α, την αυ­το­κτο­νί­α, την πνευ­μα­τι­κή νέ­κρω­ση και την χα­ρά της ζω­ής. Η ται­νί­α δεν παίρ­νει θέ­ση, αλ­λά μας κα­λεί να συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά και να πού­με ε­μείς τι πι­στεύ­ου­με και να μπού­με στην θέ­ση των πρω­τα­γω­νι­στών. 


Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Ida


Πο­λω­νί­α, 2013 – 80΄
31 Βραβεύσεις!


Μια ι­δι­αί­τε­ρη ται­νί­α η­θι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού, με πλη­θώ­ρα δι­α­κρί­σε­ων σε Ευ­ρώ­πη και Α­με­ρι­κή, α­πό τον σκη­νο­θέ­τη Paweł Pawlikowski, σε σε­νά­ριο του ι­δί­ου και της Rebecca Lenkiewicz.



Οι η­θο­ποι­οί Agata Trzebuchowska σαν Ida Lebenstein - α­δελ­φή Άν­να και Agata Kulesza σαν Wanda Gruz, θεί­α της Άν­νας, α­πο­τε­λούν έ­να πρω­τα­γω­νι­στι­κό δί­δυ­μο, που σί­γου­ρα δεν θα ξε­χα­στεί σύν­το­μα, ό­πως άλ­λω­στε και η ε­ξαι­ρε­τι­κή α­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α της ται­νί­ας.



 Η Άν­να εί­ναι μια δό­κι­μη μο­να­χή, που ορ­φα­νή α­πό μι­κρή με­γά­λω­σε στον χώ­ρο του  Μο­να­στη­ριού. Αυ­τό ή­ταν το σπί­τι της και οι μο­να­χές η οι­κο­γέ­νεια της. Α­κο­λου­θεί τον δρό­μο της με α­φο­σί­ω­ση στον Χρι­στό και θε­ω­ρεί δε­δο­μέ­νο το να α­φι­ε­ρώ­σει τη ζω­ή της στην Υ­πη­ρε­σί­α Του.



Ο καλ­λω­πι­σμός, η με­τα­φο­ρά και η το­πο­θέ­τη­ση του ο­μοι­ώ­μα­τος Του στο προ­αύ­λιο, μαρ­τυ­ρούν με τον συμ­βο­λι­σμό τους τον ζή­λο και τον προ­σα­να­το­λι­σμό των κο­ρι­τσι­ών που θα γί­νουν μο­να­χές.



Οι προ­βλη­μα­τι­σμοί ό­μως που α­πο­σκο­πούν στη στή­ρι­ξη της βού­λη­σης μας, στην ε­δραί­ω­ση α­πο­φά­σε­ων για έ­ναν συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο ζω­ής, εί­τε προ­έρ­χον­ται α­πό ε­σω­τε­ρι­κή α­να­ζή­τη­ση, εί­τε προ­κύ­πτουν α­πό ε­ξω­τε­ρι­κούς πα­ρά­γον­τες, α­πο­τε­λούν πάν­το­τε δι­ερ­γα­σί­ες α­πα­ραί­τη­τες και αυ­στη­ρά προ­σω­πι­κές.
 
 



Η Άν­να δεν έ­χει ρί­ζες, δεν έ­χει πα­ρελ­θόν. Μό­νο μια θεί­α, που δεν την ε­πι­σκέ­φθη­κε πο­τέ στο Μο­να­στή­ρι. Η η­γου­μέ­νη θε­ω­ρεί ε­πι­βε­βλη­μέ­νη μια συ­νάν­τη­ση γνω­ρι­μί­ας της Άν­νας με τη θεί­α της, προ­τού δώ­σει τους όρ­κους της σαν μο­να­χή.



 Η συ­νάν­τη­ση τους, θα ε­πα­να­φέ­ρει στο προ­σκή­νιο το πα­ρελ­θόν, που ε­πί τό­σα χρό­νια προ­σπα­θεί να δι­α­γρά­ψει η θεί­α Wanda α­πό τη μνή­μη της. Πα­ράλ­λη­λα θα αρ­χί­σει να παίρ­νει μορ­φή, να α­να­πτύσ­σε­ται και να δι­εκ­δι­κεί την πα­ρου­σί­α της στον κό­σμο, με το ά­γνω­στο πα­ρελ­θόν της, η Ida, ό­πως ή­ταν το πραγ­μα­τι­κό ό­νο­μα της Άν­νας.



Η Ida, που δι­και­ω­μα­τι­κά ψη­λα­φά στη συγ­κρα­τη­μέ­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά της Άν­νας, την α­να­λο­γί­α των δι­κών της συ­ναι­σθη­μά­των, των δι­κών της ε­πι­θυ­μι­ών και τη δι­κή της ε­λευ­θε­ρί­α ε­πι­λο­γών.



Εί­ναι συ­χνά α­ναγ­καί­ο, αλ­λά ε­ξί­σου δύ­σκο­λο, να ε­ξι­σορ­ρο­πη­θούν τα δυ­να­μι­κά δύ­ο κό­σμων. Ό­μως ό­ταν πρό­κει­ται για το πα­ρελ­θόν και το πα­ρόν του ι­δί­ου προ­σώ­που, που στον συγ­κε­ρα­σμό τους θα οι­κο­δο­μη­θεί το μέλ­λον, οι ε­σω­τε­ρι­κές συγ­κρού­σεις εί­ναι α­να­πό­φευ­κτες κι ε­κρη­κτι­κές.



Η προ­σω­πι­κή μας ι­στο­ρί­α, ζει στα τω­ρι­νά μας συ­ναι­σθή­μα­τα. Οι ε­πιρ­ρο­ές της στο σή­με­ρα, ζων­τα­νεύ­ου­νε τις σκι­ές του τό­τε. Οι ά­γνω­στες α­λή­θει­ες της Άν­νας και οι α­πω­θη­μέ­νες της Wanta, δι­α­μορ­φώ­νουν την τρα­γι­κό­τη­τα της συ­νάν­τη­σης τους.



Πό­σο τρυ­φε­ρές ω­στό­σο μπο­ρούν να γί­νουν οι στιγ­μές δι­η­γή­σε­ων, με­τα­ξύ θεί­ας και α­νε­ψιάς, ξε­φυλ­λί­ζον­τας έ­να άλ­μπουμ με φω­το­γρα­φί­ες, αλ­λά και πό­σο εύ­θραυ­στες…



Η Άν­να προ­σπα­θεί να δι­α­κρί­νει στα μά­τια της θεί­ας της, το πρό­σω­πο της μη­τέ­ρας της, να μυ­η­θεί μέ­σα α­πό το δι­κό της πλη­σί­α­σμα, στις ε­πιρ­ρο­ές που στε­ρή­θη­κε α­πό τη μη­τρι­κή πα­ρου­σί­α.

 

Η Wanta έ­χον­τας κον­τά της την Άν­να, υ­πο­τάσ­σε­ται στην ε­πι­στρο­φή του πα­ρελ­θόν­τος, α­να­βι­ώ­νει την ει­κό­να της α­δελ­φής της στη γλυ­κύ­τη­τα της κό­ρης της, στην κα­λυμ­μέ­νη ο­μορ­φιά των μαλ­λι­ών της. Η α­δελ­φή της ό­μως δεν υ­πάρ­χει πια, υ­πάρ­χει η Άν­να. Η Άν­να κι ε­κεί­νη μό­νη, χω­ρίς τον μι­κρό γιο της, το α­δι­κο­χα­μέ­νο α­γο­ρά­κι της.



Η ι­στο­ρί­α ξε­τυ­λί­γε­ται στα μά­τια τους με ρε­α­λι­στι­κή σκλη­ρό­τη­τα. Ο ε­κτα­φή στο δά­σος, η θλι­βε­ρή φι­γού­ρα του δο­λο­φό­νου, η με­τα­φο­ρά των ο­στών, η το­πο­θέ­τη­ση τους στον πα­λιό οι­κο­γε­νεια­κό τά­φο, ό­λα γκρί­ζα, α­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­να στον χρό­νο και συγ­χρό­νως α­με­τά­κλη­τα οι­κεί­α…



Ψύ­χραι­μες και οι δύ­ο, ε­λεγ­χό­με­νες στη φουρ­τού­να της καρ­διάς τους ό­σο μπο­ρούν, αν­τι­λαμ­βά­νον­ται πό­σο δε­μέ­νες εί­ναι στην α­πο­κά­λυ­ψη της α­λή­θειας για την τύ­χη της οι­κο­γέ­νειας τους, αλ­λά και πό­σο ταυ­τό­χρο­να, αν­τί­θε­τες στις ζω­ές τους…

  

Η α­νει­λημ­μέ­νη α­πό­φα­ση της Άν­νας να γί­νει μο­να­χή, στη­ρί­ζε­ται στην α­γά­πη της στον Ι­η­σού. Η προ­ο­πτι­κή αυ­τή, εί­ναι και το ι­σχυ­ρό στή­ριγ­μα της μέ­σα στη λαί­λα­πα των γε­γο­νό­των που α­φά­νι­σαν τους δι­κούς της. Ό­ταν αυ­τές ο­λο­κλη­ρώ­νον­ται, δεν έ­χει πα­ρά να ε­πι­στρέ­ψει στο μο­να­στή­ρι, να προ­ε­τοι­μα­στεί για τους όρ­κους της.



Για την Wanta, δεν υ­πάρ­χει στή­ριγ­μα. Εί­χε ορ­γα­νώ­σει την α­μυν­τι­κή α­πώ­θη­ση των α­να­μνή­σε­ων της, δι­α­χέ­ον­τας τις στις α­να­θυ­μιά­σεις του αλ­κο­όλ, στα πυ­κνά σύν­νε­φα κα­πνού της ε­ξάρ­τη­σης της α­πό τη νι­κο­τί­νη και στη ρη­χή, ε­πι­πό­λαι­η ψευ­δαί­σθη­ση συν­τρο­φι­κό­τη­τας των ε­φή­με­ρων σχέ­σε­ων.



Μοι­ραί­α, η δί­νη της ε­πώ­δυ­νης α­να­μό­χλευ­σης του πα­ρελ­θόν­τος, θα την πα­ρα­σύ­ρει στην ο­ρι­στι­κή φυ­γή – στο ο­νει­ρι­κό τέ­λος της.






Η Άν­να ε­πέ­στρε­ψε στη νο­μι­μό­τη­τα. Η Ida ό­μως εί­ναι έ­να μέ­ρος πια του ε­αυ­τού της και δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τις εν­στά­σεις της. Πό­σο βέ­βαι­η μπο­ρεί εί­ναι για την α­πό­φα­ση της; Πό­σο στα­θε­ρή θα α­πο­δει­χθεί στην τή­ρη­ση των όρ­κων της, α­φού δεν γνω­ρί­ζει τι θα α­παρ­νη­θεί α­κρι­βώς, για ό­λη την υ­πό­λοι­πη ζω­ή της;



Ο τρό­πος ζω­ής στον κό­σμο που α­κο­λού­θη­σε η θεί­α της, εί­ναι μια πρό­τα­ση που δεν μπο­ρεί να την α­γνο­ή­σει. Νοι­ώ­θει πως το ο­φεί­λει στη μη­τέ­ρα της, στη θεί­α της, στη μνή­μη τους… Δεν αι­σθά­νε­ται έ­τοι­μη για τον μο­να­χι­σμό.

Το ο­φεί­λει ε­πί­σης και στον Ι­η­σού, η α­πό­φα­ση της να Του α­φο­σι­ω­θεί, να εί­ναι τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νη και συ­νει­δη­τή.



Με συγ­κε­χυ­μέ­νο ψυ­χρό ορ­θο­λο­γι­σμό, να την ω­θεί πα­ράλ­λη­λα με τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή της φόρ­τι­ση, πα­ρα­κο­λου­θεί την κη­δεί­α της θεί­ας της και μι­μεί­ται στη συ­νέ­χεια, σε ό­λα τα ση­μεί­α τους, τις πι­κρές της συ­νή­θει­ες. 



Ό­μως τί­πο­τα στην ου­σί­α δεν εί­ναι ί­διο. Ο ε­θι­σμός στο οι­νό­πνευ­μα, στον κα­πνό και στην αν­δρι­κή συ­να­να­στρο­φή, ε­ξυ­πη­ρε­τού­σαν στη Wanta την άμ­βλυν­ση των ο­δυ­νη­ρών εμ­μο­νών της μνή­μης της, της έ­δι­ναν τη δυ­να­τό­τη­τα της δι­α­φυ­γής α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.



Για την Άν­να, μια βρα­διά «δο­κι­μής», της α­φή­νει μό­νο την αί­σθη­ση του κε­νού.



Ό­χι, η ζω­ή αυ­τή δεν της ται­ριά­ζει. Εί­δε, γνώ­ρι­σε και α­πορ­ρί­πτει.

Δι­α­γρά­φει το πα­ρελ­θόν της. Η ζω­ή της εί­ναι ο Χρι­στός. Με α­να­νε­ω­μέ­νο τον ζή­λο της, με ε­πι­βε­βαι­ω­μέ­νη την ορ­θό­τη­τα της α­πό­φα­σης της, ε­πι­στρέ­φει ι­κα­νο­ποι­η­μέ­νη στο μο­να­στή­ρι της…





Ε­δώ τε­λει­ώ­νει το έρ­γο, με σα­φές το η­θι­κό του δί­δαγ­μα, να το ε­πε­ξερ­γα­στεί ο θε­α­τής – ό­χι οι θε­α­τές, αλ­λά ο κά­θε θε­α­τής - μό­νος του.



Το ε­πί­μα­χο ση­μεί­ο φυ­σι­κά εί­ναι η βρα­διά «γνω­ρι­μί­ας» του κό­σμου, η δο­κι­μή, η γεύ­ση α­πό τις «χα­ρές» του κό­σμου ή τις προ­τά­σεις πα­ρη­γο­ριάς του. Η σύγ­κρι­ση τους, με την α­σφά­λεια και την χα­ρά της ζω­ής κον­τά στον Χρι­στό.   



Βέ­βαι­α, πέ­ρα α­πό τις κα­κές ε­πι­λο­γές άρ­νη­σης της ζω­ής, ο κό­σμος μας εί­ναι γε­μά­τος ο­μορ­φι­ές, εί­ναι πλή­ρης α­πό τα δώ­ρα και την πα­ρου­σί­α του Θε­ού. Και η σχέ­ση μας με τον Θε­ό α­να­νε­ώ­νε­ται την κά­θε στιγ­μή, με την κοι­νω­νί­α μας με τους αν­θρώ­πους. Ποι­α ό­μως μί­μη­ση ζω­ής, θα μπο­ρού­σε να α­να­δεί­ξει τις α­λή­θει­ες αυ­τές;



Ποι­α ε­κτί­μη­ση μπο­ρεί να γί­νει, της προ­σω­πι­κής σχέ­σης που δέ­νει τους αν­θρώ­πους με­τα­ξύ τους, με μια δο­κι­μα­στι­κή ε­πι­δερ­μι­κή συ­νάν­τη­ση;

Η α­γνή α­πει­ρί­α της Άν­νας, δί­νει έ­να μέ­τρο της αν­θρώ­πι­νης α­δυ­να­μί­ας για στάθ­μι­ση της Α­λή­θειας, μέ­σα α­πό την κο­σμι­κή υ­πο­κει­με­νι­κό­τη­τα.



Για κά­ποι­ους, η αυ­το­δι­καί­ω­ση της ε­πι­στρο­φής στο μο­να­στή­ρι, ί­σως θε­ω­ρη­θεί νί­κη και ε­πι­βρά­βευ­ση της πί­στης της δό­κι­μης μο­να­χής.

Αλ­λά οι λά­θος ε­νέρ­γει­ες δεν δι­και­ώ­νον­ται α­πό το πι­θα­νό ή α­να­με­νό­με­νο α­πο­τέ­λε­σμα. Χθες το βρά­δυ, η Α­γά­πη του Χρι­στού, ή­ταν δι­ά­χυ­τα α­πού­σα.



Το τι κά­νει κα­νείς (ε­πι­στρέ­φει) δεν α­πο­δει­κνύ­ει –ού­τε εγ­γυά­ται - τί­πο­τα.

Το τι εί­ναι (πώς ε­πι­στρέ­φει), έ­τσι ώ­στε να α­να­παύ­ε­ται ο θε­α­τής με μια ορ­θό­δο­ξη κά­θαρ­ση συ­ναί­σθη­σης του λά­θους, θα προ­ϋ­πέ­θε­τε ί­σως μια τα­πει­νό­τε­ρη και πιο εκ­φρα­στι­κή ει­κό­να με­τα­με­λη­μέ­νης ε­πι­στρο­φής.



Ε­κεί, τό­τε, θα υ­πήρ­χε και α­γά­πη Χρι­στού… 






Ε­πί­λο­γος ω­στό­σο, δεν υ­πάρ­χει στα προ­σω­πι­κά βι­ώ­μα­τα. 


Το «πα­ρελ­θόν» δεν εί­ναι μια ι­στο­ρί­α που κά­πο­τε τε­λει­ώ­νει, εί­ναι η εμ­μέ­νου­σα συ­ναι­σθη­μα­τι­κή αν­τα­πό­κρι­ση της στιγ­μής που μας στιγ­μα­τί­ζει και μας συ­νο­δεύ­ει, η συμ­με­το­χή μας στα γε­γο­νό­τα ζυ­μω­μέ­νη στον ψυ­χι­σμό μας, με­τα­φρα­σμέ­νη σε βι­ο­λο­γι­κές α­νάγ­κες, σε σω­μα­τι­κές εκ­φρά­σεις, σε γο­νι­δια­κές α­κό­μα κα­τα­βο­λές για τους με­τέ­πει­τα.



Εί­ναι οι ε­νο­χές της «κόκ­κι­νης Wanda», για τον τρό­πο δι­α­χεί­ρι­σης της ε­ξου­σί­ας της που α­παι­τούν συ­νει­δη­σια­κή α­μνη­στί­α, η α­πο­μυ­θο­ποί­η­ση και ε­σω­τε­ρι­κή κα­τάρ­ρευ­ση του κομ­μου­νι­στι­κού της ο­ρά­μα­τος, που α­να­ζη­τά τη λή­θη της α­πο­γο­ή­τευ­σης, οι α­πώ­λει­ες μιας ζω­ής μά­ται­ης που την ο­δη­γούν στη φυ­γή και τον θά­να­το.



«Πα­ρελ­θόν» εί­ναι α­κό­μα η ταύ­τι­ση με α­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα, η «κοι­νω­νί­α» μας με τις δι­κές τους –και δι­κές μας τώ­ρα- ι­στο­ρί­ες. Εί­ναι η Ida, των ε­ξο­λο­θρευ­μέ­νων Ε­βραί­ων α­πό τους πο­λω­νούς συ­νερ­γά­τες των Να­ζί, για να πά­ρουν τα κτή­μα­τα τους, η ορ­φα­νή και στε­ρη­μέ­νη α­πό ρί­ζες Ida, που σπαρ­τα­ρά στην καρ­διά μιας δό­κι­μης μο­να­χής.



Εί­ναι τε­λι­κά, ο συγ­κε­ρα­σμός έ­ξω α­πό χρό­νο και κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες, της Wanda και της Ida με τον Pawel Pawlikowski, που α­ξι­ο­ποι­ών­τας και τις προ­σω­πι­κές του κα­τα­γρα­φές, πα­ρου­σιά­ζει με την εκ­πλη­κτι­κή του σκη­νο­θε­σί­α, την ο­πτι­κή α­με­σό­τη­τα των πλά­νων και την ελ­λει­πτι­κή πε­ρι­γρα­φή (α­να­φέ­ρον­τας μό­νο κά­ποι­ες α­πό τα α­ρε­τές της ται­νί­ας), μια ση­μαν­τι­κή δη­μι­ουρ­γί­α.



Μια δη­μι­ουρ­γί­α, που μας με­τα­βι­βά­ζει δυ­να­μι­κά τις ε­πιρ­ρο­ές της, ό­σο και την ευ­θύ­νη της α­λή­θειας της. -

 


Μ. Ψ.