Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Miele








Σκη­νο­θε­σί­α και συμ­με­το­χή στο σε­νά­ριο: Valeria Golino
Παί­ζουν: Jasmine Trinca, Carlo Cecchi

 2013, 96', 20 βραβεύσεις

Πριν α­πό με­ρι­κά χρό­νια το δύ­σκο­λο θέ­μα της ευ­θα­να­σί­ας εἰ­χαν θί­ξει οι βρα­βευ­μέ­νες ται­νί­ες "Million Dollar Baby" (2004) του Clint Eastwood, το "Mar adentro" - Η Θά­λασ­σα Μέ­σα Μου (2004) του Α. Amenabar, κα­θώς και το "Amour" (2012) του M. Hanneke.

 

Και στις τρεις αυ­τές κα­λές ται­νί­ες μπαί­νει δρα­μα­τι­κά το θέ­μα: τι γί­νε­ται ό­ταν βλέ­που­με τον άν­θρω­πο που α­γα­πά­με να υ­πο­φέ­ρει α­πό α­νί­α­τη α­σθέ­νεια ή να έ­χει χά­σει το νου του; Στην εκ­κλη­σί­α θε­ω­ρού­με την αυ­το­κτο­νί­α α­μαρ­τί­α, αλ­λά τι γί­νε­ται με κά­ποι­ον που δεν πι­στεύ­ει; Πό­σο έ­χου­με δι­καί­ω­μα να του αρ­νη­θού­με την ε­πι­λο­γή να α­πο­φύ­γει τον Γολ­γο­θά του; Αν ε­μείς πού­με ό­τι πρέ­πει να υ­πο­φέ­ρει κά­ποι­ος για να σω­θεί αλ­λά πε­θά­νει α­με­τα­νό­η­τος και βα­σα­νι­σμέ­νος έ­χου­με ευ­θύ­νη; Εί­μα­στε συ­νυ­πεύ­θυ­νοι σε έγ­κλη­μα αν δε­χτού­με να τον βο­η­θή­σου­με στην πα­ρο­χή κά­ποι­ου φαρ­μά­κου;

 

Τα ε­ρω­τή­μα­τα αυ­τά ί­σως εί­ναι εύ­κο­λο να α­παν­τη­θουν θε­τι­κά ή αρ­νη­τι­κά αν εί­μα­στε α­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νοι, αλ­λά έ­χου­με α­να­ρω­τη­θεί ποτέ τι αι­σθά­νον­ται οι α­σθε­νείς και οι κον­τι­νοί τους;

 

Στην ται­νί­α "Miele", η πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νη (52 βρα­βεύ­σεις) ελ­λη­νο­ϊ­τα­λί­δα η­θο­ποι­ός Valeria Golino στην πρώ­τη της σκη­νο­θε­τι­κή α­πό­πει­ρα, δι­α­σκευά­ζει έ­να μυ­θι­στό­ρη­μα του Mauro Covacich που έ­χει ως κύ­ριο θέ­μα την ευ­θα­να­σί­α και κα­τα­φέρ­νει να κερ­δί­σει 20 βρα­βεί­α!

 

Στο "Miele" πα­ρα­κο­λου­θού­με την ζω­ή της Ι­ρέν,  που με το ψευ­δώ­νυ­μο «Μέ­λι» έ­ναν­τι α­μοι­βής α­να­λαμ­βά­νει να βο­η­θή­σει πά­σχον­τες α­πό α­νί­α­τες α­σθέ­νει­ες να φύ­γουν α­πό την ζω­ή με α­νώ­δυ­νο και α­ξι­ο­πρε­πή τρό­πο. Μα­ζί με τον για­τρό πρώ­ην φί­λο της που βρί­σκει τους "πε­λά­τες" έ­χουν στή­σει μια ε­πι­χεί­ρη­ση θα­νά­του, ό­μως η ί­δια έ­χον­τας ζή­σει τραυ­μα­τι­κά τον αρ­γό και ε­πώ­δυ­νο θά­να­το της μη­τέ­ρας της, αι­σθά­νε­ται ό­τι ε­πι­τε­λεί λει­τούρ­γη­μα. Η ζω­ή της εί­ναι κα­θη­λω­μέ­νη σε μια ρου­τί­να χω­ρίς συ­ναι­σθή­μα­τα. Μέ­νει μα­κριά α­πό τον πα­τέ­ρα της, έ­χει πα­ρα­τή­σει τις σπου­δές της και δι­α­τη­ρεί ε­πι­πό­λαι­ες σχέ­σεις που δεν την α­πει­λούν με δέ­σμευ­ση.

Την πα­ρα­κο­λου­θού­με να φρον­τί­ζει την "έ­ξο­δο" των πε­λα­τών της με με­γά­λη σο­βα­ρό­τη­τα και ευ­θύ­νη, έ­χον­τας κά­νει την "δου­λειά" της νό­η­μα ζω­ής. Οι σο­κα­ρι­στι­κές σκη­νές με τις δι­ά­φο­ρες πε­ρι­πτώ­σεις α­σθε­νών σε κα­τα­λη­κτι­κό στά­διο μας α­ναγ­κά­ζουν να στο­χα­στού­με σχε­τι­κά με το αί­τη­μα της ευ­θα­να­σί­ας, αλ­λά και των πα­ρά­νο­μων «λύ­σε­ων» που γνω­ρί­ζου­με ό­τι υ­πάρ­χουν και ε­δώ στην χώ­ρα μας. Τι θα κά­να­με ε­μείς στην θέ­ση αυ­τών των αν­θρώ­πων που λι­ώ­νουν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά α­πό τον πό­νο;

Η α­νού­σια ρου­τί­να στην ζω­ή της Ι­ρέν θα α­να­τρα­πεί, ό­ταν θα πα­ρα­δώ­σει το θα­να­τη­φό­ρο μη α­νι­χνεύ­σι­μο φάρ­μα­κο σε έ­ναν πλού­σιο πε­λά­τη, ο ο­ποί­ος θα α­πο­δει­χτεί στην συ­νέ­χεια ό­τι εί­ναι υ­γι­ής αλ­λά φο­βά­ται τα γη­ρα­τειά και θέ­λει να πε­θά­νει πριν αρ­χί­σει η φθο­ρά. Η πρω­τα­γω­νί­στρια θα σο­κα­ρι­στεί βλέ­πον­τας έ­ναν άν­θρω­πο να θέ­λει στην ου­σί­α να αυ­το­κτο­νή­σει, χω­ρίς κα­νέ­να σο­βα­ρό λό­γο και θα προ­σπα­θή­σει να τον με­τα­πεί­σει. Μέ­σα α­πό τις συ­ναν­τή­σεις μα­ζί του, η ί­δια θα κα­τα­νο­ή­σει ό­τι και η ί­δια στην ου­σί­α εί­ναι πε­θα­μέ­νη και πως πρέ­πει να αλ­λά­ξει ζω­ή.

Στό­χος της Γκο­λί­νο εί­ναι να κά­νει τον θε­α­τή να στο­χα­στεί γύ­ρω α­πό το δι­καί­ω­μα στην ευ­θα­να­σί­α, την αυ­το­κτο­νί­α, την πνευ­μα­τι­κή νέ­κρω­ση και την χα­ρά της ζω­ής. Η ται­νί­α δεν παίρ­νει θέ­ση, αλ­λά μας κα­λεί να συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά και να πού­με ε­μείς τι πι­στεύ­ου­με και να μπού­με στην θέ­ση των πρω­τα­γω­νι­στών.