Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΙΕΡΕΑΣ»





Ο Γάλλος κριτικός Ζορζ Σαντούλ, είχε πει πως ο κινηματογράφος είναι η «δυναμικότερη μορφή τέχνης, που απευθύνεται στα πλατιά κοινωνικά στρώματα». Γι αυτό, η 7η τέχνη έγινε βιομηχανία ανόητης διασκέδασης, μέσο υψηλής αισθητικής και ψυχαγωγίας, αλλά και μέσο προπαγάνδας για τις διάφορες ολοκληρωτικές εξουσίες ώστε να περάσουν το μήνυμά τους, να παρουσιάσουν την δική τους εκδοχή της πραγματικότητας.

Ο κινηματογράφος ως τέχνη συνθέτει όλες τις υπόλοιπες τέχνες αλλά και εκπληρώνει μια βαθύτατη ανάγκη του ανθρώπου: να δει και ν' ακούσει χωρίς ενδιάμεσους (κυβερνήσεις, πολιτικούς, ΜΜΕ). Να δούμε και ν’ ακούσουμε: έναν άνθρωπο σε στιγμές απελπισίας, μια γυναίκα να αναλύεται σε λυγμούς η ένα παιδί να θρηνεί... Απλά πράγματα που το μάτι μας έχει μάθει να τα αποφεύγει. Μερικές ταινίες τα επαναφέρουν στην μνήμη μας και έτσι μας ενώνουν με την ζωή μ' ένα δεσμό σχεδόν αόρατο. Μας παρουσιάζουν την αλήθεια με ένα τρόπο λυρικό και κρυστάλλινο, ανατρέπουν κυρίαρχες ιδεολογίες, αναδεικνύουν το καίριο και σημαντικό, προβάλλουν πρότυπα ζωής, κι όχι χάρτινους ήρωες που αποκοιμίζουν και διαφθείρουν την συνείδηση.

Η ταινία «Ο Ιερέας» είναι μια τέτοια ταινία. Περιγράφει την αλήθεια χωρίς να σου δίνει την εντύπωση της στρατευμένης τέχνης. Με τρόπο ποιητικό μα συνάμα ρεαλιστικό, λέει αλήθειες που πολλοί προσπάθησαν χρόνια τώρα να παραχαράξουν. Είναι ένα σύγχρονο συναξάρι οσιακού και μαρτυρικού βίου, τον οποίο έζησαν χιλιάδες δίκαιοι των καιρών μας. Μας περιγράφει με αδρά χρώματα πια είναι η ομολογία ενός ιερέα – αλλά κατ ’επέκταση και οποιουδήποτε Χριστιανού σε καιρούς δύσκολους και δίσεκτους.

Να συμπληρώσω ότι στην ταινία  παρατηρούμε μια μεγάλη ισορροπία μεταξύ φόρμας και περιεχόμενου. Δεν είναι απλώς μια κηρυγματική ταινία. Είναι μια ταινία με πολύ στέρεα αφήγηση. με αρχή, μέση και τέλος και ταυτόχρονα με μια ποιητική κινηματογράφηση, πολλές σκηνές, πολλά πλάνα, γρήγορο μοντάζ. Όμως έχουμε κι ένα θαυμάσιο σενάριο, ένα θαυμάσιο περιεχόμενο. Δεν αφήνει τον θεατή καθόλου να κουραστεί, αλλά επιβάλλει με γλαφυρό τρόπο ένα υψηλό πνευματικό προβληματισμό.

* * *

Να δούμε πρώτα το ιστορικό πλαίσιο: Πριν την επανάσταση του 1917, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία εκείνου του καιρού, υπήρχαν 51.918 Ναοί στην Ρωσία. Το 1941 μόνο 4.225 παρέμειναν!

Μόνον 20 Μοναστήρια απέμειναν από τα 1025! Αρκετές Εκκλησίες και Μονές, μετατράπηκαν σε τόπους φυλακών, βασανιστηρίων, εξορίας, μαζικών εκτελέσεων και θανάτων.

Η επιτροπή των αρχείων των κρατικών υπηρεσιών της Ρωσίας δήλωσε ότι στη δεκαετία 1930-40 είχαν συλληφθεί 136.900 κληρικοί, εκ των οποίων θανατώθηκαν 85.300. Το 1941 μόνο 5.665  κληρικοί παρέμειναν ελεύθεροι.

Ας προσθέσουμε εδώ μερικά νούμερα ακόμα: 60.000.000 οι νεκροί της θηριωδίας του Β παγκοσμίου πολέμου λόγω της παράνοιας του ναζισμού (δεν συμπεριλαμβάνουμε εδώ τα 20.000.000 που έγιναν στο μέτωπο της Κίνας, Ινδοκίνας, Ιαπωνίας), 20.000.000 τα θύματα των Γερμανών στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αν και είναι γνωστό πως στο νούμερο αύτό συμπεριλαμβάνονται και πολλά θύματα των Σταλινικών διώξεων.

Η μεταστραφείσα στον Χριστιανισμό, πρώην άθεη καθηγήτρια Τατιάνα Γκορίτσεβα έγραφε τότε: «Η ώρα του Μαρτυρίου ήταν για την Ρωσική Εκκλησία η καλύτερα ώρα. Ήταν η ώρα της ανθήσεως. Η Εκκλησία, που εξωτερικά δεν είχε σχεδόν καμία δύναμη, έγινε εσωτερικά τόσο δυνατή, τόσο καθαρή, ώστε να είναι πραγματική Εκκλησία. Δεν είναι οργανισμός, δεν είναι ίδρυμα. Είναι το Σώμα του Χριστού, το όποιο υποφέρει- το οποίο σταυρώθηκε και αναστήθηκε»!



Η ταινία «Ο Ιερέας» μας περιγράφει με ακρίβεια τι σημαίνει μαρτυρία Χριστού. Σε μας τους ζαλισμένους από την καλοπέραση και τον καταναλωτισμό Νεοέλληνες, θυμίζει πως ο δρόμος προς την Αγιότητα περνά μέσα από την ομολογία της πίστης, την αγάπη στον πλησίον, την ευχαριστία «πάντων ένεκεν», την παρησσία απέναντι στον διώκτη.

Σταχυολογοῦμε εικόνες και σύμβολα από την ταινία:

Λέει ο Ιερέας όταν του ανατίθεται η νέα διακονία του: «Ταξιδεύουμε για να δώσουμε ζωή στην έρημο». Η πραγματική εκκλησία, όσοι ακολουθούμε η πασχίζουμε να ακολουθήσουμε τον Χριστό, όχι επειδή γεννηθήκαμε σε μια ορθόδοξη οικογένεια η επειδή υπηρετούμε τον θεσμό η επειδή έτυχε να βαφτιστούμε, αλλά όσοι κατά την διάρκεια της ζωής μας το βάπτισμά μας προσπαθούμε συνεχώς να το τιμούμε - παρόλη την αδυναμία και την αμαρτία μας - αυτό παλεύουμε: Να δώσουμε ζωή στην έρημο, ταξιδεύοντας την οδό προς την Βασιλεία του Θεού. Δεν είναι λόγια. Αυτή είναι η παράδοση της Εκκλησίας.

Καθώς ο Ιερέας αποκαθιστά τον Ναό που οι κομμουνιστές είχαν μετατρέψει σε κομματική λέσχη, βλέπουμε πάνω στην βεβηλωμένη Αγία τράπεζα, στην θέση του ευαγγελίου μία υδρόγειο. Στην θέση του παντοκράτορα το δημιούργημα, το κτίσμα. Στην θέση του Λόγου του Θεού, συνθήματα μίσους, κούφια, αίολα. Στην θέση του γλυκύτατου Ιησού μισάνθρωποι  ήρωες.

Ο Ιερέας παίρνει στα χέρια του την υδρόγειο και εις τύπον και τόπον Χριστού πράττει με την ζωή του αυτό που οφείλει να κάνει κάθε Χριστιανός ιερέας αλλά και λαϊκός: Ο π. Αλέξανδρος που έχει ο ίδιος περάσει βασανιστήρια και εξορίες όπως μαθαίνουμε στην αρχή της ταινίας, εξαγιάζει την ύλη δια του εξαγιασμού της ζωής του.

Το κήρυγμά του αρέσει ακόμα και στον Εβραίο της γειτονιάς. «Κήρυγμα κατευθείαν στην καρδιά» όπως μαρτυρούν οι άλλοι, όχι ξύλινο η θεωρητικό, ξένο από τις ανάγκες του ποιμνίου. Όταν λέμε λόγο αληθείας, ακόμα και οι ετερόδοξοι μας παραδέχονται.

Ο κομμουνιστής στρατιώτης λέει χλευστικά πως για τους Χριστιανούς κάθε μέρα είναι γιορτή. Μέσα στην απιστία του διαπιστώνει την αληθεια. Κάθε μέρα του μετανοούντος πιστού είναι ευχαριστία και δοξολογία, χαρά στον κήπο του Θεού.

Ο ιερέας ευλογεί τα παιδιά του λαού που πηγαίνουν στον πόλεμο κι ας εξουσιάζει τον στρατό ο σταυρωτής του.

Κάνει υπακοή στην Εκκλησία για χάρη του ποιμνίου παρ’ ότι αρχικά διαφωνεί με την συνεργασία με τους φασίστες Γερμανούς. Όπως λέει ο επίσκοπος: Ο καλός ποιμένας δίνει την ψυχή του για τα πρόβατά του.

Παραδέχεται ταπεινά ότι: Φοβάμαι τον θάνατο, μα αν έχει έρθει η ώρα μου, λέει, δόξα τω Θεώ! Χωρίς κομπορρημοσύνες είναι έτοιμος κάθε στιγμή να ομολογήσει με το μαρτύριο και να πορευτεί στα χέρια του πλάστη του.

Ο π. Αλεξανδρος βρίσκεται στο κέντρο του μίσους μεταξύ ανταρτών και συνεργατών των ναζί. Δηλώνει απερίφραστα αυτό που είναι η ιστορική αλήθεια, την οποία οι τυφλωμένοι από το δαιμονικό μίσος άνθρωποι έχουν ξεχάσει:  ΟΥΤΕ οι Γερμανοί, ούτε οι Μπολσεβίκοι θα μείνουν αιώνια. Μόνο ο Ιησούς Χριστός. Ο Άγιος Γέροντας Πορφύριος έλεγε: «Δεν πρέπει να θέσουμε τίποτα πάνω από την αγάπη του Χριστού. Είναι η χαρά. Αυτός είναι η ζωή, το φως. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η απώτερη επιθυμία. Τα πάντα είναι όμορφα στον Χριστό».

Είμαι με τον Ιησού Χριστό, την Παναγία, τον Άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ, λέει σ’ αυτόν που τον απειλεί. «Επόμενος Αγίοις πατράσι», αγαπά την πατρίδα του αλλά πιστεύει μόνο στην Ουράνια πατρίδα όπως γράφει η προς Διόγνητον επιστολή τον 2ο αιώνα: «Οι Χριστιανοί ζουν στην δική τους ο καθένας πατρίδα αλλά ως πάροικοι. Μετέχουν σε όλα τα κοινά ως πολίτες και υπομένουν τα πάντα, όμως σαν να ήσαν ξένοι. Η ξενιτειά είναι πατρίδα τους και η πατρίδα τους ξενιτειά».

Μαρτυρία του η αγάπη του Θεού κι η συγχώρεση: Να αγαπήσεις ακόμα και τον εχθρό σου: Στον αντάρτη που πηγαίνει στο σπίτι του με αδιευκρίνιστες προθέσεις λέει: Πριν με σκοτώσεις, άσε με να σε ελευθερώσω από τις αμαρτίες σου. Του διαβάζει συγχωρητική ευχή σε περίπτωση που τον σκοτώσει. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έλεγε πως όποιος έχει την δύναμη της αγάπης για τους εχθρούς γνωρίζει τον Κύριο Ιησού Χριστό εν Πνεύματι και Αλήθεια. Ν' αγαπάς τους εχθρούς σου σημαίνει ότι ακολουθείς τα χνάρια του Χριστού που σταυρώθηκε για τους εχθρούς του. Προσευχόμενος συμπάσχεις, γιατί καταλαβαίνεις ότι αυτοί υποφέρουν από την αμαρτία τους.

Ο Ιερέας αρνείται να κηδεύσει τους αμετανόητους δοσίλογους. Με παρρησία δηλώνει ότι δεν μπορεί να ευχηθεί να «καταταχτούν με τους αγίους», αυτοί που και τον Θεό και την πατρίδα είχαν αρνηθεί, σκοτώνοντας, τρομάζοντας και κακοποιώντας τον πλησίον. Δεν το κάνει από μίσος, αλλά γιατί έτσι υποδεικνύει σε όλους ότι δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την κτηνωδία. Αφήνει τους νεκρούς στην δίκαια κρίση του Θεού.

Μα κι όταν μιλάει για τα προσωπικά του, ασκητικό και συνάμα ευχαριστιακό το φρόνημά του. Η γυναίκα του είναι η πέτρα που ακονίζει το θέλημά του, λέει. Σαν μια ελάχιστη μονάδα αυτός, σαν μηδέν εκείνη - λόγω σωματικής κατασκευής- διαφορετικοί στους χαρακτήρες, μα σπουδαίοι στα μάτια του Θεού, όταν ενωμένοι και συνηγμένοι στο όνομά Του αγωνίζονται τον δρόμο της αγάπης. Αυτής της αγάπης που ομολογεί μπροστά στην φωτογραφία της όταν εκείνη έχει θυσιαστεί.

Βράχος δίπλα του η πρεσβυτέρα Αλεντίνα, και παρ’ ότι με τις ευαισθησίες και τις ιδιοτροπίες και την δεισιδαιμονία της φαίνεται να δυσανασχετεί με τα λόγια, στην πράξη τον ακολουθεί άφοβα στον δρόμο του μαρτυρίου. Τον ενισχύει στον αγώνα του, περιθάλπτει ορφανά παιδιά, τρέχει μαζί του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης  για να ενισχύσει τους εξαθλιωμένους αιχμαλώτους. Κάνοντας πράξη τον λόγο του Κυρίου πως «κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει την ζωή του για χάρη των φίλων του», χάνεται μέσα στο δάσος για να μην κολλήσει τύφο τους συνανθρώπους της, παρακαλώντας τον Θεό να δεχθεί την θυσία της και να μην την θεωρήσει ως αυτοκτονία. Ζητά την συγχώρεση για όποιον πίκρανε και παρακαλεί τον ιερέα να προσεύχεται για τις αμαρτίες της, αφού ως γνήσια Ορθόδοξη δεν έχει καμμία ψευδαίσθηση αυτοδικαίωσης, αλλά όμως ζει με την βεβαιότητα της συνάντησής τους στην βασιλεία των ουρανών.

Στο τέλος της ιστορίας ο ιερέας θα πορευτεί και πάλι τον δρόμο του μαρτυρίου. Όμως η ειρήνη στα μάτια του, η χαρμολύπη που είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του φανερώνει την γαλήνη της καρδιάς του: «τον καλόν αγώνα ηγώνισμαι, τον δρόμον  τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα», απόστολος κι αυτός της αγάπης του Χριστού, όπως κι ο Μέγας Παύλος. Αν θα πεθάνει σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης η θα τον ξανασυνανήσουμε ιερομόναχο μετά από χρόνια πολλά, είναι θέμα του καλού σεναριογράφου. Ο ιερέας έχει ήδη προγευτεί την βασιλεία του Θεού. 

Η ταινία του Vladimir Khotinenko θα έπρεπε να παίζεται σ’ όλους τους ναούς της χώρας. Για να θυμόμαστε πρώτοι απ’ όλους εμείς οι χριστιανοί, τι θα πει πραγματική δυσκολία. Κι αν είχαμε ξεχάσει μέσα στην καταναλωτική μας νιρβάνα ότι πάνω από τα δύο τρίτα του κόσμου ζει σε πολέμους και λιμούς και λοιμούς, να θυμηθούμε τι πέρασαν οι λαοί από τους μαύρους και κόκκινους φασισμούς. Να θυμηθούμε ότι ο αιώνας που πέρασε γέμισε τον παράδεισο με χιλιάδες νεομάρτυρες και να πάψουμε να είμαστε αχάριστοι, γκρινιάζοντας για τις δυσκολίες που συμβαίνουν λόγω των δικών μας αμαρτιών στην χώρα μας. Παρά την αστοχία πολλών μελών της, κληρικών και λαϊκών, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο μοναδικός ζωντανός οργανισμός στην Ελλάδα που διασώζει την ιστορική μνήμη. Η λήθη θεωρείται από τους πατέρες αμάρτημα μεγάλο, στερητικό της αλήθειας.

Και μπορεί όσοι δεν έχουν πίστη να δικαιολογούνται για την απελπισία και τον θυμό τους, αλλά ένας Χριστιανός οφείλει να ζει με ευχαριστία, χαρά και αδιάλειπτη υπόμνηση του Θεού, διαδίδοντας τα καλά νέα και την ελπίδα με το παράδειγμά του, μακριά από τους φανατισμούς και τις ακρότητες.

Ας θυμηθούμε την αρχή της ταινίας: Η κάμερα περνάει πάνω από έναν υπέροχο ποταμό, μέσα στην όμορφη φύση, στον παράδεισο αυτό που μας έδωσε ο Θεός και που εμείς τον κάνουμε κόλαση. Και ακούγεται η φωνή του ιερέα καθώς λέει: «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Και λίγο αργότερα, καθώς βαπτίζει την μικρή Εβραιοπούλα ακούγεται στην κατήχηση το ερώτημα, «ἀποτάσσῃ τῷ σατανᾶ. Καί πάσι τοῖς ἔργοις αὐτού;...». Και καθώς οι ποιητικές εικόνες στην φύση και στην εκκλησία περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μας, ταυτόχρονα σε παράλληλη αφήγηση, με παράλληλο μοντάζ, βλέπουμε τον σκληρό κατακτητή να εισβάλλει και να σπέρνει τον πανικό και την βία.

Μας δόθηκε αυτός ο πλανήτης για να ζήσουμε σε μακαριότητα. Κι από τότε που έγινε η πτώση του ανθρώπου, αρνηθήκαμε να ζούμε σε παραδείσια κατάσταση. Και το αμάρτημα αυτό το επαναλαμβάνουμε γενιά με γενιά, άνθρωπος με άνθρωπο. 

 
Τελειώνοντας να θυμίσουμε μία φράση που είπε ο π. Αλέξανδρος στην μικρή Εβραιοπούλα όταν ήθελε να βαπτιστεί. Και της είπε ένα λόγο τόσο σοφό και τόσο σπουδαίο. Αν μείνεις Εβραία - γιατί σαν άνθρωπος του Θεού δεν έχει μισαλλοδοξία για κανένα λαό - αν μείνεις Εβραία, αρκεί νά  κάνεις το καλό στα μάτια του Θεού. Αν γίνεις όμως Χριστιανή πρέπει να τιμάς το βάπτισμά σου. Και οι νεοέλληνες έχουμε διαπράξει αυτή την μεγάλη αμαρτία. Δεν τιμάμε το βάπτισμά μας. Πολλοί από μας είμαστε παραδομένοι στην αχαριστία, στην μισαλλοδοξία, τον λαϊκισμό, τον διχασμό, τις μέριμνες, τις θεωρίες συνομωσίας, την ταραχή. Όσοι, λοιπόν, θέλουμε να λεγόμαστε χριστιανοί ας κάνουμε αρχή μετανοίας τώρα, σήμερα. 

Θα τελειώσουμε με ένα λόγο του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου: Αδελφοί, πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και στην μαρτυρία της Αγίας Εκκλησίας, και τότε θα γευθείτε, ήδη απ' αυτή την γη, την μακαριότητα του παραδείσου. Αληθινά, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας: Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Αμήν.


π. Χριστόδουλος Μπίθας  





Σκηνοθεσία: Vladimir Khotinenko
Παίζουν: Sergei Makovetsky, Nina Usatova, Elizabeth Arzamasova, Stepan Morozov, Kirill Pletnev, Viktoria Romanenko
Χώρα: Ρωσία, 2010
Διάρκεια: 2:08:54


ΥΓ: Επιβάλλεται η Εκκλησία να χρησιμοποιήσει σύγχρονες μορφές επικοινωνίας, την στιγμή που είναι τόσο σαρωτικός γύρω μας ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος διαβρώνει τα μυαλά μας μέσα από την τηλεόραση και από τον εμπορικό κινηματογράφο. Είμαστε σίγουροι, πως αν ο Απόστολος Παύλος ήταν ανάμεσά μας σήμερα, θα μας παράγγελνε να γυρνάμε ταινίες!


Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Ο ε­ξαι­ρε­τι­κός κύ­ριος Λά­ζα­ρος...




Η κα­να­δι­κής πα­ρα­γω­γής ται­νί­α του 2011 Monsieur Lazhar, δη­μι­ουρ­γός της ο­ποί­ας εί­ναι ο Philippe Falardeau, α­πο­τε­λεί μια ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη. (Ελληνικός τίτλος: Ο ε­ξαι­ρε­τι­κός κύ­ριος Λά­ζα­ρος, διάρκεια 94΄. Προτάθηκε για Oscar ξενόγλωσσης ταινίας και πήρε 8 βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ.)

Η ται­νί­α ξε­χω­ρί­ζει για το α­πλό, αλ­λά συ­νά­μα α­πρό­βλε­πτο σε­νά­ριό της. Έ­νας άν­θρω­πος που κου­βα­λά­ει έ­να τε­ρά­στιο προ­σω­πι­κό δρά­μα και ζει με την α­βε­βαι­ό­τη­τα της κά­θε μέ­ρας βρί­σκε­ται στην θέ­ση να στη­ρί­ξει κά­ποι­α παι­διά που έ­χουν πε­ρά­σει έ­να με­γά­λο σοκ: η α­γα­πη­μέ­νη τους δα­σκά­λα έ­χει αυ­το­κτο­νή­σει. Ταυ­τό­χρο­να, κά­ποι­α α­πό αυ­τά κρύ­βουν πί­σω α­πό τα παι­δι­κά τους πρό­σω­πα δρα­μα­τι­κές ι­στο­ρί­ες. Η ται­νί­α α­πλώ­νει τον προ­βλη­μα­τι­σμό της σε δι­ά­φο­ρα ζη­τή­μα­τα. Α­πό το πάν­τα ε­πί­και­ρο ζή­τη­μα του θα­νά­του μέ­χρι το θέ­μα του "πο­λι­τι­κώς ορ­θού" σε μια σχο­λι­κή τά­ξη, α­πό τα προ­βλή­μα­τα που αν­τι­με­τω­πί­ζει μια σύγ­χρο­νη δυ­τι­κή οι­κο­γέ­νεια μέ­χρι το ζή­τη­μα των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων. 


Το σε­νά­ριο, που βα­σί­ζε­ται σε βι­βλί­ο, δεν εκ­βιά­ζει τα συ­ναι­σθή­μα­τα του θε­α­τή, δεν α­πο­ζη­τά την ε­κτό­νω­ση σε έν­το­νες συγ­κι­νή­σεις, αλ­λά μέ­σα α­πό λε­πτές πι­νε­λι­ές κρα­τά­ει τις ι­σορ­ρο­πί­ες στην πραγ­μα­τι­κή δι­ά­στα­ση των κα­τα­στά­σε­ων. Σε συγ­κι­νεί βα­θιά μέ­σα α­πό τον ρε­α­λι­σμό και την α­πο­λύ­τως α­γα­πη­τι­κή μα­τιά του δη­μι­ουρ­γού της για τον άν­θρω­πο. 

 Η ι­στο­ρί­α στη­ρί­ζε­ται στον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός πο­λύ κα­λού αν­θρώ­που, πα­ρά­δειγ­μα για το πώς μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να στα­θεί μπρο­στά σε μια με­γά­λη δο­κι­μα­σί­α και να κά­νει έ­να βή­μα πα­ρα­πέ­ρα, αν­τί να βου­λιά­ξει στην α­πελ­πι­σί­α, τις ε­νο­χές ή α­κό­μα και την τρέ­λα. Ο Λα­ζάρ, που κερ­δί­ζει τα παι­διά με την ει­λι­κρί­νεια, την α­γά­πη, την ι­κα­νό­τη­τα να α­πο­δέ­χε­ται κά­θε στιγ­μή με α­πλό­τη­τα τα λά­θη του, την προ­σπά­θεια να βελ­τι­ώ­σει τις παι­δα­γω­γι­κές του με­θό­δους α­πο­τε­λεί πρό­τυ­πο για τον κα­θέ­να μας. 

Ο Λα­ζάρ Μπα­σίρ έ­χει την δυ­να­τό­τη­τα να βλέ­πει τον ή­λιο της η­μέ­ρας και να χα­μο­γε­λά­ει, ό­χι για­τί ό­λα του πή­γαν θαυ­μά­σια αλ­λά για­τί α­παν­τά­ει μ' έ­να με­γά­λο ναι στη μέ­ρα που του ξη­με­ρώ­νει. Δι­α­τη­ρεί το δι­καί­ω­μα να πα­ρα­μέ­νει μια ή­συ­χη, χω­ρίς φαν­φά­ρες και η­ρω­ι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα πα­ρου­σί­α. Αν­τι­με­τω­πί­ζει κα­τά­μα­τα την φθο­ρά και τον θά­να­το και στη­ρί­ζει τους άλ­λους ου­σι­α­στι­κά, χω­ρίς φλυ­α­ρί­ες και α­μή­χα­να λό­για. Μπο­ρεί τέ­λος να ζει την ζω­ή έ­τσι ό­πως του δό­θη­κε και να συν­τα­ξι­δεύ­ει με τους αν­θρώ­πους που κά­θε μέ­ρα συ­ναν­τά στο διά­βα του. 

Το ε­ξαι­ρε­τι­κό σε­νά­ριο συ­νο­δεύ­ει μια ε­πί­σης ρε­α­λι­στι­κή σκη­νο­θε­σί­α. Α­ξί­ζει να την δεί­τε. Α­να­ζη­τή­στε την!     

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Courageous: ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ!






Εί­δος εν α­νε­παρ­κεί­α οι Χρι­στι­α­νι­κές ται­νί­ες. Έ­χουν γυ­ρι­στεί πάμ­πολ­λες α­ρι­στε­ρές ται­νί­ες (στην Ελ­λά­δα με πολ­λά ε­κα­τομ­μύ­ρια του Ε­λη­νι­κού δη­μο­σί­ου), πολ­λές αν­τι­χρι­στι­α­νι­κές ή αν­τι­εκ­κλη­σι­α­στι­κές ται­νί­ες σ’ ό­λο τόν κό­σμο, αλ­λά σπά­νια βλέ­που­με ται­νί­ες φτι­αγ­μέ­νες α­πό Χρι­στια­νούς. Πό­σο μάλ­λον ό­ταν ο σκη­νο­θέ­της και σε­να­ρι­ο­γρά­φος εί­ναι ι­ε­ρέ­ας μιας Χρι­στι­α­νι­κής ο­μο­λο­γί­ας.
 Ας α­φή­σου­με προς το πα­ρόν τα…αν­τι­αι­ρε­τι­κά μας κι ας χαι­ρε­τί­σου­με την δη­μι­ουρ­γι­κή έμ­πνευ­ση των (κα­τά τον Ά­γιο Νε­κτά­ριο) πλη­γω­μέ­νων Χρι­στια­νών. 


Ο Alex Kendrick, με­θο­δι­στής ι­ε­ρέ­ας στο Albany της Georgia, βλέ­πον­τας πό­σο με­γά­λη ε­πιρ­ρο­ή έ­χει ο κι­νη­μα­το­γρά­φος στον κό­σμο, α­πο­φά­σι­σε να ι­δρύ­σει κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ε­ται­ρεί­α. Γρά­φει, σκη­νο­θε­τεί, μον­τά­ρει και πρωταγωνιστεί στις ται­νί­ες του, 4 μέ­χρι στιγ­μής!

Στο Courageous που έ­γρα­ψε μα­ζί με τον α­δελ­φό του και σκη­νο­θέ­τη­σε το 2011, ο Kendrick έ­χει ως κεν­τρι­κό θε­μα­τι­κό ά­ξο­να τις σχέ­σεις πα­τέ­ρα και γι­ών. Σε μια Α­με­ρι­κή που σπα­ράσ­σε­ται α­πό την δι­ά­λυ­ση της οι­κο­γέ­νειας και την πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τα των α­νη­λί­κων, προ­τάσ­σε­ται η ε­πι­τα­κτι­κή α­νάγ­κη να ξυ­πνή­σουν οι πα­τε­ρά­δες α­πό τον λή­θαρ­γο της μι­κρο­α­στι­κής τους ρου­τί­νας κι α­πό την πλά­νη τού «φέρ­νω λε­φτά στο σπί­τι κι αυ­τό αρ­κεί» και να δουν τις ευ­θύ­νες τους πριν εί­ναι αρ­γά. Η ται­νί­α δεν ε­ξι­δα­νι­κεύ­ει. Κα­λεί ό­μως τους Χρι­στια­νούς να α­να­λά­βουν τις ευ­θύ­νες τους και να πρά­ξουν, α­νε­ξέρ­τη­τα α­πό την κα­θί­ζη­ση της κοι­νω­νί­ας. To  σενάριο βρίθει από α­να­φο­ρές στο Ευ­αγ­γέ­λιο και τον Χρι­στό. 



Η ται­νί­α α­πο­τέ­λε­σε με­γά­λη ει­σπρα­κτι­κή ε­πι­τυ­χί­α: Κό­στι­σε 2.000.000 $ και α­πο­κό­μι­σε 34.500.000 $! Πα­ρά την άρ­τια πα­ρα­γω­γή, το κό­στος κρα­τή­θη­κε χα­μη­λά, α­φού ό­πως βλέ­που­με και στους τί­τλους του τέ­λους, συμ­με­τεί­χαν ε­θε­λον­τι­κά τα κα­τη­χη­τι­κά σχο­λεί­α και πλή­θος πι­στων της «εκ­κλη­σί­ας» των με­θο­δι­στών!

Α­λή­θεια, στην Ορ­θό­δο­ξη Ελ­λά­δα, πό­σες Χρι­στι­α­νι­κές ται­νί­ες γυ­ρί­στη­καν;


ΥΠΟΘΕΣΗ: Με­τά α­πό μια τρα­γω­δί­α που συμ­βαί­νει σε έ­ναν α­πό αυ­τούς, τέσ­σε­ρις α­στυ­νο­μι­κοί α­γω­νί­ζον­ται με πί­στη να α­να­λά­βουν τους ρό­λους τους ως συ­ζύ­γοι και πα­τέ­ρες· μα­ζί παίρ­νουν μια α­πό­φα­ση που θα αλ­λά­ξει ό­λη τη ζω­ή τους. 
Δρά­ση, χι­ού­μορ, δρά­μα, ευ­αγ­γε­λι­κό κή­ρυγ­μα κα­τα­κλύ­ζουν τις 2 ώ­ρες που κρα­τά η ται­νί­α. Την συ­νι­στού­με.


Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Pyotr Mamonov

Λόγοι του πρωταγωνιστή της γνωστής σε όλους μας ταινίας Ostrov, Piotr Mamonov. Διαβάστε:




   


- “Πόσο διεστραμμένα είναι όλα σήμερα! Οι κριτικοί συζητούσαν πρόσφατα για την ταινία “Ostrov” του Pavel Lunghin και μιλούσαν για την εκκλησία σαν να είναι κάτι μυθικό, σαν να είναι ο Ilya Murometz (πρόσωπο της παλαιάς ρωσικής παράδοσης σ.σ.)

Πώς να ζήσεις εάν δεν πιστεύεις τίποτα; Τριγυρίζω συγχυσμένος δεξιά και αριστερά.

Ενώ όταν έχεις πίστη, όσο κουρασμένος και να είσαι, θα δώσεις τη θέση σου σε μια γριούλα στο λεωφορείο. Κι αυτό είναι χριστιανισμός. Τρέχεις να πλύνεις τα πιάτα χωρίς να σου το ζητήσουν. Είναι αυτό μια χριστιανική πράξη; Είναι.


Μην επιμένεις συνεχώς ότι έχεις δίκιο. Μη φωνάζεις “Το φαγητό είναι κρύο”. Κάνε υπομονή δύο λεπτά να στο ξαναζεστάνουν. Η καημένη η γυναίκα σου θα το κάνει γρήγορα. Είναι και αυτή κουρασμένη. Ο καθένας με το ρυθμό του και τις έννοιες του. Γιατί όλο επιμένετε, «η γυναίκα είναι υποχρεωμένη…», «ο άντρας πρέπει…» κ.τ.λ.


Αγάπη είναι να πορεύεσαι με κάποιον και να τον υποφέρεις. Να, βλέπεις κάποιον πεσμένο με τα μούτρα στο χιόνι (συνηθισμένο στη Ρωσία σ.σ.).Εμείς γρήγορα θα σκεφτούμε ότι είναι μεθυσμένος. Κι αν έχει πάθει ανακοπή καρδιάς; Τι κι αν είναι μεθυσμένος. Βοήθησέ τον να σηκωθεί, βάλε τον σ’ ένα παραπέτο να μην παγώσει. Αλλά όχι. Εμείς συνεχίζουμε το δρόμο μας. Ξεφεύγουμε από τον ίδιο τον εαυτό μας. Πρέπει να ζούμε όχι λέγοντας: “Δώσε μου”, αλλά “πάρε από εμένα”. Πολλοί δεν καταλαβαίνουν πως είναι να δώσεις το πουκάμισο που φοράς. Έχουμε συνηθίσει να ζούμε ανάποδα.

Όσα είναι ευάρεστα στο Θεό τα απορρίπτουμε.

Το κυριότερο, μη διστάζεις να βοηθήσεις τον αδύνατο. Για μας ισχύει το αντίθετο – “κατάπιε τον”. Ο πλούσιος παίρνει από το φτωχό κι αυτό το λίγο. Κλέβει όσο πιο πολύ γίνεται και μετά κρύβεται πίσω από ψηλούς φράχτες, για να μην του τα πάρουν άλλοι.



 

Έχουμε μια στρεβλή αντίληψη για τον χριστιανισμό. Αλλά τα πράγματα είναι απλά. Πόσο αίμα μπορείς να δώσεις στον άλλο; Είναι γραμμένο: “όσα κάνεις για τους αδελφούς μου τους ελαχίστους, σ'Εμένα το κάνεις”.

Να μπορείς να καθίσεις όσο πιο πολύ μπορείς στο προσκέφαλο της μάνας του, που υποφέρει από τα χρόνια και τις αρρώστιες. Να πού και πώς πρέπει να πεθαίνουμε κάθε μέρα!

Όπως τα παιδιά που έστειλαν στην Τσετσενία. Ένας κρετίνος πετάει μια χειροβομβίδα και ένας αντισυνταγματάρχης έπεσε πάνω της. Δε δίστασε και σκοτώθηκε. Έσωσε οχτώ άτομα. Ήταν κομμουνιστής. Αβάπτιστος. Σκέφτηκε όμως χριστιανικά.

Γιατί τι σου χρησιμεύει να πηγαίνεις στην εκκλησία και η καρδιά σου να είναι άδεια; Χωρίς μια χριστιανική πράξη. Μπορείς εσύ να επισκεφτείς όλα τα Άγια Όρη και να προσκυνήσεις όλα τα λείψανα. Τσάμπα. Βλέπεις ένα φτωχό, κακομοίρη και σκέφτεσαι “θα είναι από εκείνους τους απατεώνες που δείχνει η τηλεόραση”. – “Δώσε του 50 καπίκια. Δε θα φτωχύνεις”. Η αληθινή μαφία είναι αυτοί οι πέντε-έξι που χειραγωγούν τα πλήθη από την τηλεόραση….


Δε διακόπτω τους άλλους όταν μιλούν. Οι Άγιοι Πατέρες μας μαθαίνουν να στεκόμαστε μπροστά στους άλλους σαν να είμαστε μπροστά σε μια παλιά εικόνα. Τι σημαίνει να μην κρίνεις; Να μη βγάζεις καταδικαστικές αποφάσεις. Γνώμη είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε. Ο Χριστός προσπάθησε να κάνει κάποιες διευκρινήσεις στους Φαρισαίους, ενώ ο θυμός του ήταν δίκαιος. Έχεις δίκιο όταν θυμώνεις με τον εαυτό σου επειδή π.χ. χτες βράδυ μέθυσες. Να μισείς την αμαρτία σου, τα πάθη σου, αυτά που σε βασανίζουν και δε βρίσκεις γιατρικό. Μόνο αν μισήσεις την αμαρτία βαθιά θα γευτείς το άρωμα της νίκης.Αν και μεγάλος, κάθε μέρα προσπαθώ να μαθαίνω.Να, πηγαίνω συχνά με το λεωφορείο μέχρι την Μόσχα. Δύο ώρες χωρίς στάση. Μπροστά μου κάθονταν δύο νεαροί, μεθυσμένοι. Έβριζαν, μιλούσαν πάρα πολύ άσχημα. Έτρεμα και μόνο στην σκέψη ότι πρέπει να τους υποστώ για δύο ώρες. Μετά όμως σκέφτηκα. Για να δούμε. Ποιοι είναι αυτοί οι νεαροί; Μεγάλωσαν σε χωριό. Τι είδαν εκεί; Τον πατέρα μεθυσμένο, τη μάνα να τους δίνει σφαλιάρες, βρισιές. Η τηλεόραση συνεχώς ανοιχτή. Αυτή είναι η νέα γενιά. Τι να τους ζητήσεις. Εγώ προσωπικά τους έμαθα κάτι; Πέρασα το κατώφλι του σπιτιού τους; Τους διάβασα κάποιο βιβλίο; Βγαίνω από το λαβύρινθο των σκέψεών μου και διαπιστώνω ότι φθάσαμε...




  ...
Επειδή ξεχνάμε ότι η αμαρτία είναι έλλειψη φωτός.  Εμείς της δίνουμε μορφή, την κάνουμε χειροπιαστή...Με τους ερεθισμούς μας. Με την έλλειψη σεβασμού στον άλλο…Τι είναι παράδεισος και τι είναι κόλαση; Οι Πατέρες μας μαθαίνουν ότι παντού υπάρχει ένας ωκεανός θεϊκής αγάπης. Όσους λαθεύουν τους τιμωρεί με το μαστίγιο της αγάπης. Σκεφτείτε – έναν ωκεανό αγάπης, όπου όλος ο κόσμος αγαπιέται. Αυτό μας λείπει σ’ αυτή τη ζωή, η αγάπη. Να λοιπόν η κόλαση, η έλλειψη αγάπης. Και αν το σκοτάδι είναι έλλειψη φωτός, η σκοτεινή ψυχή, όταν βγαίνει στο φως, λειώνει.



...Διαβάζω: «Δε ζούμε ποτέ τη στιγμή. Ακόμη και τότε που καθόμαστε στο τραπέζι οι σκέψεις μας πετάνε, πότε στα αγγουράκια, πότε στο κβας, πότε στη σούπα. Δοκιμάστε έστω ανά λεπτό την ημέρα, όταν δεν έχετε κάτι να κάνετε, να συγκεντρωθείτε στον εαυτό σας, για να ζήσετε το τώρα. Σ’ εκείνο ακριβώς το λεπτό. Είναι πολύ δύσκολο. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας θα είναι να αισθανθείτε την παρουσία του Θεού».

  ...Όταν ο Χριστός μπήκε στην Ιερουσαλήμ επί πώλου όνου, τον έραναν με λουλούδια και τον υποδέχθηκαν με επευφημίες. Το ζωάκι πίστευε ότι σ’ αυτό, απευθύνονται όλα αυτά. Έτσι είμαστε και εμείς σαν τον όνο που έφερε το Χριστό. Εγώ έχω πολλά ταλέντα, αλλά τα έχω με την αξία μου; Ένα γενναιόδωρο χέρι τα έσπειρε… Ζω μ’ αυτά. Προσπαθώ να μην τα διαψεύσω, να μην τα προδώσω. Δεν έχω οργασμούς με το “εγώ” μου. Καταλαβαίνω ότι εγώ, ο Πέτρος Μαμμόνωφ δεν έκανα κάτι με την αξία μου. Έχω με τι να περηφανευτώ; Σ’ όσους ο Θεός δίνει, τους το ζητάει. Πρέπει να ζήσουμε όσο πιο καθαρά μπορούμε. Όλα είναι τόσο εύθραυστα, απροστάτευτα…
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ www.proskynitis.blogspot.com

Larisa Maljucov-www.novayagazeta.ru

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

MIDNIGHT IN PARIS


     

Μέ ἕνα Oscar γιά τό ὁμολογουμένως ἐξαιρετικό πρωτότυπο σενάριο, βραβεύτηκε ὁ 76χρονος πλέον Γούντυ Ἄλλεν, γιά μιά ὄμορφη καί ψυχαγωγική κομεντί πού ἔμελε νά εἶναι - δικαίως - καί ἡ πιό ἐμπορική του ταινία (πῆρε ἀκόμα 12 βραβεῖα σέ διάφορα Φεστιβάλ). Στό Παρίσι πού πάντα λάτρευε, ὅπως  ἐξάλλου καί τήν Εὐρωπαϊκή κουλτούρα, ὁ Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης ἔφτιαξε ἕνα μικρό ἀριστούργημα διάρκειας 94 λεπτῶν, μέ πρωταγωνιστές τούς Owen Wilson, Rachel McAdams καί Kathy Bates. Νοσταλγία γιά τό Παρίσι τοῦ Μεσοπολέμου καί ἕνα μεγάλο ἐρώτημα: Εἶναι καλό νά ζεῖ κάποιος στήν φαντασία του καί νά ἀναπολεῖ τό παρελθόν; Πίσω ἀπό τό ἀνάλαφρο καί εὐχάριστο θέμα, ὁ Ἄλλεν δίνει τήν ἀπάντηση. Τό καλύτερο εἶναι νά ζεῖ τό τώρα ἔχοντας κάνει τίς ἐπιλογές του ἀκολουθώντας ἐν ἐλευθερίᾳ τά ὄνειρά του καί νά μήν κατασκευάζει νοσταλγικά ψεύτικους παραδείσους.



  
Στήν συνέχεια παραθέτουμε μία ἐνδιαφέρουσα παρουσίαση ἀπό τό http://hellenism.byzantinewalls.org/
  
Ὁ Γούντυ Ἄλλεν στό Παρίσι τοῦ νοήματος

Τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ὥρα ποὺ γεφυρώνει δύο πραγματικότητες στὴν τελευταία ταινία τοῦ Γούντυ Ἄλλεν, ὅπου ὄνειρο καὶ πραγματικότητα συναντῶνται προσφέροντας τὸ σύνολο τῆς ὕπαρξης ἀνοιχτὸ στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἐπιλέγει καθένας νὰ ζήσει. Ἐμφανίζονται διάφορα θέματα γνωστὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα ἔργα του, μὲ κυρίαρχη ἐδῶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα ὅπως συμβαίνει στὶς προσωπικὲς σχέσεις, μεριμνῶντας γιὰ τὴν αὐθεντικότητα τῶν σχέσεων ἢ ἀποβολὴ τῶν συμβιβασμῶν. Μέσα ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ βίωση τοῦ παρόντος ἡ ἱστορία ἐπίσης γίνεται ἀποδεκτὴ στὰ σωστὰ μέτρα της, πέρα ἀπὸ ἐξιδανίκευση ἢ ἀπόρριψη, δηλαδὴ φανερώνεται ἡ καθολικὴ ἀξία ποὺ διαπερνᾶ τὶς ἐποχές.
Χωρὶς ἀκόμη νὰ ἔχει ἀναδειχθεῖ ἡ ἀποτυχία τοῦ κεντρικοῦ ἥρωα (Γκὶλ) στὴν προσωπική του σχέση μὲ τὴν γυναίκα ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ παντρευτεῖ, ἡ σύγκρουση ἀνάμεσα στὸν δικό του ρομαντισμὸ καὶ τὴν δική της ρηχότητα καὶ ψευτοκουλτούρα, ἀναδύονται μέσα στὶς ἀρχὲς τοῦ 21ου αἰώνα οἱ ἀρχὲς τοῦ 20οῦ, δημιουργικὲς παρέες στὸ Παρίσι τοῦ μεσοπολέμου — Πικάσο, Νταλί, Φιτζέραλντ, Χέμινγουέη, Στάιν, κλπ—, ὅπου ὁ Γκὶλ ἀνακαλύπτει περιβάλλον ταιριαστὸ μὲ τὶς εὐαισθησίες του. Ταυτόχρονα ὁ θεατὴς τῆς ταινίας διαπιστώνει γιὰ τὸ παρόν του πὼς εἶναι νεκρὸ σὲ σύγκριση μὲ ἐκεῖνο τὸ παρελθόν, γιὰ πρώτη φορὰ ὅταν ὁ Γκὶλ ἐπιστρέφει γιὰ νὰ συνεννοηθεῖ μὲ τὸν Χέμινγουέη, ἀλλὰ ἔχοντας μεταφερθεῖ ἤδη στὸ τυπικὸ παρόν του, ὁπότε στὴν θέση τοῦ λογοτεχνικοῦ καφὲ ἀντικρύζει ἕνα κατάστημα πλυντηρίων…
Τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ταινίας θὰ ἔπρεπε νὰ προβάλλεται στοὺς δάσκαλους κάθε βαθμίδας καὶ ἡλικίας, ὡς κινηματογραφικὴ μαρτυρία τοῦ τί συμβαίνει ὅταν διδασκόμαστε σωστὰ τὴν δημιουργικότητα τοῦ παρελθόντος, ὅπου ὄχι μόνο δὲν νοεῖται ἡ συνήθης γιὰ τὰ σχολεῖα καὶ τὶς σχολές μας θανατηφόρος ἀνία, ἀλλὰ ζωντανεύουν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα καὶ τὸ ἐξαγνισμένο ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου παρελθόν τους φανερώνεται πιὸ οἰκεῖο μας καὶ πραγματικὸ σὲ σύγκριση μὲ τὸ μῖγμα ἀξίας καὶ ἀπαξίας ποὺ συκοφαντεῖ τὴν καθημερινότητα τοῦ δικοῦ μας καὶ ἐν γένει τοῦ ἑκάστοτε χρονολογικοῦ παρόντος.
Αὐτὸ ποὺ κάνει πιὸ ἀληθινοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συναντάει ὁ Γκὶλ τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ἐγγύτητά τους στὸ πραγματικό — στὴν σκέψη, στὴν ἐξέταση τοῦ βίου, στὴν ἀφοσίωση στὸ νόημα — ὅ,τι ἀκριβῶς λείπει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν μελλοντικὴ σύζυγό του, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐλευθερώνεται ἐπιτέλους.
Ἔχοντας ζήσει ὅλη αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, ἔστω ἐξιδανικεύοντας προσωρινὰ τὴν ἐποχὴ στὸ σύνολό της γιὰ χάρη τῶν σπάνιων πνευμάτων ποὺ στάθηκαν γιὰ λίγο μέσα της, ὁ Γκὶλ δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸ νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τὴν ἀπερισκεψία προηγούμενων ἐπιλογῶν. Ἡ πραγματικότητα καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώνουν καὶ ριζώνουν στὴν ἐλευθερία — αύτὸ ὑμνεῖ ὁ Γούντυ Ἄλλεν, μετατρέποντας τὸ Παρίσι σὲ θαυμαστὸ συμβολικὸ τόπο τῆς ἀλήθειας, ὅταν ἡ ἐπιθυμία γιὰ πραγματικότητα ἐκπληρώνεται.


Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

12 [Ρωσία - 2007]


Στη ρωσική παραλλαγή της πολυβραβευμένης ταινίας του Sidney Lumet ταινίας “12 Angry Men” (1957, Χρυσή Άρκτος στο Βερολίνο και 12 ακόμα βραβεία), δώδεκα ένορκοι κλεισμένοι σε ένα γυμναστήριο σχολείου, θα αποφασίσουν για την ενοχή ή όχι ενός νεαρού Τσετσένου που κατηγορείται πως σκότωσε τον θετό του πατέρα, έναν Ρώσο αξιωματικό. Η δίκη κράτησε τρεις ημέρες, όλα τα στοιχεία και οι μαρτυρίες ήταν ξεκάθαρα σε βάρος του κατηγορούμενου και η διαδικασία της έκδοσης της ετυμηγορίας έμοιαζε να είναι απλή και σύντομη.
Ωστόσο δώδεκα άτομα με διαφορετικές πορείες στην κοινωνία ή δώδεκα πρόσωπα με άνιση διάθεση επικοινωνίας, μπορούν να εκπροσωπήσουν όλο το φάσμα της ρωσικής κοινωνίας, όλη τη γκάμα της οποιασδήποτε κοινωνίας μέσα στη ζωή κι αυτό σημαίνει πως όσο απλή και αναμενόμενη μπορεί να φαίνεται η συμπόρευση με την κοινή λογική, τόσο απρόβλεπτη μπορεί να αποδειχθεί η συμπεριφορά των ανθρώπων, όταν ξαφνικά κάποιος από το πλήθος έχει το θάρρος να ταράξει τα νερά της πνευματικής αδράνειας και να μεταθέσει αναπόφευκτα τον καθένα από την ισχυρή θέση του κριτή των άλλων, σε απολογούμενο απέναντι στον εαυτό του.

 

Ο Nikita Mikhalkov σε μια έξοχη σκηνοθεσία, μας ενσωματώνει στο σχολικό γυμναστήριο, μάρτυρες της αναλυτικής διαδρομής δώδεκα χαρακτήρων, που αναπτύσσουν τις αντιστάσεις τους απέναντι στη «δύναμη του ενός», αντιτάσσουν τις άμυνες τους στην προοπτική να «ανοιχτούν» στην κριτική των άλλων, αλλά τελικά όλοι υποκύπτουν στην εσωτερική παρόρμηση, να δουν βαθύτερα και ειλικρινέστερα τα διδάγματα που τους χάρισε η ζωή και να αποδεχθούν τη σημασία τους.

Ο πρώτος ένορκος που αρνείται να δώσει καταδικαστική ψήφο, δηλώνει ενοχλημένος που μια τόσο σοβαρή απόφαση για τη ζωή ενός νέου, θα παρθεί τόσο εύκολα, τόσο βιαστικά, τόσο επιπόλαια, χωρίς έστω λίγο προβληματισμό, κάποια συζήτηση, ένα τελευταίο ζύγισμα της υπόθεσης πριν από την τελική απόφαση. Οι άλλοι τον κοιτούν έκπληκτοι, αφού δεν υπάρχουν σκοτεινά σημεία στην υπόθεση κι εμείς, απλοί θεατές της ταινίας και πολύ συχνά της ίδιας της ζωής μας, νοιώθουμε περισσότερη συμπάθεια πιθανόν στην ανθρώπινη ανυπομονησία των έντεκα να γυρίσουν στο σπίτι τους, παρά στην αναίτια εμμονή, του ενός.

 
Ο ακατανόητος για τους πολλούς συναισθηματισμός όμως, έχει κι αυτός την αιτία του. Όλα κάπου οφείλονται και ο «ένας» αισθάνεται σημαδεμένος για πάντα και ανάλογα υπεύθυνος, από τα λόγια μιας γυναίκας. Όταν βρέθηκε κάποτε εξαθλιωμένος, εγκαταλελειμμένος και μεθυσμένος, σε ένα τρένο που οι συνταξιδιώτες του έδειχναν να αγνοούν τελείως την ύπαρξη του, επισημαίνοντας έτσι τη δυσαρέσκεια τους για την προκλητική συμπεριφορά του, εκείνη εξήγησε ήρεμα στο κοριτσάκι της πως όχι, δεν είναι τρελός και να μη τον φοβάται, γιατί η καρδιά του είναι γεμάτη πόνο και θλίψη. Μόνο εκείνη μπόρεσε να δει τη βαθιά δυστυχία του και με τα λόγια της αυτά, άλλαξε σε μια στιγμή όλη τη ζωή του.
Η απλή εξιστόρηση του, που ερμήνευε την τωρινή του υποχρέωση να δει κι αυτός τον «νεαρό φονιά» από πιο κοντά, να σκύψει πάνω του όπως η γυναίκα του τρένου σ’ εκείνον, άγγιξαν κάποιες χορδές (ένα πρώτο άγγιγμα) στις καρδιές των άλλων ενόρκων.

Όλα λοιπόν μπορούν να συμβούν στη ζωή και ο δεύτερος ένορκος που είναι έτοιμος να δεχθεί την αθωότητα του Τσετσένου, το ξέρει αυτό πολύ καλά. Ένας μοναχικός εβραίος ταλαιπωρημένος, ευαίσθητος και στοχαστικός. Ο πατέρας του στον πόλεμο, μας διηγείται, αγάπησε παράφορα μια πανέμορφη Λιθουανή, γυναίκα ενός Γερμανού αξιωματικού. Ο πατέρας του, ένας φτωχός οικογενειάρχης, χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον και με σβησμένο παρελθόν, ερωτεύθηκε. Κι εκείνη, με τα δικά της τραυματικά βιώματα παρά την ασύγκριτη ομορφιά της, συγκινήθηκε από την ανερμάτιστη αγάπη του αξιοθρήνητου καχεκτικού εβραίου, μέσα στην αβεβαιότητα του πολέμου μιας μετέωρης Ρωσίας. Ο αξιωματικός έφυγε στην πατρίδα του, εκείνους τους έστειλαν σε στρατόπεδα για μεγάλο διάστημα, συναντήθηκαν αργότερα κι έκαμαν δική τους οικογένεια και πολλά παιδιά... Όλα μπορούν να συμβούν στη ζωή, γιατί να μην είναι αθώος ο κατηγορούμενος, όταν μάλιστα για υπεράσπιση του είχε έναν τελείως αδιάφορο συνήγορο; Κάποιες φορές η διαίσθηση αποδεικνύεται σωστότερη από τη λογική.

Αν και περιορισμένος ο χώρος του Γυμναστηρίου, παρέχει αρκετή άνεση στις κινήσεις των ηθοποιών, σαν μόνη διέξοδο στην αμηχανία και στον προβληματισμό των ενόρκων που σταδιακά επιτείνεται, ωστόσο διατηρεί παράλληλα και την αίσθηση του θεατρικού στησίματος, που διαχέεται στον θεατή και κρατά το ενδιαφέρον του σταθερά προσηλωμένο στο ξεδίπλωμα των συναισθηματικών μεταπτώσεων των χαρακτήρων του έργου.
Ο αγρότης, θα θυμηθεί την καλοσύνη ενός αστυνομικού που έσωσε τη ζωή του θείου του, ο ηθοποιός περιπλανώμενου θιάσου  θα εκτιμήσει σαν σημαντικότερο επίτευγμα στη θεατρική του καριέρα, το πονεμένο χαμόγελο της ετοιμοθάνατης γιαγιάς του. Ο διευθυντής του Νεκροταφείου θα δικαιώσει τις απάτες του στις κηδείες, με τις ευεργεσίες που πρόσφερε στο χωριό του και ο καλοπροαίρετος χειρούργος θα κάμει μια αριστοτεχνική επίδειξη με το μαχαίρι του φόνου, ξαναζώντας κάποιες νεανικές του στιγμές στον Καύκασο.

Η προοδευτική ευαισθητοποίηση από την εξοικείωση που αναπτύσσεται μεταξύ τους, ακολουθεί μια κατεύθυνση ομαδικής ψυχοθεραπείας όπου ο καθένας νοιώθει ασφαλής ακούγοντας τις ιστορίες των άλλων, αλλά αυτή η γενική και ισότιμη συμμετοχή στη διαδικασία, αφυπνίζει στον καθένα την ανάγκη αυτοκριτικής και διαμορφώνει τον αυθορμητισμό της δημόσιας εξομολόγησης. Όταν κάποιος ανοίγει με ειλικρίνεια την καρδιά του στους άλλους, αποφορτίζεται από τη ένταση του εγωκεντρισμού του, εκτονώνει τη πίεση της επιθετικότητας του και κατευνάζει τη οδύνη των ενοχών του.

Η ευκαιρία παρουσιάζεται αιφνίδια, αβίαστη. Στην προσπάθεια διαλεύκανσης των γεγονότων του φόνου, οι συνειρμοί που προκύπτουν από τους παραλληλισμούς, εξελίσσονται σε προσωπική ενδοσκόπηση και στρέφονται στην εξομολογητική έκφραση. Η ανακουφισμένη συνείδηση μπορεί να επανεξετάσει πια τα δεδομένα χωρίς προκαταλήψεις, με ειρηνική διάθεση αποδοχής και επιείκειας.
Η μεταστροφή των ενόρκων πραγματοποιείται πρώτα σε ψυχολογικό επίπεδο και στη συνέχεια τεκμηριώνεται από τη λεπτομερέστερη διερεύνηση των στοιχείων και των συνθηκών του εγκλήματος. Το νέο αυτό πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων, υιοθετείται σε διαφορετικό χρόνο από τους ενόρκους, που παρά τις αρχικές αντιθέσεις τους, εναρμονίζονται τελικά σε ένα κοινό τρόπο προσέγγισης της αλήθειας.

Η συμμετοχή όλων στην αναπαράσταση των συνθηκών του φόνου, το σενάριο που υποβάλλει στον ασταθή παραγωγό της τηλεόρασης ο επίμονος ταξιτζής, οι σκοπιμότητες και η ζήλια που αποκαλύπτονται στις καταθέσεις των μαρτύρων και τέλος, η αποδεδειγμένη επιπολαιότητα της υπεράσπισης και της όλης διεξαγωγής της δίκης, δίνουν νέες διαστάσεις στην υπόθεση και ισχυρότερα ερείσματα στους ενόρκους για επανεκτίμηση των γεγονότων.
Παράλληλα με τις αυξανόμενες αθωωτικές ψήφους των  ενόρκων, με συχνές μικρές αναδρομές στην παιδική ηλικία του νεαρού Τσετσένου, που εναλλάσσονται με ανάλογες κλεφτές ματιές της κάμερας στο κελί της αναμονής για την τελική απόφαση της δίκης, η εκδοχή του στυγνού δολοφόνου έχει ήδη χάσει και την ψήφο του θεατή.
Ο σταθερότερος στις καταδικαστικές απόψεις του ταξιτζής, αποδεικνύεται πως φέρει στη συνείδηση του τις περισσότερες ενοχές. Ο σκληρότερος ένορκος από τους δώδεκα, ομολογεί τελικά τα λάθη του, αφηγείται και λυπάται ειλικρινά για την ανηλεή συμπεριφορά του απέναντι στο γιο του, αποσύρει την προβολή της επιθετικότητας του από τον άτυχο τσετσένο και αποδέχεται κι αυτός την αθωότητα του.

Ο δωδέκατος όμως ένορκος, ο περισσότερο έμπειρος παλιός αξιωματικός που προεδρεύει στη συνάντηση αυτή, δεν έχει πει την τελευταία του λέξη. Αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος, οι σκευωροί που μεθόδευσαν την καταδίκη του, είναι βέβαιο πως θα τον σκοτώσουν, προτού αυτός προλάβει να τους εντοπίσει και να τους αποκαλύψει. Ποιος θα τον προστατεύσει; Δεν είναι προτιμότερο να διασφαλίσουν τη ζωή του στη φυλακή, κηρύσσοντας τον ένοχο;
Όμως οι έντεκα δεν συμφωνούν. Ο νεαρός Τσετσένος δεν είναι δολοφόνος και θα πρέπει να αποδοθεί καθαρός στην κοινωνία. Δεν θα ρυθμίσουν αυτοί τη μοίρα του.

Όταν πια όλοι έχουν αποχωρήσει και η ζωή του καθενός θα συνεχίσει τον δρόμο της, πλουσιότερη και καθαρότερη μετά από μια ανέλπιστη εμπειρία, ο αίτιος της εμπειρίας αυτής, ο πρώτος ένορκος, επιστρέφει μόνος στο Γυμναστήριο.
Κατευθύνεται σε ένα απόμερο ντουλάπι και παίρνει από ψηλά μια εικονίτσα της Παναγίας. Ο «ένας» που αντιτάχθηκε με θάρρος στη γνώμη των πολλών, που ανέτρεψε τη βέβαιη καταδίκη ενός αθώου και πρόσφερε μια καθαρτήρια και εξιλαστήρια διαδικασία στην ομάδα των ενόρκων, είχε τοποθετήσει εκεί κρυφά την Παναγία, να εποπτεύει, να ρυθμίζει, να καθοδηγεί τον νου και να θερμαίνει τις καρδιές των ενόρκων, για να διασφαλιστεί μια δίκαιη ετυμηγορία. Η δύναμη του πνεύματος του «ενός», πραγματοποιεί τα αποτελέσματα που επιδιώκει, μόνο όταν αντλείται άμεσα από τη Θεότητα, που χορηγεί υπόσταση, νόημα και ισχύ στις αγαθές προαιρέσεις.
Ο «ένας», ποτέ δεν ενεργεί μόνος.


Σαν μια τελευταία συμβολική καταγραφή, ανοίγει στη συνέχεια δυο παράθυρα για να μπορέσει να πετάξει έξω ένα πουλάκι που βρισκόταν μέσα στο χώρο του γυμναστηρίου. Εκείνο, πετά μπροστά στο ανοικτό παράθυρο κι αφήνοντας πίσω του τη ζεστασιά και την ασφάλεια του προστατευμένου χώρου, επιστρέφει στον κόσμο του, στην παγωμένη χιονοθύελλα της ελευθερίας του.

Μ. Ψ.



Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Поп [Ο Ιερέας, Ρωσία – 2010]


   
Κάποιες φορές λέμε πως η ειρηνική ζωή μας είναι γεμάτη από μικρούς θανάτους, όταν μας τυχαίνουν απογοητεύσεις, ματαιώσεις και απώλειες, όταν όμως ο πόλεμος φθάνει στην πατρίδα σου, μπαίνει στη γειτονιά σου και περνά την πόρτα του σπιτιού σου, τότε η ζωή γεμίζει από την οσμή του θανάτου που ανατρέπει παρελθόν και μέλλον, διαλύει όνειρα και επιδιώξεις και σκοτώνει αγαπημένα πρόσωπα. Η μοναξιά τελικά, είναι το αντίτιμο της επιβίωσης. 


 Η ταινία ΠΟΠ, σε σκηνοθεσία του Vladimir Khotinenko, βασίζεται σε αληθινά γεγονότα στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1941 κατά τη Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, υπήρξε κάποια χαλάρωση λόγω του πολέμου, της από δεκαετίες επίσημης σοβιετικής αντιθρησκευτικής πολιτικής και παράλληλη ενθάρρυνση από πλευράς των Γερμανών του Ορθόδοξου ρωσικού κλήρου, για επαναλειτουργία των ναών στα σοβιετικά εδάφη που είχαν καταλάβει. Ήταν ένα μέτρο των κατακτητών ναζί, να εμφανισθούν σαν απελευθερωτές του ρωσικού λαού από τον άθεο κομμουνισμό των μπολσεβίκων. 


 Ο Μητροπολίτης Sergey Voskresensky, συνέστησε τότε μια Ορθόδοξη Ιεραποστολή από ιερείς των Βαλτικών Δημοκρατιών και την απέστειλε στην κατεχόμενη περιοχή Pskov της Ρωσίας. Αργότερα η ιεραποστολή κατηγορήθηκε για συνεργασία με τους Γερμανούς και τους ιερείς που συμμετείχαν, τους κατηύθυναν σε στρατόπεδα εργασίας.
Ένας από τους ιερείς της αποστολής, ο Πατέρας Aleksandr Ionin, έγραψε τα απομνημονεύματα του, μαρτυρία των όσων διαδραματίσθηκαν τότε,
στα οποία στηρίχθηκε το βιβλίο και στη συνέχεια το σενάριο της ταινίας αυτής από τον Alexandr Segen.

 
Ο Aleksandr Ionin (Sergey Makovetsky), ζούσε σε ένα χωριό της Λετονίας πριν από τη ναζιστική εισβολή, μαζί με τη γυναίκα του Matushka Alevtina (Νίνα Usatova). Σε κομμουνιστικό καθεστώς, με τον φόβο του  Πολέμου να επεκταθεί από στιγμή σε στιγμή στα μέρη τους, με τη θρησκεία να βρίσκεται σε ανοικτό ή καλυμμένο διωγμό, με τη φτώχεια και την ανασφάλεια να συντονίζουν τη λιτή ζωή του χωριού, ο ιερέας Aleksandr έπρεπε να παλεύει συνειδητά όλη μέρα, για να διατηρήσει ζωντανό το ήθος της ορθόδοξης αγωγής και πίστης του.
Όλα τριγύρω ρευστά, αστάθμητα, αλλά η μικρή εβραία Hava επιμένει και τελικά βαπτίζεται Χριστιανή με το όνομα Εύα (Liza Arzamasova).
Ένα μικρό κορίτσι, παίρνει την τύχη του στα χέρια του και ακολουθώντας στη συνέχεια τον ιερέα και τη Ματούσκα Αλεβτίνα  στο Πσκοβ, προσδιορίζει έτσι το μέλλον του. Στην ουσία, όταν δεν διστάζουμε να ακολουθήσουμε τις καλές και αγαθές παρορμήσεις μας, όταν δεν τις αναστέλλουμε με ορθολογισμό και υπολογισμό, ο Θεός ευλογεί την προαίρεση, την απόφαση και την πράξη και παρίσταται βοηθός και οδηγός στο δρόμο μας.

Στο Πσκοβ επικρατεί μια νόθα κατάσταση. Την απόρριψη των σοβιετικών συμβόλων από την εκκλησία, την ανεύρεση στο ποτάμι της παλιάς καμπάνας, την προετοιμασία του Ναού, ακολουθούν μικρά κομμάτια ζωής αποσπασματικής, με στρατιωτική βία και πολιτικές σκοπιμότητες, με δραματικές εξομολογήσεις και εκδικήσεις, με προδοσίες και συγχώρηση, ο πόλεμος ξεπερνά τους εχθρούς, τους δοσίλογους, τους αμετανόητους και τους νεκρούς και γίνεται καθημερινός τρόπος ζωής, αφομοιώνεται κι’ ενσωματώνεται σαν το ψωμί της ανέχειας τους και αλλοιώνει τους χαρακτήρες και τις ψυχές. Ρώσοι και Γερμανοί στρατιώτες, τοπική polizai των ναζί με ρώσους αστυνομικούς, ρώσοι παρτιζάνοι και γερμανικό στρατόπεδο, αιχμάλωτοι και κατακτητές, διαμορφώνουν το πρόσωπο του χάους, της αντίθεσης και της ταραχής,  το πρόσωπο του πολέμου.
  
Εδώ είναι η καταστροφή, μαζί και η ευκαιρία. Ο καθένας τις βλέπει με τα δικά του μάτια. Ν’ ακολουθήσουμε τη ματιά της μικρής Εύας; Εκείνη ακολουθεί τα όνειρα της, μπορεί και βλέπει με την αθωότητα της, μακρύτερα από τον πόλεμο.
Να δούμε με τα μάτια της Ματούσκα Αλεβτίνα; Ο ρεαλισμός και η λογική της για την αντιμετώπιση της κάθε στιγμής, χωρίς αμφισβητήσεις και χωρίς σκεπτικισμό, αλλά με πολλή αγάπη, έφεραν στην επιφάνεια τον πραγματικό εαυτό της. Με επτά υιοθετημένα ορφανά εκτός της Εύας, μετέχει κι΄ αντιμετωπίζει τα προβλήματα με θάρρος, υπομονή, στοργή και αυταπάρνηση που θα φθάσει στην ολοκληρωτική θυσία.
Η ευλογία του Κυρίου, μας παρέχει άφθονες ευκαιρίες. Σε σκληρές περιστάσεις, ακόμα περισσότερες. Τέτοιες ώρες που υπερβαίνουν τις δυνατότητες μας, δεν προλαβαίνεις να υποδυθείς τον καλό, τον αυτάρκη, τον αποφασιστικό. Είσαι αυτός που είσαι. Δεν προλαβαίνεις να επιλέξεις, να μπεις σε δίλημμα. Λες μόνο, όχι με λόγια, με την καρδιά, με λαχτάρα: «Κύριε, βρίσκομαι σε αδιέξοδο. Δεν έχω τη δύναμη για επιλογή, δεν θέλω να κάνω λάθος. Κύριε, η βούληση μου είναι δική Σου. Δώσε τη λύση που θα φέρει και πάλι γαλήνη στην καρδιά μου, που θα με κρατήσει κοντά στην αγάπη Σου, χωρίς τύψεις, ενοχές και αμφιβολίες». Και ακολουθείς την καρδιά σου, στο δρόμο που θα σου υποδείξει ο Θεός.

Τα μάτια του ιερέα δεν είναι διαφορετικά, είναι όμως στραμμένα όλο και περισσότερο στον Γολγοθά. Όλοι επιθυμούμε την αγάπη του Ιησού, όμως ο ιερέας μετέχει καθημερινά στη θυσία της αγάπης αυτής. Της αγάπης που κάνει τον ίδιο να αισθάνεται αυξημένη ευθύνη για όλο το ποίμνιο του. Για τα παιδάκια που ορφάνεψαν, για τον νεαρό που οι Γερμανοί του σκότωσαν την αγαπημένη του Μάσα, για τη συμπάθεια που οφείλει σε κάθε πονεμένο αδελφό, για τη βοήθεια που προσπαθεί μα δεν του επιτρέπουν να προσφέρει στους αιχμαλώτους. Αλλά όταν η ατμόσφαιρα του πόνου και του θανάτου τον κατακλύζει και τον πνίγει με συναισθήματα άρνησης, θα έχει τη δύναμη να ψάλλει εξόδιο ακολουθία για τους προδότες;    
Τα νοήματα των γεγονότων όμως θα ζυμωθούν σιγά-σιγά με τον χρόνο, θα αφομοιωθούν σε κάποιο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας Γκούλαγκ.  

Η δοκιμασία του ιερέα δεν τέλειωσε. Η δοκιμασία κανενός ανθρώπου δεν τελειώνει ποτέ όσο ζει, όμως ο ιερέας δεν ξεχνά, συνεχίζει να έχει στραμμένο το βλέμμα του στον Ιησού, ακόμα και μέσα στον εξαναγκασμό των Γκούλαγκ και ακόμα περισσότερο όταν η θύελλα έχει κοπάσει.
Τα χρόνια πέρασαν. Η Ματούσκα Αλεβτίνα λείπει πάντα από τη ζωή του. Καμιά αγαπημένη εικόνα από παλιά δεν θα αναβιώσει, να τον συγκινήσει ξανά. Η μοναξιά είναι το τίμημα της επιβίωσης, για αυτούς όμως που περιορίζουν το πνεύμα τους στα στενά όρια του κόσμου τούτου. Για τον ιερέα δεν υπάρχει μοναξιά. Μέσα στην προσευχή, νοιώθει τη ζωντανή παρουσία του Θεού στην καρδιά του, νοιώθει την αγάπη Του και μαζί της, την παρουσία όλων των αγαπημένων του. Και δεν είναι η φαντασία που δημιουργεί μια ψευδαίσθηση, δεν είναι η αυθυποβολή που του δίνει την αίσθηση της κοινωνίας, της συντροφικότητας, είναι η αγάπη που κρατά ανοιχτούς τους δρόμους της καρδιάς. Κι’ εκεί βαθιά στην ψυχή, το εκλεπτυσμένο από τις δοκιμασίες πνεύμα, δέχεται τις απαντήσεις της νοερής επικοινωνίας.

Όποιος έχει την αίσθηση του Θεού, δεν νοιώθει ποτέ απελπισία και μοναξιά. Η εγρήγορση δεν είναι μόνο για τους ιερείς, ούτε μόνο για να μας προστατεύει από τις ύπουλες δαιμονικές ενέδρες, μας δίνει ακόμα την ικανότητα να διακρίνουμε τις ευκαιρίες που μας παρέχει ο Θεός για να βρισκόμαστε κοντά Του και τη δυνατότητα επίσης, να κατανοούμε άμεσα τα μυστικά μηνύματα Του στην καρδιά μας.  

Μ. Ψ.

     

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Planta 4a [Ο 4ος όροφος, Ισπανία - 2003]


Από τον Μ.Ψ. 

(Κάντε λίνκ για να δείτε το blog του M.Ψ. )




Η ταινία εκτυλίσσεται στον τέταρτο όροφο ενός επαρχιακού νοσοκομείου στην Ισπανία. Εκεί βρίσκεται το τμήμα νοσηλείας εφήβων που έχουν προσβληθεί από καρκίνο των οστών. Οι περισσότεροι έχουν ήδη χειρουργηθεί και ανάμεσα τους ξεχωρίζει μια ομάδα ανάπηρων νεαρών που κυκλοφορούν στο Νοσοκομείο με καροτσάκια και αποκαλούνται χαϊδευτικά από το προσωπικό και τους γιατρούς «καραφλούληδες», αφού έχουν χάσει τα μαλλιά τους από τη χημειοθεραπεία, που θα τους παρατείνει ίσως τη ζωή!

Η μικρή αυτή περιγραφή σίγουρα δεν προδιαθέτει για μια ευχάριστη προβολή, σημασία όμως έχει πάντα, η γωνία από την οποία θα δεις κάτι, το πρίσμα μέσα από το οποίο θα το εξετάσεις, τα σημεία στα οποία θα στρέψεις τον φακό σου και θα εστιάσεις. Ο Alberto Espinosa, έγραψε ένα θεατρικό έργο για τη ζωή των παιδιών αυτών στο Νοσοκομείο, έχοντας ζήσει ο ίδιος και επιβιώσει από τις οδυνηρές εμπειρίες μιας τέτοιας νοσηλείας. Το έργο του γνώρισε μεγάλη επιτυχία και το 2001, ο Ignacio del Moral με βάση το θεατρικό αυτό έργο, έγραψε ένα σενάριο για μεταφορά του στον κινηματογράφο, σε συνεργασία με τον Espinosa και με τον Antonio Mercero, που σκηνοθέτησε την ταινία. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο, αλλά  η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 2003 και την ίδια χρονιά κέρδισε το Βραβείο του Κοινού στο Φεστιβάλ του Μόντρεαλ. Ακολούθησαν πολλές ακόμα διακρίσεις και οι κριτικές σε όλο τον κόσμο χαρακτήρισαν το έργο από «εξαιρετικό» έως «αριστούργημα».

Ο Michelangelo, ο Izan, ο Dani και ο Jorge, η παρέα των παιδιών του τέταρτου ορόφου που υποδύονται οι Juan Jose Ballesta, Gorka Moreno, Alejandro Zafra και Maite Jauregui, δεν ελκύουν τη συμπάθεια του κοινού λόγω του οίκτου που προκαλούν με την πάθηση τους, αλλά γιατί παρουσιάζουν με πολύ ρεαλιστικό τρόπο μια υγιή αντίδραση στην προοπτική του θανάτου, με τη συσπείρωση τους σε μια μικρή κοινότητα φίλων που αποδέχονται την πραγματικότητα χωρίς να την αγνοούν και την αντιμετωπίζουν όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας τους, χωρίς να αποσύρονται στη σκιά της μειονεκτικότητας τους. 
Έχουν την ευκαιρία να δουν και να ζήσουν τη δική τους «περιπέτεια» και δίνουν σε μας την ευκαιρία να αντιληφθούμε πως είναι καλύτερα να ζούμε την καθημερινή μας πραγματικότητα, χωρίς περιττούς τυποποιημένους συναισθηματισμούς που δεν ωφελούν κανέναν.   

Η αλήθεια ποτέ δεν βλάπτει. Μια καθαρή ματιά, ξεπερνά τη διστακτικότητα του φόβου και προσφέρει ουσιαστικότερους στόχους και αμεσότερες λύσεις.
Η αναπηρία είναι μια κατάσταση που κανένας δεν την επιλέγει, σε κάποιους όμως συμβαίνει. Οι μικρές και συνηθισμένες αναπηρίες, οι ιάσιμες αρρώστιες, περνούν απαρατήρητες, Απέναντι στις σοβαρότερες όμως καταστάσεις, ποια θα πρέπει είναι η στάση  μας; Όλοι σε κάποιο σημείο μειονεκτούμε, άλλος λιγότερο, άλλος κάποτε περισσότερο. Ο ανάπηρος δεν επιζητά τις εκδηλώσεις του οίκτου μας. Είναι σαν να του λέμε, «δυστυχισμένε, σε λυπάμαι που είσαι έτσι, αλλά να που έρχομαι να σε δω και ασχολούμαι για λίγο μαζί σου...» Από μέσα μας την ίδια ώρα εννοούμε, «τι δράματα έχει η ζωή, τι κρίμα να υπάρχουν τέτοιες καταστάσεις, ευτυχώς εγώ είμαι καλά και γερός!» Αλλά φυσικά μια τέτοια αντιμετώπιση δεν αποτελεί έκφραση Χριστιανικής αγάπης.
Ο ανάπηρος και ο άρρωστος δεν έχουν ανάγκη κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικό από αυτό πού θέλουμε όλοι. Να μας αντιμετωπίζουν οι άλλοι στην αρρώστια μας και στη μικρή ή μεγάλη αναπηρία μας με φυσικότητα, να αποδέχονται αυτό που μας συμβαίνει με απλότητα, να χαίρονται τη συντροφιά μας και να προσπαθούν να καλύπτουν όσο μπορούν τη μειονεξία μας, με τη βοήθεια τους. Όταν αγαπάς πονάς αλλά δεν λυπάσαι, συμπάσχεις αλλά δεν αδρανείς, βοηθάς, μοιράζεσαι, κατανοείς και κυρίως συμπεριφέρεσαι με ίσους όρους, δεν προσβάλλεις τον απέναντι σου με την απομάκρυνση ή την αποστροφή σου.
Ακόμα και όταν η αναπηρία είναι μόνιμη και σημαντική και η αρρώστια δεν είναι περαστική, όπως μια χρόνια πάθηση, καρκίνος, δερματοπάθεια, σχιζοφρένεια, τίποτα απ’ αυτά δεν διαφοροποιεί τον άνθρωπο από την εικόνα του Θεού, πως λοιπόν εμείς θα αποστρέψουμε με δυσαρέσκεια το βλέμμα μας;
Αυτό ακριβώς επιζητούν ο ανάπηρος και ο άρρωστος, ο μελλοθάνατος κάθε είδους, θανατοποινίτης ή καρκινοπαθής, ο αποκρουστικός στην όψη αδελφός μας, όλοι διψούν γι’ αυτό το ένα και μοναδικό: αποδοχή, συντροφικότητα, με μια λέξη, αγάπη και μόνο αγάπη, καθαρή, χωρίς ενδοιασμούς και επιφυλάξεις.  
     
Αυτή ακριβώς την αντιμετώπιση επιδιώκουν να έχουν και τα παιδιά  στον τέταρτο όροφο. Το κοινό πρόβλημα, η ίδια ηλικία, ο συγκεκριμένος χώρος, βοηθούν την ανάπτυξη φιλίας. Το μυαλό ξεφεύγει από τις δυσοίωνες προοπτικές, δημιουργούνται στόχοι και επιδιώξεις προσιτές. Αστεία με τις νοσοκόμες, νυχτερινή ψυχαγωγία στα υπόγεια του Νοσοκομείου, αγώνας δρόμου στους άδειους διαδρόμους με τα καροτσάκια, φωτογράφηση στο ακτινολογικό μηχάνημα, η προσδοκία της εμφάνισης ενός μοντέλου στον επάνω όροφο και πάνω απ’ όλα η επικείμενη διεξαγωγή ενός αγώνα μπάσκετ, που όλα μαζί μετατρέπουν το βαρύ κλίμα της αρρώστιας και του θανάτου, σε ένα τραγούδι ζωής. Η φιλία που ενώνει τη μικρή παρέα, είναι απόλυτα πειστική για τη γνησιότητα των αποτελεσμάτων της. Η κοινή πραγματικότητα που ζουν στη ζεστή συντροφικότητα του προβλήματος τους, έστω και αν ξεφεύγει κάποιες φορές από μια καθώς πρέπει συμπεριφορά, είναι πολύ πιο υγιής από τη ζωή πολλών παιδιών που μεγαλώνουν στη μοναξιά του «φυσιολογικού» τους κόσμου.

Παράλληλα το κάθε παιδί έχει τη δική του ψυχοσύνθεση, τα δικά του προβλήματα και τραύματα. Πέρα από την κοινωνία του Νοσοκομείου στην οποία ζουν, που είναι άλλωστε εικόνα του έξω κόσμου με τους καλούς και τους δύσκαμπτους χαρακτήρες που μας περιβάλλουν, υπάρχουν και οι οικογένειες των παιδιών που συμπορεύονται όπως μπορούν με τα προβλήματα τους και ανάλογα επηρεάζουν τους νεαρούς νοσηλευόμενους.
Ο σκηνοθέτης προβάλλει και αξιοποιεί μοναδικά τις υγιείς δυνάμεις που διαθέτει ο άνθρωπος, άσχετα από τη σωματική του κατάσταση. Το ψυχικό σθένος επικρατεί της σωματικής αδυναμίας και όπως γράφει μια ισπανική κριτική της ταινίας, με το γέλιο διαλύεται ο πόνος και η μοναξιά χάνει την ηχώ της.
Ίσως κάνει εντύπωση η απουσία κάποιου ιερέα από ένα τέτοιο έργο, με κεντρικό θέμα ιδιαίτερης κοινωνικής ευαισθησίας, όμως η ταινία θέλει ακριβώς να τονίσει τις ανθρώπινες δυνατότητες, την προσαρμοστικότητα και την αγωνιστικότητα στα πλαίσια της ομαδικότητας και της φιλίας. Εν τούτοις, όταν ο Μικελάντζελο εξουθενωμένος από την αίσθηση εγκατάλειψης, πλησιάζει κλαίγοντας στο τηλέφωνο και καλεί τον αντικειμενικά απόμακρο, αδύναμο και εγωκεντρικό πατέρα του, στην πραγματικότητα αναζητά στον Θεό-πατέρα, τη στοργή και τη βοήθεια που μόνο Εκείνος μπορεί να του προσφέρει. Και ο Θεός πάντοτε ανταποκρίνεται στις καρδιές που με ειλικρίνεια τον επικαλούνται.

Ως προς την ευαισθησία ωστόσο που έχουμε όλοι απέναντι στα άρρωστα και ανάπηρα παιδιά, θα πρέπει να μας προβληματίσει το πόσο μονομερής και επιφανειακή είναι. Γιατί παράλληλα, αδιαφορούμε τελείως για την ψυχική τους ίσως αναπηρία, την αναπηρία της προσωπικότητας τους, για την πιθανή πνευματική αναπηρία  των υγιών παιδιών μας και φυσικά ελάχιστα μας απασχολεί η δική μας βαθιά ανικανότητα να αντιληφθούμε την αλήθεια γύρω μας και να την αξιολογήσουμε χωρίς αυταπάτες. Αν συνέβαινε αυτό, θα ανησυχούσαμε περισσότερο για την εσωτερική μας ζωή και των παιδιών μας, από ό τι για την εμφάνιση μας και την κοινωνική μας προβολή και επιτυχία, θα μας ενοχλούσε  περισσότερο η χαμένη ηθική μας ακεραιότητα από ό τι η μειωμένη σωματική μας ευεξία.
Μόνο αποκαθιστώντας τη δική μας ψυχική ισορροπία, θα αποκτήσουμε τη δυνατότητα να απομυθοποιήσουμε όλα τα κακά που μας περιβάλλουν και θα μπορέσουμε να κοιτάζουμε στα μάτια τους άρρωστους, τους ανάπηρους, τους άθλιους αυτού του κόσμου, όπως τους κοίταζε ο Χριστός, με αγάπη. 

Η μέρα του σημαντικού αγώνα μπάσκετ κάποτε έφθασε, αλλά οι «καραφλούληδες» μας, έχασαν. Οι ελπίδες που είχαν στις ικανότητες του νέου φίλου τους Γιόργκε, αποδείχτηκαν μάταιες.
Ωστόσο δεν ήταν παρά ένας αγώνας μπάσκετ. Η ζωή συνεχίζεται. Όποιος έχει νοιώσει την πιθανότητα του θανάτου κοντά του, ξέρει πόση αξία έχει μόλις ξεπερνάς μια δυσκολία, να βλέπεις πως η ζωή συνεχίζεται.
Όλα κυλούν ομαλά και είναι το μόνο σημείο στην ταινία που θα μπορούσε κάποιος να υποβάλλει μια ένσταση. Ότι ο σκηνοθέτης επιδιώκει να ολοκληρώσει το μήνυμα του, επικεντρώνοντας μόνο στα καλά της ζωής στο Νοσοκομείο, στα θετικά στοιχεία της φιλίας, στην ξενοιασιά που μπορεί να αναπτυχθεί όταν υπάρχει θέληση. Αλλά την απάντηση τη δίνει και πάλι η ίδια η ταινία. Γιατί οι ηθοποιοί δεν υποδύονται τους ρόλους τους., «είναι» παιδιά ανάπηρα, χωρίς πόδια, καθηλωμένα στα καροτσάκια τους, που όμως μπόρεσαν να δουν αυτό που εμείς ακόμα δυσκολευόμαστε να δεχθούμε. Ότι η φυσική κατάσταση και ο προσδόκιμος χρόνος επιβίωσης, είναι παράγοντες δευτερεύοντες στο τι βιώνει εσωτερικά ο άνθρωπος στη ζωή του..

Ο αγώνας τελείωσε, το γυμναστήριο άλλαξε όψη, ένα χορευτικό κέντρο με ορχήστρα είναι στη διάθεση των παιδιών. Τα φώτα χαμήλωσαν, όλοι αισθάνονται χαρούμενοι. Μουσική, χορός, τραγούδι, όλα είναι στη ζωή. Δεν υπάρχουν διαστάσεις δυστυχίας και ευημερίας. Είναι η ίδια ζωή για όλους Τα ίδια γεγονότα για όλους. Η διαφορά στο πως ζει ο καθένας, εξαρτάται από το πως ερμηνεύει στον εαυτό του τα γεγονότα αυτά. Ό τι έχει κανείς μέσα του, αυτό προβάλλει. Όποιος έχει στην καρδιά του αγάπη και ειρήνη, τα προβάλλει και στους γύρω του. Όποιος αισθάνεται μέσα του ελεύθερος, ποτέ δεν θα νοιώσει ανάπηρος, καθηλωμένος.   

Ο Γιόργκε, ο τέταρτος της παρέας, είχε έρθει στο νοσοκομείο για βιοψία.. Οι τρεις φίλοι τον δέχθηκαν κοντά τους, τον εντάξανε στην ομάδα τους, συμμετείχαν και ελάφρυναν την αγωνία του, του συμπαραστάθηκαν για να μάθει το αποτέλεσμα της εξέτασης, μοιράστηκαν τη χαρά μαζί του όταν πληροφορήθηκαν πως αυτό ήταν αρνητικό και από το παράθυρο του τέταρτου ορόφου που έβλεπε στο δρόμο, με ανάμικτα συναισθήματα, παρακολούθησαν την αποχώρηση του. Και τα τρία παιδιά, ίσως και όλοι οι θεατές την ίδια ώρα, περίμεναν τον Γιόργκε να γυρίσει προς το μέρος τους, να ρίξει μια τελευταία ματιά ψηλά, να κινήσει το χέρι του σε ένα νεύμα συμπαράστασης, φιλίας και αποχαιρετισμού. Όμως εκείνος, γεμάτος από τη χαρά του που «τη γλίτωσε», μπήκε με τους δικούς του στο αυτοκίνητο και έφυγαν. Ίσως αυτή ήταν η πιο πικρή σκηνή σε όλο το έργο.
Αν δεν ξεχνούσαμε τόσα πολλά και τόσο εύκολα, σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος. 


Μ. Ψ.