Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Είναι τρελοί αυτοί οι Βόρειοι - Βienvenue chez les Ch’tis (2008)

Πότε είδατε τελευταία καλή κωμωδία; Είναι όντως το δυσκολότερα είδος. Καλοί πρωταγωνιστές καταντούν συχνά καρικατούρες μα εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τον Kad Merad τον είδαμε ως μπαμπά του τελευταίου «Μικρού Νικόλα» και ως επιστάτη στα εξαιρετικά «Παιδιά της Χορωδίας». Τον Dany Boon, γνωστό και από το ρόλο του στην ιστορική  “Joyeux Noel – Καλά Χριστούγεννα”, τον απολαύσαμε στην έξοχη ταινία “Mon meilleur ami” (2006, του Leconte). Και οι δυο θεωρούνται από τους αξιολογότερους σύγχρονους Γάλλους κωμικούς και συμπρωταγωνιστούν σε αυτή την παραγωγή με τον Μπουν να υπογράφει και τη σκηνοθεσία και το αρχικό σενάριο. 


 Στην ταινία των 106’, λοιπόν, παρακολουθούμε τον Μεράντ ως Φιλίπ Αμπράμ να προσπαθεί, για να ευχαριστήσει τη δύστροπη γυναίκα του, να πάρει μετάθεση στο ταχυδρομείο κάποιας πόλης της κοσμοπολίτικης γαλλικής Ριβιέρας. Αυτό που πετυχαίνει όμως, είναι να φύγει από το Νότο με δυσμενή μετάθεση για το Βορρά. Θα αφήσει τον εκλεπτυσμένο Νότο με την υψηλή κουζίνα, για τα φαινομενικά απολίτιστα βόρεια σύνορα, στο Μπεργκ, όπου βρέχει συνέχεια ενώ οι «βάρβαροι» άνθρωποι μόνο πατάτες τρώνε και μιλούν με πολύ παράξενη προφορά και περιορισμένο λεξιλόγιο… 


Με τη συμπόνια της γυναίκας του αλλά και των... τροχονόμων, ξεκινά το μακρύ του ταξίδι για να ανακαλύψει πώς μπορεί να καταρριφθούν τα στερεότυπα που μας χωρίζουν από τον διπλανό, πόσο εγκάρδια και γαλήνια μπορεί να είναι η συνύπαρξη σε μια επαρχιακή πόλη του Βορρά μέσα από αστείες καταστάσεις. Συνδέεται φιλικά με τον υπάλληλό του και εξαιρετικό κωδωνοκρούστη του πύργου του Μπεργκ, Αντουάν (Μπουν) που του προτάσσει την παροιμία της περιοχής: «ένας επισκέπτης κλαίει δυο φορές στο Βορρά: Μια όταν έρχεται και μια όταν φεύγει». Εκείνος, βέβαια, μόνο το πρώτο σκέλος της προς το παρόν συνειδητοποιεί.


 Το χιούμορ δεν είναι ανώδυνο, καθώς υπάρχουν διάφορα σχόλια, για τις υπερπροστατευτικές μητέρες που αρνούνται να αφήσουν τους γιους τους να αναπνεύσουν και τους ίδιους που πρέπει να βάλουν τα όριά τους, ή για τις μονίμως γκρινιάζουσες συζύγους που ακούν μόνο αυτό που θέλουν να πιστέψουν. Έπειτα, επιστρατεύοντας τις αναμνήσεις μας από τους μικρονοϊκούς τοπικισμούς που θρέφουν και σήμερα την ελληνική ύπαιθρο, μπορούμε να φανταστούμε τον πανικό που κυριεύει τον πρωταγωνιστή καθώς πηγαίνει από τη μια άκρη της Γαλλίας στην άλλη. Μήπως και εμείς δεν μεγαλώνουμε με στερεότυπα αρνούμενοι να δούμε την πραγματικότητα και να χαρούμε τις στιγμές μας; Πόσο σωτήριος μπορεί να είναι ο αυτοσαρκασμός; Υπάρχει πολυτιμότερο αγαθό από την ανθρωπιά και τη γαλήνη; Καμπάνες κτυπούν από το Μπεργκ για όλους μας…

 
Οι Γάλλοι έχουν όντως μια πολύ αρνητική εικόνα για τη συγκεκριμένη περιοχή, τη βροχερή και φτωχή. Η γνησιότητα ωστόσο κρύβεται στη μη επιτήδευση. «Μου έκανε μεγάλη εντύπωση», αναφέρει ο Μεράντ, «όταν μια μέρα, ένας τεχνικός από το συνεργείο ζήτησε από μια ιδιοκτήτρια να φυλάξει κάποιον εξοπλισμό στο κατάστημά της. Εκείνη όχι απλώς δέχτηκε, αλλά του έδωσε και τα κλειδιά για να τον πάρει την επόμενη μέρα μόνος του! Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ στο Παρίσι». 


Ο ίδιος ο Ντάνυ Μπουν, καταγόμενος από το Βορρά, σκηνοθέτησε με ιδιαίτερη ευαισθησία αυτήν την πολύ μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στη Γαλλία (κόστισε 15,300,000 δολάρια και απέφερε 245,143,223 $). Η ταινία χάνει, βέβαια, λίγο στη μετάφραση, αφού βασίζεται στα λογοπαίγνια, και την διαφορά προφοράς στα Γαλλικά, αλλά το ισοσκελίζει με τις πανανθρώπινες αλήθειες που αποτυπώνει και το γεγονός πως είναι από τις ελάχιστες κωμωδίες σήμερα χωρίς σεξουαλικά υπονοούμενα ή υβρεοπομπές. Συμπαθητική η απόπειρα του μεταφραστή να μεταφράσει με αντίστοιχες δικές μας προφορές την διάλεκτο των Βορείων. Έξυπνη και με υποκριτικά δεινούς ηθοποιούς χαρίζει στιγμές αβίαστου γέλιου.

Ε.Κ.