Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

All the Invisible Children (2005)

 

Με τις ταχύτατες αλλαγές στις ζωές μας, ορισμένες φορές μια ¨¨"κοινωνική" ταινία πενταετίας φαίνεται ξεπερασμένη. Δυστυχώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Πριν από τέσσερα χρόνια προβλήθηκε στη χώρα μας η  σπονδυλωτή ταινία Όλα τα αόρατα παιδιά (124’), της οποίας μέρος των εσόδων διατέθηκε για εκείνα τα παιδιά που δεν εμφανίζονται σε επίσημες στατιστικές, που περνούν απαρατήρητα ανά τις ηπείρους και τις στοιχειώνουν. Η Unicef είχε ζητήσει από καταξιωμένους σκηνοθέτες διαφορετικών εθνικοτήτων και γεωγραφικών περιοχών να φτιάξουν αφιλοκερδώς και χωρίς κανέναν άλλον περιορισμό καθένας μια ταινία μικρού μήκους του με πρωταγωνιστές παιδιά του περιθωρίου. Έτσι γεννήθηκαν «Όλα τα Αόρατα Παιδιά», των οποίων η ειλικρίνεια αγγίζει σαν ακίδα.


 Ο Αφρικανός Mehdi Charef παρακολουθεί με το φακό του τα παιδιά- πολεμιστές της ηπείρου του που σπαράσσεται από Εμφυλίους. Δεν πήγαν ποτέ σχολείο ούτε ξέρουν τι πάει να πει δώρο. Ο Emir Kusturitsa με πρωταγωνιστή έναν μικρό τσιγγάνο αναρωτιέται μέσα σε ξέφρενους θορύβους μήπως το αναμορφωτήριο είναι καλύτερο από κάποια οικογενειακά περιβάλλοντα, ενώ ο "εναλλακτικός" Spike Lee με την ταινία Jesus, Children of America και την έφηβη μαύρη Blanca αναφέρεται με κέντρο τα παιδιά-θύματα του Aids στον κοινωνικό ρατσισμό αλλά και στην ψυχολογία των βετεράνων του πολέμου. Η Katia Lund από τη Βραζιλία αποτυπώνει στο φιλμ την καθημερινότητα δυο παιδιών τις παραγκουπόλεις, δυο χαμινιών απ’ τις φαβέλες, κι ο Βρετανός Sir Ridley Scott μαζί με την κόρη του Jordan, δημιουργούν την πιο αλληγορική ταινία, με το όραμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Ο Stefano Veneruso, ως Ιταλός βιώσας ανάλογα, αναφέρεται στα παιδιά που κινούνται στις παρυφές της μαφίας, στα θυμωμένα μάτια τους που θέλουν να δραπετεύσουν. Τέλος, ο John Woo εκπροσωπώντας την Κίνα προβληματίζεται αντιδιαστέλλοντας ένα κορίτσι που ζει στη φτώχεια με ένα συνομήλικό του που φαινομενικά τα έχει όλα.

 
Για κάποιους, ορισμένοι σκηνοθέτες έκαναν προβλέψιμη επιλογή: ο Κουστουρίτσα του Καιρού των Τσιγγάνων αναφέρεται σε τσιγγάνους, η Λουντ των Πόλεων του Θεού στις φτωχογειτονιές του Σάο Πάολο, ο Λι του Μάλκολμ Χ, του Θαύματος της Αγίας Άννας  και τόσων άλλων καλών ταινιών, έχει ως πρωταγωνιστές πάλι (πάντα) μαύρους. Πιο δυσερμήνευτες φαντάζουν οι επιλογές του Γου του Πορφυρού Λόφου, ή του Ρίντλεϋ Σκότ. Μα, άραγε, γιατί το οικείο ή το ανοίκειο αποτελούν εξ ορισμού μομφή; Άξιοι είναι όλοι που σε τόσο μικρό χρόνο δημιούργησαν άρτιους κόσμους, μικρά διαμάντια, και ξεκάθαρα, με ευαισθησία άφησαν το μήνυμά τους χωρίς να πέσουν στην παγίδα του γλυκανάλατου ή διδακτικού. Καθεμιά από τις επτά ταινίες, αυτοτελής, διάρκειας 13’-20’, ενδείκνυται να την δούμε με εφήβους ή μόνοι μας, να προβληματιστούμε για τα όσα προσπερνούμε ή θεωρούμε εδώ δεδομένα και απαξιώνουμε. Ένα παράθυρο στον κόσμο μας είναι εξ ορισμού αυτή η παραγωγή, στον κόσμο μας που δεν είναι ο μικρόκοσμός μας, που έχει πολλές αφορμές για προσευχή, για προβληματισμό, για ευχαριστία.

E.K.