Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Ήταν όλοι τους καλά (Everybody's Fine, 2009)



 Πριν οκτώ μήνες πέθανε η γυναίκα του. Ο ίδιος έχει καλέσει τα παιδιά του για το Σαββατοκύριακο, μα την τελευταία στιγμή τού το ακυρώνουν, ένας-ένας, τηλεφωνικά. Ο Frank Goode (Robert  De Niro) αποφασίζει, να πάει να τους δει, αψηφώντας τις ρητές εντολές τού γιατρού του για το αντίθετο. Ο ίδιος, σε όλη του την ζωή έφτιαχνε επιστρώσεις σε τηλεφωνικά καλώδια και τώρα ταξιδεύει στις Πολιτείες που τα καλώδια διατρέχουν. Περήφανος για τον γιο του τον ζωγράφο, τον άλλο που είναι διευθυντής ορχήστρας, τις κόρες του, την χορεύτρια και την επιτυχημένη διαφημίστρια, βλέπει σταδιακά τον χάρτινο πύργο των ψευδαισθήσεων να γκρεμίζεται. Εικόνες και συζητήσεις με τα τέσσερα παιδιά του στην παιδική τους ηλικία διακόπτουν, ή μάλλον συμπληρώνουν τη ροή της αφήγησης. 

 
O Βρεττανός Kirk Jones διασκεύασε το σενάριο τού Massimo De Rita και σκηνοθέτησε το remake της ταινίας του  αγαπητού μας Giuseppe Tornatore (Stanno tutti benne, βραβείο στις Κάννες 1990, θαυμάσια μουσική από τον Ennio Moriconne), με πρωταγωνιστή τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι. Η ταινία του Ιταλού δημιουργού είναι εξαιρετική, με την γνωστή νοσταλγική του αφήγηση, με ευρωπαϊκή φινέτσα και με ένα έξοχο Μαστρογιάννι. Δυστυχώς, η ταινία δεν υπάρχει σε dvd και πρέπει να την ψάξετε στο διαδίκτυο. 




Συνήθως τα remake είναι κατώτερα του αρχικού δημιουργήματος, αλλά ο Jones έκανε μια συμπαθέστατη ταινία, που βασίζεται πέρα από το καλό σενάριο,  στον ώριμο υποκριτικά De Niro. 

Πολλά θίγει αυτή η ταινία περιπλάνησης εξωτερικής, μα κυρίως εσωτερικής μέσα στα 99 λεπτά της. Περιγράφει το ακανθώδες θέμα των προσδοκιών των γονέων που κατατρύχουν τα παιδιά τους και στοιχειώνει αρκετούς από εμάς. Έπειτα, είναι το πρότυπο της δήθεν καθώς πρέπει οικογένειας, του καλόκαρδου μα απόμακρα απαιτητικού "μπαμπά κουβαλητή", της μάνας που ξέρει ν’ ακούει και να παρουσιάζει αυτό που ο άλλος θέλει ν’ ακούσει, των παιδιών που τελικά τη δική τους πορεία θα χαράξουν. Πόσο η ίδια αντιμετώπιση βαραίνει διαφορετικά τα παιδιά; Είναι εύκολο ένας γονιός να αποδεχτεί τις διαφορετικές επιλογές των παιδιών του; Πόσο συχνά και εμείς επιλέγουμε ως πιο ανώδυνο το ψέμα, τη μισή αλήθεια, αποκλείοντας έτσι τους άλλους από την πραγματική ζωή μας, βαυκαλίζοντας τον ίδιο τον εαυτό μας; Είναι καλύτερο κάποιοι να προστατεύουν τον άλλον από την αλήθεια; Η απώλεια της συντρόφου, η σύνταξη, η μοναξιά, ο θάνατος κρύβουν πέρα από πόνο κι ελπίδα; Μερικά μόνο από τα ερωτήματα που μας θέτει η ταινία, κάποιες από τις ευθύνες του κάθε θεατή, παιδιού και γονιού, στην άξενη, μοναχική εποχή μας.

Αλήθειες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, επιτέλους λέγονται, κι η μετάνοια έρχεται όχι ως διανοητικό κεκτημένο, αλλά ως λυτρωτικό βίωμα, ως αληθινή αποδοχή του άλλου και ευχαριστία για την αλήθεια. 

Ε.Κ.