Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

SILVER LININGS PLAYBOOK (2012)





Σκη­νο­θε­σί­α Ντέ­ι­βιντ Ο. Ρά­σελ, με τους: Μπράν­τλε­ϊ Κού­περ, Τζέ­νι­φερ Λό­ρενς, (Ό­σκαρ Α΄Γυ­ναι­κεί­ου ρό­λου 2013, Χρυ­σή σφαί­ρα 2013), Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο, Τζά­κι Γου­ί­βερ. Ο α­νε­ξάρ­τη­τος Α­με­ρι­κά­νι­κος κι­νη­μα­το­γρά­φος στις κα­λές στιγ­μές του. (51 βρα­βεί­α) 

Ύ­στε­ρα α­πό ο­κτώ μή­νες στο ψυ­χι­α­τρεί­ο, ο Πατ ο ο­ποί­ος έ­χει δι­πολι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη), ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι των γο­νι­ών του και προ­σπα­θεί  να προ­σαρ­μο­στεί στην και­νούρ­για του ζω­ή και να έρ­θει σε ε­πα­φή με την πρώ­ην γυ­ναί­κα του, την ο­ποί­α δεν μπο­ρεί – βά­σει δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης – να πλη­σιά­σει. Ο πα­τέ­ρας του (Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο σε ε­ξαι­ρε­τι­κά κέ­φια), ζει την δι­κή του "πα­ρά­νοι­α", α­φού εί­ναι βυ­θι­σμέ­νος στον κό­σμο τού πο­δο­σφαι­ρι­κού τζό­γου και της δει­δαι­μο­νί­ας. Η γνω­ρι­μί­α τού Πατ με την ε­πί­σης ψυχικά προ­βλη­μα­τι­κή Τί­φα­νι, θα πε­ρι­πλέ­ξει α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τα πράγ­μα­τα.

Μια χα­ρι­τω­μέ­νη μα­τιά στον κό­σμο της ψυ­χι­κής νό­σου. Ποι­ός ά­ρα­γε εί­ναι υ­γι­ής και ποι­ός ό­χι; Α­κο­λου­θών­τας ο σκη­νο­θέ­της τον κλασ­σι­κό τρό­πο α­φή­γη­σης της Α­με­ρι­κά­νι­κης κο­μεν­τί, μι­λά με α­στεί­ο τρό­πο για πο­λύ σο­βα­ρά πράγ­μα­τα. Ποι­ός τε­λι­κά εί­ναι «υ­γι­ής»και ποι­ός άρ­ρω­στος; Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι η α­γά­πη που θα στη­ρί­ξει τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων.

 * * *

Η ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια α­νέ­κα­θεν τρό­μα­ζε τον άν­θρω­πο. Οι ψυ­χι­κά ασθενείς λόγῳ της φύσης της πάθησής τους, που συ­νή­θως ο­δη­γεί σε αν­τι­κοι­νω­νι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές, παλαιότερα δε­χόν­του­σαν συ­χνά τον κοι­νω­νι­κό α­πο­κλει­σμό, στιγ­μα­τί­ζον­ταν, πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­ούν­ταν. Δεν ή­ταν λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις ό­που μην γνω­ρί­ζον­τας τις αι­τί­ες της α­σθέ­νειας, η κοι­νω­νί­α θε­ω­ρού­σε τους α­σθε­νείς α­μαρ­τω­λούς και την α­ρρώστια τι­μω­ρί­α α­πό τον Θε­ό.

 Στήν σύγ­χρο­νη και α­πρό­σω­πη ε­πο­χή μας, τα πράγ­μα­τα έ­χουν βελ­τι­ω­θεί αι­σθη­τά κα­θώς σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, με κα­τάλ­λη­λη φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και ψυ­χο­λο­γι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη οι α­σθε­νείς εν­τάσ­σον­ται στην κοι­νω­νί­α και μπο­ρούν να εί­ναι λει­τουρ­γι­κοί. Ω­στό­σο, η έλ­λει­ψη φρον­τί­δας, η α­νυ­παρ­ξί­α ου­σι­α­στι­κών προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων και η σκλη­ρό­τη­τα των συ­ναν­θρώ­πων εί­ναι α­πό τα κυ­ρι­ό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα που μπο­ρεί να αν­τι­με­τω­πί­ζουν οι πά­σχον­τες.
Οι πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας α­νέ­κα­θεν συ­νέ­δε­αν την α­μαρ­τί­α με την ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Ό­χι ό­μως σε μί­α βά­ση κο­σμι­κή που λέ­ει ό­τι πά­σχει ψυ­χι­κά κά­ποι­ος ε­πει­δή εί­ναι α­μαρ­τω­λός. Η ορ­θή πνευ­μα­τι­κή θε­ώ­ρη­ση διαχωρίζει τους εκ γενετής πάσχοντες από ψυχικά νοσήματα σε σχέση με εκείνους που η ασθένειά τους είναι επίκτητη.

Για την πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α αν­θρώ­πων, ό­πως εί­ναι και ο πά­σχων α­πό δι­πο­λι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη) πρω­τα­γω­νι­στής τής ται­νί­ας μας, δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­πο­δώ­σει ευ­θύ­νες στους ί­διους τους α­σθε­νείς. Εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη η φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και βέ­βαι­α, αυ­τό που χρει­ά­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι συμ­πα­ρά­στα­ση και α­γά­πη. 

Για την δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρί­α, η ο­ποί­α εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη πλη­θυ­σμια­κά και α­φο­ρά πε­ρισ­σό­τε­ρο τον μέ­σο άν­θρω­πο (η κα­τά­θλι­ψη λέ­γε­ται ό­τι μέ­χρι το 2020 θα εί­ναι η δεύ­τε­ρη με­γα­λύ­τε­ρη α­σθέ­νεια παγ­κο­σμί­ως κα­θώς αγ­γί­ζει το 20% του πλη­θυ­σμού), δι­α­πι­στώ­νει κα­νείς ό­τι η α­μαρ­τί­α μπο­ρεί όν­τως να ο­δη­γή­σει στην ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Τα πα­τε­ρι­κά κεί­με­να με τον τρό­πο τους πα­ρα­κι­νούν τους πι­στούς να νι­κή­σουν την α­μαρ­τί­α,  ε­στι­ά­ζον­τας στον δια­ρκή α­γώ­να ε­νάν­τια στην υ­πε­ρη­φά­νεια, στην κε­νο­δο­ξί­α και στην φι­λαυ­τί­α και έ­χουν ως κέν­τρο έ­να νό­η­μα ζω­ής που υ­περ­βαί­νει τον α­το­μο­κεν­τρι­κό άν­θρω­πο και συγ­κε­φα­λαι­ώ­νε­ται στον λό­γο του Χρι­στού "α­γά­πα τον πλη­σί­ον ως ε­αυ­τόν".

 Έ­τσι, οι δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι αυ­τής της ται­νί­ας, μάς α­φο­ρούν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θώς συ­νή­θως νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε σώ­οι, αλ­λά έ­χου­με ε­πι­τρέ­ψει στην α­μαρ­τί­α να κυ­ρι­αρ­χή­σει στην ζω­ή μας, και ζού­με μέ­σα στα πά­θη. 

Βλέ­που­με τον πα­τέ­ρα του Πάτ να ζει για τον τζό­γο, βυ­θι­σμέ­νος στην δει­δαι­μο­νί­α και στην μο­νο­μα­νή ε­να­σχό­λη­ση με το πο­δό­σφαι­ρο. Το ί­διο βλέ­που­με και στους άλ­λους χα­ρα­κτή­ρες. Η μη­τέ­ρα ζει την μι­ζέ­ρια της γει­το­νιάς, ο α­δελ­φός μοιράζεται το πάθος τού πατέρα και ζει πνιγμένος στην υπερηφάνεια και την σκληροκαρδία, ο φί­λος έ­χει θυ­σιά­σει την ζω­ή του στο κυ­νή­γι του χρή­μα­τος για να ι­κα­νο­ποι­ή­σει την υ­λι­κή ευ­η­με­ρί­α, χά­νον­τας την ψυ­χή και τον γά­μο του. Οι άν­θρω­ποι χανό­μα­στε συ­χνά σε μιά κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα στην ο­ποί­α εγ­κλω­βι­ζό­μα­στε, ε­άν δεν κυ­ρια­ρχεί στην ζω­ή μας η ευ­χα­ρι­στί­α και η χα­ρά της ση­με­ρι­νής η­μέ­ρας.

Η ται­νί­α θί­γει θέ­μα­τα που μας α­φο­ρούν ό­λους. Δεν μας οδηγεί στο να λυ­πη­θού­με τους οργανικά ψυ­χι­κά α­σθε­νείς, που ού­τως ή άλ­λως χρει­ά­ζον­ται την α­γά­πη μας, αλ­λά αντίθετα στο να δούμε την ομορφιά που μπορεί να κρύβεται πίσω από την πάθηση. Ταυτόχρονα, μας καλεί να α­να­λο­γι­στού­με πού μπο­ρεί να ο­δη­γη­θού­με ε­άν α­φε­θού­με στην ρου­τί­να και τα υ­λι­κά του βί­ου και δεν καλ­λι­ερ­γού­με την προ­αί­ρε­σή μας στα ου­σι­ὠ­δη  της ζωής, στο «ε­νός ε­στί χρεί­α».