Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΙΕΡΕΑΣ»





Ο Γάλλος κριτικός Ζορζ Σαντούλ, είχε πει πως ο κινηματογράφος είναι η «δυναμικότερη μορφή τέχνης, που απευθύνεται στα πλατιά κοινωνικά στρώματα». Γι αυτό, η 7η τέχνη έγινε βιομηχανία ανόητης διασκέδασης, μέσο υψηλής αισθητικής και ψυχαγωγίας, αλλά και μέσο προπαγάνδας για τις διάφορες ολοκληρωτικές εξουσίες ώστε να περάσουν το μήνυμά τους, να παρουσιάσουν την δική τους εκδοχή της πραγματικότητας.

Ο κινηματογράφος ως τέχνη συνθέτει όλες τις υπόλοιπες τέχνες αλλά και εκπληρώνει μια βαθύτατη ανάγκη του ανθρώπου: να δει και ν' ακούσει χωρίς ενδιάμεσους (κυβερνήσεις, πολιτικούς, ΜΜΕ). Να δούμε και ν’ ακούσουμε: έναν άνθρωπο σε στιγμές απελπισίας, μια γυναίκα να αναλύεται σε λυγμούς η ένα παιδί να θρηνεί... Απλά πράγματα που το μάτι μας έχει μάθει να τα αποφεύγει. Μερικές ταινίες τα επαναφέρουν στην μνήμη μας και έτσι μας ενώνουν με την ζωή μ' ένα δεσμό σχεδόν αόρατο. Μας παρουσιάζουν την αλήθεια με ένα τρόπο λυρικό και κρυστάλλινο, ανατρέπουν κυρίαρχες ιδεολογίες, αναδεικνύουν το καίριο και σημαντικό, προβάλλουν πρότυπα ζωής, κι όχι χάρτινους ήρωες που αποκοιμίζουν και διαφθείρουν την συνείδηση.

Η ταινία «Ο Ιερέας» είναι μια τέτοια ταινία. Περιγράφει την αλήθεια χωρίς να σου δίνει την εντύπωση της στρατευμένης τέχνης. Με τρόπο ποιητικό μα συνάμα ρεαλιστικό, λέει αλήθειες που πολλοί προσπάθησαν χρόνια τώρα να παραχαράξουν. Είναι ένα σύγχρονο συναξάρι οσιακού και μαρτυρικού βίου, τον οποίο έζησαν χιλιάδες δίκαιοι των καιρών μας. Μας περιγράφει με αδρά χρώματα πια είναι η ομολογία ενός ιερέα – αλλά κατ ’επέκταση και οποιουδήποτε Χριστιανού σε καιρούς δύσκολους και δίσεκτους.

Να συμπληρώσω ότι στην ταινία  παρατηρούμε μια μεγάλη ισορροπία μεταξύ φόρμας και περιεχόμενου. Δεν είναι απλώς μια κηρυγματική ταινία. Είναι μια ταινία με πολύ στέρεα αφήγηση. με αρχή, μέση και τέλος και ταυτόχρονα με μια ποιητική κινηματογράφηση, πολλές σκηνές, πολλά πλάνα, γρήγορο μοντάζ. Όμως έχουμε κι ένα θαυμάσιο σενάριο, ένα θαυμάσιο περιεχόμενο. Δεν αφήνει τον θεατή καθόλου να κουραστεί, αλλά επιβάλλει με γλαφυρό τρόπο ένα υψηλό πνευματικό προβληματισμό.

* * *

Να δούμε πρώτα το ιστορικό πλαίσιο: Πριν την επανάσταση του 1917, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία εκείνου του καιρού, υπήρχαν 51.918 Ναοί στην Ρωσία. Το 1941 μόνο 4.225 παρέμειναν!

Μόνον 20 Μοναστήρια απέμειναν από τα 1025! Αρκετές Εκκλησίες και Μονές, μετατράπηκαν σε τόπους φυλακών, βασανιστηρίων, εξορίας, μαζικών εκτελέσεων και θανάτων.

Η επιτροπή των αρχείων των κρατικών υπηρεσιών της Ρωσίας δήλωσε ότι στη δεκαετία 1930-40 είχαν συλληφθεί 136.900 κληρικοί, εκ των οποίων θανατώθηκαν 85.300. Το 1941 μόνο 5.665  κληρικοί παρέμειναν ελεύθεροι.

Ας προσθέσουμε εδώ μερικά νούμερα ακόμα: 60.000.000 οι νεκροί της θηριωδίας του Β παγκοσμίου πολέμου λόγω της παράνοιας του ναζισμού (δεν συμπεριλαμβάνουμε εδώ τα 20.000.000 που έγιναν στο μέτωπο της Κίνας, Ινδοκίνας, Ιαπωνίας), 20.000.000 τα θύματα των Γερμανών στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αν και είναι γνωστό πως στο νούμερο αύτό συμπεριλαμβάνονται και πολλά θύματα των Σταλινικών διώξεων.

Η μεταστραφείσα στον Χριστιανισμό, πρώην άθεη καθηγήτρια Τατιάνα Γκορίτσεβα έγραφε τότε: «Η ώρα του Μαρτυρίου ήταν για την Ρωσική Εκκλησία η καλύτερα ώρα. Ήταν η ώρα της ανθήσεως. Η Εκκλησία, που εξωτερικά δεν είχε σχεδόν καμία δύναμη, έγινε εσωτερικά τόσο δυνατή, τόσο καθαρή, ώστε να είναι πραγματική Εκκλησία. Δεν είναι οργανισμός, δεν είναι ίδρυμα. Είναι το Σώμα του Χριστού, το όποιο υποφέρει- το οποίο σταυρώθηκε και αναστήθηκε»!



Η ταινία «Ο Ιερέας» μας περιγράφει με ακρίβεια τι σημαίνει μαρτυρία Χριστού. Σε μας τους ζαλισμένους από την καλοπέραση και τον καταναλωτισμό Νεοέλληνες, θυμίζει πως ο δρόμος προς την Αγιότητα περνά μέσα από την ομολογία της πίστης, την αγάπη στον πλησίον, την ευχαριστία «πάντων ένεκεν», την παρησσία απέναντι στον διώκτη.

Σταχυολογοῦμε εικόνες και σύμβολα από την ταινία:

Λέει ο Ιερέας όταν του ανατίθεται η νέα διακονία του: «Ταξιδεύουμε για να δώσουμε ζωή στην έρημο». Η πραγματική εκκλησία, όσοι ακολουθούμε η πασχίζουμε να ακολουθήσουμε τον Χριστό, όχι επειδή γεννηθήκαμε σε μια ορθόδοξη οικογένεια η επειδή υπηρετούμε τον θεσμό η επειδή έτυχε να βαφτιστούμε, αλλά όσοι κατά την διάρκεια της ζωής μας το βάπτισμά μας προσπαθούμε συνεχώς να το τιμούμε - παρόλη την αδυναμία και την αμαρτία μας - αυτό παλεύουμε: Να δώσουμε ζωή στην έρημο, ταξιδεύοντας την οδό προς την Βασιλεία του Θεού. Δεν είναι λόγια. Αυτή είναι η παράδοση της Εκκλησίας.

Καθώς ο Ιερέας αποκαθιστά τον Ναό που οι κομμουνιστές είχαν μετατρέψει σε κομματική λέσχη, βλέπουμε πάνω στην βεβηλωμένη Αγία τράπεζα, στην θέση του ευαγγελίου μία υδρόγειο. Στην θέση του παντοκράτορα το δημιούργημα, το κτίσμα. Στην θέση του Λόγου του Θεού, συνθήματα μίσους, κούφια, αίολα. Στην θέση του γλυκύτατου Ιησού μισάνθρωποι  ήρωες.

Ο Ιερέας παίρνει στα χέρια του την υδρόγειο και εις τύπον και τόπον Χριστού πράττει με την ζωή του αυτό που οφείλει να κάνει κάθε Χριστιανός ιερέας αλλά και λαϊκός: Ο π. Αλέξανδρος που έχει ο ίδιος περάσει βασανιστήρια και εξορίες όπως μαθαίνουμε στην αρχή της ταινίας, εξαγιάζει την ύλη δια του εξαγιασμού της ζωής του.

Το κήρυγμά του αρέσει ακόμα και στον Εβραίο της γειτονιάς. «Κήρυγμα κατευθείαν στην καρδιά» όπως μαρτυρούν οι άλλοι, όχι ξύλινο η θεωρητικό, ξένο από τις ανάγκες του ποιμνίου. Όταν λέμε λόγο αληθείας, ακόμα και οι ετερόδοξοι μας παραδέχονται.

Ο κομμουνιστής στρατιώτης λέει χλευστικά πως για τους Χριστιανούς κάθε μέρα είναι γιορτή. Μέσα στην απιστία του διαπιστώνει την αληθεια. Κάθε μέρα του μετανοούντος πιστού είναι ευχαριστία και δοξολογία, χαρά στον κήπο του Θεού.

Ο ιερέας ευλογεί τα παιδιά του λαού που πηγαίνουν στον πόλεμο κι ας εξουσιάζει τον στρατό ο σταυρωτής του.

Κάνει υπακοή στην Εκκλησία για χάρη του ποιμνίου παρ’ ότι αρχικά διαφωνεί με την συνεργασία με τους φασίστες Γερμανούς. Όπως λέει ο επίσκοπος: Ο καλός ποιμένας δίνει την ψυχή του για τα πρόβατά του.

Παραδέχεται ταπεινά ότι: Φοβάμαι τον θάνατο, μα αν έχει έρθει η ώρα μου, λέει, δόξα τω Θεώ! Χωρίς κομπορρημοσύνες είναι έτοιμος κάθε στιγμή να ομολογήσει με το μαρτύριο και να πορευτεί στα χέρια του πλάστη του.

Ο π. Αλεξανδρος βρίσκεται στο κέντρο του μίσους μεταξύ ανταρτών και συνεργατών των ναζί. Δηλώνει απερίφραστα αυτό που είναι η ιστορική αλήθεια, την οποία οι τυφλωμένοι από το δαιμονικό μίσος άνθρωποι έχουν ξεχάσει:  ΟΥΤΕ οι Γερμανοί, ούτε οι Μπολσεβίκοι θα μείνουν αιώνια. Μόνο ο Ιησούς Χριστός. Ο Άγιος Γέροντας Πορφύριος έλεγε: «Δεν πρέπει να θέσουμε τίποτα πάνω από την αγάπη του Χριστού. Είναι η χαρά. Αυτός είναι η ζωή, το φως. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η απώτερη επιθυμία. Τα πάντα είναι όμορφα στον Χριστό».

Είμαι με τον Ιησού Χριστό, την Παναγία, τον Άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ, λέει σ’ αυτόν που τον απειλεί. «Επόμενος Αγίοις πατράσι», αγαπά την πατρίδα του αλλά πιστεύει μόνο στην Ουράνια πατρίδα όπως γράφει η προς Διόγνητον επιστολή τον 2ο αιώνα: «Οι Χριστιανοί ζουν στην δική τους ο καθένας πατρίδα αλλά ως πάροικοι. Μετέχουν σε όλα τα κοινά ως πολίτες και υπομένουν τα πάντα, όμως σαν να ήσαν ξένοι. Η ξενιτειά είναι πατρίδα τους και η πατρίδα τους ξενιτειά».

Μαρτυρία του η αγάπη του Θεού κι η συγχώρεση: Να αγαπήσεις ακόμα και τον εχθρό σου: Στον αντάρτη που πηγαίνει στο σπίτι του με αδιευκρίνιστες προθέσεις λέει: Πριν με σκοτώσεις, άσε με να σε ελευθερώσω από τις αμαρτίες σου. Του διαβάζει συγχωρητική ευχή σε περίπτωση που τον σκοτώσει. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έλεγε πως όποιος έχει την δύναμη της αγάπης για τους εχθρούς γνωρίζει τον Κύριο Ιησού Χριστό εν Πνεύματι και Αλήθεια. Ν' αγαπάς τους εχθρούς σου σημαίνει ότι ακολουθείς τα χνάρια του Χριστού που σταυρώθηκε για τους εχθρούς του. Προσευχόμενος συμπάσχεις, γιατί καταλαβαίνεις ότι αυτοί υποφέρουν από την αμαρτία τους.

Ο Ιερέας αρνείται να κηδεύσει τους αμετανόητους δοσίλογους. Με παρρησία δηλώνει ότι δεν μπορεί να ευχηθεί να «καταταχτούν με τους αγίους», αυτοί που και τον Θεό και την πατρίδα είχαν αρνηθεί, σκοτώνοντας, τρομάζοντας και κακοποιώντας τον πλησίον. Δεν το κάνει από μίσος, αλλά γιατί έτσι υποδεικνύει σε όλους ότι δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την κτηνωδία. Αφήνει τους νεκρούς στην δίκαια κρίση του Θεού.

Μα κι όταν μιλάει για τα προσωπικά του, ασκητικό και συνάμα ευχαριστιακό το φρόνημά του. Η γυναίκα του είναι η πέτρα που ακονίζει το θέλημά του, λέει. Σαν μια ελάχιστη μονάδα αυτός, σαν μηδέν εκείνη - λόγω σωματικής κατασκευής- διαφορετικοί στους χαρακτήρες, μα σπουδαίοι στα μάτια του Θεού, όταν ενωμένοι και συνηγμένοι στο όνομά Του αγωνίζονται τον δρόμο της αγάπης. Αυτής της αγάπης που ομολογεί μπροστά στην φωτογραφία της όταν εκείνη έχει θυσιαστεί.

Βράχος δίπλα του η πρεσβυτέρα Αλεντίνα, και παρ’ ότι με τις ευαισθησίες και τις ιδιοτροπίες και την δεισιδαιμονία της φαίνεται να δυσανασχετεί με τα λόγια, στην πράξη τον ακολουθεί άφοβα στον δρόμο του μαρτυρίου. Τον ενισχύει στον αγώνα του, περιθάλπτει ορφανά παιδιά, τρέχει μαζί του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης  για να ενισχύσει τους εξαθλιωμένους αιχμαλώτους. Κάνοντας πράξη τον λόγο του Κυρίου πως «κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει την ζωή του για χάρη των φίλων του», χάνεται μέσα στο δάσος για να μην κολλήσει τύφο τους συνανθρώπους της, παρακαλώντας τον Θεό να δεχθεί την θυσία της και να μην την θεωρήσει ως αυτοκτονία. Ζητά την συγχώρεση για όποιον πίκρανε και παρακαλεί τον ιερέα να προσεύχεται για τις αμαρτίες της, αφού ως γνήσια Ορθόδοξη δεν έχει καμμία ψευδαίσθηση αυτοδικαίωσης, αλλά όμως ζει με την βεβαιότητα της συνάντησής τους στην βασιλεία των ουρανών.

Στο τέλος της ιστορίας ο ιερέας θα πορευτεί και πάλι τον δρόμο του μαρτυρίου. Όμως η ειρήνη στα μάτια του, η χαρμολύπη που είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του φανερώνει την γαλήνη της καρδιάς του: «τον καλόν αγώνα ηγώνισμαι, τον δρόμον  τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα», απόστολος κι αυτός της αγάπης του Χριστού, όπως κι ο Μέγας Παύλος. Αν θα πεθάνει σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης η θα τον ξανασυνανήσουμε ιερομόναχο μετά από χρόνια πολλά, είναι θέμα του καλού σεναριογράφου. Ο ιερέας έχει ήδη προγευτεί την βασιλεία του Θεού. 

Η ταινία του Vladimir Khotinenko θα έπρεπε να παίζεται σ’ όλους τους ναούς της χώρας. Για να θυμόμαστε πρώτοι απ’ όλους εμείς οι χριστιανοί, τι θα πει πραγματική δυσκολία. Κι αν είχαμε ξεχάσει μέσα στην καταναλωτική μας νιρβάνα ότι πάνω από τα δύο τρίτα του κόσμου ζει σε πολέμους και λιμούς και λοιμούς, να θυμηθούμε τι πέρασαν οι λαοί από τους μαύρους και κόκκινους φασισμούς. Να θυμηθούμε ότι ο αιώνας που πέρασε γέμισε τον παράδεισο με χιλιάδες νεομάρτυρες και να πάψουμε να είμαστε αχάριστοι, γκρινιάζοντας για τις δυσκολίες που συμβαίνουν λόγω των δικών μας αμαρτιών στην χώρα μας. Παρά την αστοχία πολλών μελών της, κληρικών και λαϊκών, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο μοναδικός ζωντανός οργανισμός στην Ελλάδα που διασώζει την ιστορική μνήμη. Η λήθη θεωρείται από τους πατέρες αμάρτημα μεγάλο, στερητικό της αλήθειας.

Και μπορεί όσοι δεν έχουν πίστη να δικαιολογούνται για την απελπισία και τον θυμό τους, αλλά ένας Χριστιανός οφείλει να ζει με ευχαριστία, χαρά και αδιάλειπτη υπόμνηση του Θεού, διαδίδοντας τα καλά νέα και την ελπίδα με το παράδειγμά του, μακριά από τους φανατισμούς και τις ακρότητες.

Ας θυμηθούμε την αρχή της ταινίας: Η κάμερα περνάει πάνω από έναν υπέροχο ποταμό, μέσα στην όμορφη φύση, στον παράδεισο αυτό που μας έδωσε ο Θεός και που εμείς τον κάνουμε κόλαση. Και ακούγεται η φωνή του ιερέα καθώς λέει: «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Και λίγο αργότερα, καθώς βαπτίζει την μικρή Εβραιοπούλα ακούγεται στην κατήχηση το ερώτημα, «ἀποτάσσῃ τῷ σατανᾶ. Καί πάσι τοῖς ἔργοις αὐτού;...». Και καθώς οι ποιητικές εικόνες στην φύση και στην εκκλησία περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μας, ταυτόχρονα σε παράλληλη αφήγηση, με παράλληλο μοντάζ, βλέπουμε τον σκληρό κατακτητή να εισβάλλει και να σπέρνει τον πανικό και την βία.

Μας δόθηκε αυτός ο πλανήτης για να ζήσουμε σε μακαριότητα. Κι από τότε που έγινε η πτώση του ανθρώπου, αρνηθήκαμε να ζούμε σε παραδείσια κατάσταση. Και το αμάρτημα αυτό το επαναλαμβάνουμε γενιά με γενιά, άνθρωπος με άνθρωπο. 

 
Τελειώνοντας να θυμίσουμε μία φράση που είπε ο π. Αλέξανδρος στην μικρή Εβραιοπούλα όταν ήθελε να βαπτιστεί. Και της είπε ένα λόγο τόσο σοφό και τόσο σπουδαίο. Αν μείνεις Εβραία - γιατί σαν άνθρωπος του Θεού δεν έχει μισαλλοδοξία για κανένα λαό - αν μείνεις Εβραία, αρκεί νά  κάνεις το καλό στα μάτια του Θεού. Αν γίνεις όμως Χριστιανή πρέπει να τιμάς το βάπτισμά σου. Και οι νεοέλληνες έχουμε διαπράξει αυτή την μεγάλη αμαρτία. Δεν τιμάμε το βάπτισμά μας. Πολλοί από μας είμαστε παραδομένοι στην αχαριστία, στην μισαλλοδοξία, τον λαϊκισμό, τον διχασμό, τις μέριμνες, τις θεωρίες συνομωσίας, την ταραχή. Όσοι, λοιπόν, θέλουμε να λεγόμαστε χριστιανοί ας κάνουμε αρχή μετανοίας τώρα, σήμερα. 

Θα τελειώσουμε με ένα λόγο του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου: Αδελφοί, πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και στην μαρτυρία της Αγίας Εκκλησίας, και τότε θα γευθείτε, ήδη απ' αυτή την γη, την μακαριότητα του παραδείσου. Αληθινά, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας: Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Αμήν.


π. Χριστόδουλος Μπίθας  





Σκηνοθεσία: Vladimir Khotinenko
Παίζουν: Sergei Makovetsky, Nina Usatova, Elizabeth Arzamasova, Stepan Morozov, Kirill Pletnev, Viktoria Romanenko
Χώρα: Ρωσία, 2010
Διάρκεια: 2:08:54


ΥΓ: Επιβάλλεται η Εκκλησία να χρησιμοποιήσει σύγχρονες μορφές επικοινωνίας, την στιγμή που είναι τόσο σαρωτικός γύρω μας ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος διαβρώνει τα μυαλά μας μέσα από την τηλεόραση και από τον εμπορικό κινηματογράφο. Είμαστε σίγουροι, πως αν ο Απόστολος Παύλος ήταν ανάμεσά μας σήμερα, θα μας παράγγελνε να γυρνάμε ταινίες!