Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Πίσω από τους λόφους




(
Dupa dealuri) 150΄

Σκηνοθεσία: Cristian Mungiu 

Σενάριο: Cristian Mungiu

Βασισμένο στο βιβλίο ντοκουμέντο της Tatiana Niculescu 

Παίζουν: Cosmia Stratan, Cristina Flutur, Valeriu Andriuta 


Βραβείο σεναρίου και Καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στις δύο πρωταγωνίστριες, στο Φεστιβάλ των Καννών 2012.





Ό
­ταν κά­ποι­ος α­να­ζη­τή­σει να βρεί ται­νί­ες Χρι­στι­α­νι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού, συ­νή­θως πέ­ρα α­πό κά­ποι­ες κλασ­σι­κές δι­ε­θνείς πα­ρα­γω­γές που συ­νή­θως έ­χουν μια κρι­τι­κή μα­τιά πά­νω στις πα­ρεκ­κλί­σεις του Δυ­τι­κού Χρι­στι­α­νι­σμού (π.χ. «Η α­πο­στο­λή», «Το τρί­το θαύ­μα», «Τα φαν­τά­σμα­τα του Γκό­για»), θα βρει μό­νο στρα­τευ­μέ­νες ται­νί­ες α­πό Α­με­ρι­κα­νι­κές Προ­τε­σταν­τι­κές ο­μο­λο­γί­ες, που συ­νή­θως έ­χουν έν­το­να κη­ρυγ­μα­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο.

Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, κα­θώς η Ρω­σί­α ε­πέ­στρε­ψε στον ε­λεύ­θε­ρο κό­σμο και ο Χρι­στι­α­νι­σμός έ­πα­ψε να δι­ώ­κε­ται, εί­χα­με την ευ­και­ρί­α να δού­με κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κά ση­μαν­τι­κές ται­νί­ες α­πό την με­γά­λη αυ­τή χώ­ρα, ό­πως το «Νη­σί», τον «Ι­ε­ρέ­α», τον «Τσά­ρο» κ.ά. Στις ται­νί­ες αυ­τές, εί­χα­με τον συν­δυα­σμό της καλ­λι­τε­χνι­κής σκη­νο­θε­τι­κής προ­σέγ­γι­σης σε Ορ­θό­δο­ξες α­φη­γή­σεις, έ­τσι που να μην έ­χου­με την αί­σθη­ση ό­τι βλέ­που­με στρα­τευ­μέ­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο, αλ­λά ι­στο­ρί­ες βγαλ­μέ­νες μέ­σα α­πό μια Χρι­στι­α­νι­κή μα­τιά.

Ο ρό­λος της τέ­χνης, εί­ναι να τα­ρα­κου­νά­ει τον θε­α­τή και να τον κά­νει να θυ­μά­ται την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κό­σμου τού­του. Α­νά­με­σα α­πό τις ε­κα­τον­τά­δες «πλα­στι­κές» ται­νί­ες - υ­πνω­τι­κά του εμ­πο­ρι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου και της μα­ζι­κής τη­λε­ο­πτι­κής δι­α­σκέ­δα­σης,, η α­λη­θι­νή τέ­χνη υ­πο­δει­κνύ­ει τα πραγ­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα της ζω­ής, που βέ­βαι­α δεν ε­ξαν­τλούν­ται στα οι­κο­νο­μι­κά μέ­τρα. Δεν εί­ναι δου­λειά του καλ­λι­τέ­χνη να προ­τεί­νει λύ­σεις, αλ­λά να θυ­μί­σει, αυ­τό που ό­λοι θέ­λου­με να ξε­χά­σου­με. Ας θυ­μη­θού­με για πα­ρά­δειγ­μα τον με­γά­λο Ίν­γκμαρ Μπέρ­γκμαν που ο ί­διος δεν μπό­ρε­σε να λύ­σει τα ζη­τή­μα­τα που τα­λά­νι­σαν την α­να­ζή­τη­σή του – πί­στη, θε­ός, θά­να­τος, προ­σω­πι­κές σχέ­σεις - , αλ­λά που πρό­σφε­ρε την δυ­να­τό­τη­τα σε χι­λιά­δες αν­θρώ­πους να μοι­ρα­στούν μα­ζί του την υ­παρ­ξια­κή του α­γω­νί­α και να α­φυ­πνι­στούν. 

Ό­ταν βέ­βαι­α, ο καλ­λι­τέ­χνης έ­χει ο­δη­γη­θεί σε δρό­μο α­λη­θεί­ας, τό­τε η τέ­χνη φω­τί­ζει και την ελ­πί­δα, για να θυ­μη­θού­με την υ­πέ­ρο­χη «Θυ­σί­α» του Ταρ­κόφ­σκυ. Ό­μως, α­λλοί­μο­νο αν πε­ρι­μέ­νου­με να δού­με Χρι­στι­α­νι­κά μό­νο δη­μι­ουρ­γή­μα­τα για να α­πο­λαύ­σου­με την τέ­χνη. Θα πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε, τό­τε,  μό­νο σε στρα­τευ­μέ­νες ται­νί­ες, ό­που ὀ­μως πολ­λές φο­ρές εί­ναι ά­χα­ρες καλ­λι­τε­χνι­κά.

* * *

Η βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α «Πίσω α­πό τους λό­φους» (După dealuri), του Ρου­μά­νου σκη­νο­θέ­τη Christian Mungiu, μας πα­ρου­σιά­ζει την σκο­τει­νή πλευ­ρά της Ορ­θό­δο­ξης θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας. Ό­χι για­τί ο σκη­νο­θέ­της θέ­λει να πο­λε­μή­σει την Εκ­κλη­σί­α, αλ­λά για­τί μέ­σα στο ζο­φε­ρό το­πί­ο της δύ­σκο­λης με­τα-Τσα­ου­σέ­σκου ε­πο­χής, προ­σπα­θεί να α­να­δεί­ξει τα προ­βλή­μα­τα που α­πα­σχο­λούν τον τό­πο του.

Το δι­α­πι­στώ­σα­με αυ­τό με την συγ­κλο­νι­στι­κή και ζο­φε­ρή προ­η­γού­με­νη ται­νί­α του «4 Μή­νες, 3 Ε­βδο­μά­δες και 2 Η­μέ­ρες» (Χρυ­σός Φοί­νι­κας και βρα­βεί­ο FIPRESCI στις Κάν­νες το 2007), που α­να­φε­ρό­ταν στην θλι­βε­ρή ε­πο­χή του Τσα­ου­σέ­σκου.

Το «Πίσω α­πό τους λό­φους» εί­ναι εμ­πνευ­σμέ­νο α­πό πραγ­μα­τι­κά (δυ­στυ­χώς) γε­γο­νό­τα, που πε­ρι­γρά­φον­ται στο βι­βλί­ο τής Tatiana Bran Niculescu, για την πε­ρί­πτω­ση μιας νε­α­ρής κο­πέ­λας που πέ­θα­νε το 2005 στην Μολ­δα­βί­α, κα­τά την διά­ρκεια ε­ξορ­κι­σμού σ’­ έ­να Ορ­θό­δο­ξο Μο­να­στή­ρι.

Ο Mungiu, προ­σεγ­γί­ζει το θέ­μα με σε­βα­σμό. Κι­νη­μα­το­γρα­φεί τους ή­ρω­ές του στα­τι­κά, σε πλά­να σκη­νές, οι πρω­τα­γω­νι­στές σε πρώ­το - δεύ­τε­ρο πλά­νο γε­μί­ζουν την ο­θό­νη. Ο άν­θρω­πος στο προ­σκή­νιο, αλ­λά δε­μέ­νος στην τυ­φλό­τη­τα της ύ­παρ­ξής του. Ο ε­σω­τε­ρι­κός ρυθ­μός γρή­γο­ρος, το τέμ­πο του έντονο, ζω­γρα­φί­ζει την αν­θρώ­πι­νη θλί­ψη. Ο σκη­νο­θέ­της α­πο­φεύ­γει να στή­σει ποι­η­τι­κά πλά­να. Ού­τε μια λή­ψη μα­γευ­τι­κή της φύ­σης, καμ­μί­α ποι­η­τι­κή προ­σέγ­γι­ση στην ει­κό­να. Ρε­α­λι­σμός ου­δέ­τε­ρος, χω­ρίς φόρ­τι­ση για δα­κρύ­βρε­χτο με­λό - εί­ναι ο θε­α­τής που θα χρω­μα­τί­σει το δη­μι­ούρ­γη­μα.

Από την αρ­χή σχε­δόν της ται­νί­ας, με­τα­φε­ρό­μα­στε στα ά­δυ­τα ε­νός μι­κρού φτω­χι­κού μο­να­στη­ριού που βρί­σκε­ται «πίσω α­πό τους λό­φους», πά­νω α­πό την κον­τι­νή πό­λη. Έ­νας ζη­λω­τής πνευ­μα­τι­κός και με­ρι­κές μο­να­χές ζουν την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της μο­να­στι­κής ζω­ής, ό­πως χι­λιά­δες άλ­λοι σ’ ό­λη την Ορ­θο­δο­ξί­α. Κά­ποι­ες από αυτές έ­χουν κα­τα­φύ­γει ε­κεί α­πό λό­γους α­νάγ­κης - α­πό φτώ­χεια ή για λόγους σύ­ζυ­γι­κής βί­ας, όπως συνέβαινε παλιότερα και στον τόπο μας. Μα­ζί τους και η­  δό­κι­μη Voichita, που με­γά­λω­σε στο κον­τι­νό Ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο, μέ­σα σε ένα περιβάλλον άθλιότητας. Κά­τω α­πό συν­θή­κες που δεν δι­ευ­κρι­νί­ζον­ται, κά­ποι­α στιγ­μή η κο­πέ­λα α­πο­φά­σι­σε να γί­νει μο­να­χή και να ζή­σει βί­ο α­σκη­τι­κό.

Η μο­να­στι­κή η­ρε­μί­α θα δι­α­τα­ρα­χτεί α­πό την ά­φι­ξη της Αlina, που με­γά­λω­σε μα­ζί με την Voichita στο ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο. Οι δυ­ό κο­πέ­λες, ι­δι­αί­τε­ρα συν­δε­δε­μέ­νες τα δύ­σκο­λα χρό­νια του α­σύ­λου, έ­χουν έ­ναν ι­δι­αί­τε­ρο σύν­δε­σμο. Η Alina, θα αρ­χί­σει να πι­έ­ζει την φί­λη της να φύ­γουν για την Γερ­μα­νί­α,  αλ­λά πριν κα­τα­λή­ξουν σε μια α­πό­φα­ση, θα εκ­δη­λώ­σει κρί­ση υ­στε­ρί­ας. Κι αυ­τό θα πυ­ρο­δο­τή­σει μια σει­ρά α­πό γε­γο­νό­τα που θα δη­μι­ουρ­γή­σουν με­γά­λη ένταση στο μο­να­στή­ρι. Η α­δελ­φό­τη­τα ο­χυ­ρω­μέ­νη πί­σω α­πό μί­α στα­τι­κή αλλά και δεισιδαιμονική θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, θα προ­σκολ­λη­θεί στο γράμ­μα του νό­μου και θα πε­ρι­πλέ­ξει την κα­τά­στα­ση, πυ­ρο­δο­τών­τας μια α­πρό­σμε­νη ε­ξέ­λι­ξη, ενώ παράλληλα, θέ­μα­τα ό­πως το προ­βλη­μα­τι­κό σύ­στη­μα υ­γεί­ας, η φτώ­χεια, η θλί­ψη των ορ­φα­νο­τρο­φεί­ων, η μο­να­ξιά και η χω­ρίς φτι­α­σί­δια σύγ­χρο­νη μί­ζε­ρη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, θα α­να­δει­χτούν στο φον­το της ι­στο­ρί­ας.

Ο σκη­νο­θέ­της πα­ρου­σιά­ζει την ζω­ή ε­νός πα­ρα­δο­σια­κού Ορ­θό­δο­ξου μο­να­χι­σμού κι ό­χι μιας α­κραί­ας ζη­λω­τι­κής κα­ρι­κα­τού­ρας, σε μια χώ­ρα που οι άν­θρω­ποι δι­α­τη­ρούν την πατροπαράδοτη ευ­σέ­βεια. Ό­μως,  ξέ­ρου­με κα­λά, πως στην πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ό­λα εί­ναι ζή­τη­μα ερ­μη­νεί­ας. Το αν θα προ­σεγ­γί­σου­με τον άν­θρω­πο μέ­σα α­πό την α­γά­πη ή τον νό­μο, το αν θα πλανηθούμε να πιστέψουμε ό­τι δήθεν κα­τέ­χου­με την χά­ρη του Θε­ού για να νικάμε τους δαίμονες ή θα ζη­τά­με το έ­λε­ός του. Το αν η ε­ξο­μο­λο­γη­ση θα λει­τουρ­γεί ως ζω­ο­ποι­ός σω­τη­ρί­α ή ως δι­α­δι­κα­σί­α ε­ξου­σι­α­στι­κή, το αν ο μο­να­στι­κός κα­νό­νας εί­ναι τρό­πος που δι­ευ­κο­λύ­νει την προ­σευ­χή ή ψυχικός κα­τα­ναγ­κα­σμός. Ό­λα αυ­τά κα­θο­ρί­ζουν τον τρό­πο που βλέ­που­με τον Χρι­στό και το κατά πόσον αυ­τή η σχέ­ση φέρ­νει χα­ρά και ευ­χα­ρι­στί­α στην ζω­ή, ή έ­ναν αρ­νη­τι­σμό και μια μί­ζε­ρη αν­τί­λη­ψη του βί­ου. Επίσης, αν η ψυ­χι­κή νό­σος αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με ε­ξορ­κι­σμούς ή με συν­δυα­σμό της πα­ρα­δο­σια­κής ι­α­τρι­κής και με προ­σευ­χητική αγάπη για τον πά­σχον­τα.

Ό­ταν υ­πε­ρε­κτι­μού­με τις δυ­νά­μεις μας, πα­ρα­μο­νεύ­ει πάν­τα ο κίν­δυ­νος της δαι­μο­νι­κής έ­παρ­σης. Γέμουν τα γε­ρον­τι­κά α­πό ι­στο­ρί­ες μο­να­χών που πί­στε­ψαν ό­τι εί­χαν α­γιά­σει και πή­δη­ξαν στο κε­νό, και η εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α α­πό περιπτώσεις χα­ρι­σμα­τι­κών αν­θρώ­πους που έ­γι­ναν αι­ρε­τι­κοί α­πό τον μω­ρό ζή­λο.

Η ται­νί­α του Mungiu προ­κα­λεί προ­βλη­μα­τι­σμό σε πολ­λά ε­πί­πε­δα. Εί­ναι ζο­φε­ρή, για­τί εί­ναι ο κό­σμος τού­τος ζο­φε­ρός, αφού ό­πως εί­πε ο Χρι­στός, «άρ­χον­τάς του εί­ναι ο σα­τα­νάς». Δεν προ­τεί­νει λύ­σεις, ού­τε δι­έ­ξο­δο α­πό το σκο­τά­δι. Ό­λοι οι άν­θρω­ποι, εν­τός και ε­κτός εκ­κλη­σί­ας, εί­ναι πα­ρα­δο­μέ­νοι στα πά­θη τους, στις θλί­ψεις, στην δει­σι­δαι­μο­νί­α, στο πε­πρω­μέ­νο. Η Ρου­μα­νί­α με την φτώ­χεια της και το φρι­κτό πα­ρελ­θόν, μοιά­ζει να μην έ­χει ελ­πί­δα, μα­ζί κι ο κό­σμος ό­λος.

Μο­να­δι­κή μας ελ­πί­δα, η με­τά­νοι­α στον Θε­ό της α­γά­πης, τον σταυ­ρω­μέ­νο και α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, στην ζω­ή της χα­ράς και της ευ­χα­ρι­στί­ας.


π. Χ.Μ.