Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Like Dandelion Dust [ΗΠΑ – 2009]






Σε μια υ­πό­θε­ση υι­ο­θε­σί­ας, ό­που οι φυ­σι­κοί γο­νείς δι­εκ­δι­κούν με­τά α­πό ε­πτά χρό­νια α­πό τους θε­τούς, την ε­πι­στρο­φή του υι­ο­θε­τη­μέ­νου παι­διού τους, η ζω­ή ό­λων α­να­στα­τώ­νε­ται και α­να­πό­φευ­κτα δη­μι­ουρ­γούν­ται προ­βλή­μα­τα και δυ­σα­ρέ­σκει­ες. Πα­ράλ­λη­λα ό­μως πα­ρου­σι­ά­ζον­ται και αν­τί­στοι­χες ευ­και­ρί­ες, για να γνω­ρί­σει ο κα­θέ­νας κα­λύ­τε­ρα τον ε­αυ­τό του και να αν­τι­λη­φθεί, πως τί­πο­τα στη ζω­ή δεν εί­ναι δε­δο­μέ­νο.  

H ται­νί­α, σκη­νο­θε­τη­μέ­νη α­πό τον Jon Gunn και βα­σι­σμέ­νη σε μυ­θι­στό­ρη­μα της Karen Kingsbury, κρα­τά α­μεί­ω­το το εν­δι­α­φέ­ρον του θε­α­τή, ε­στι­ά­ζον­τας στους χα­ρα­κτή­ρες των δυ­ο ζευ­γα­ρι­ών γο­νέ­ων που ζουν σε εν­τε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κούς κό­σμους.
Ό­σο α­νό­μοι­ες κι αν εί­ναι ό­μως οι συν­θή­κες της ζω­ής τους, οι ελ­πί­δες, τα ό­νει­ρα και οι ε­νέρ­γει­ες τους ε­πι­κεν­τρώ­νον­ται στον ί­διο στό­χο.



Ο Τζακ Κάμ­πελ [Cole Hauser] με τη γυ­ναί­κα του Μόλ­λυ [Kate Levering] και τον γιο τους Τζό­ι [Maxwell Perry Cotton], α­πο­τε­λούν μια ευ­τυ­χι­σμέ­νη οι­κο­γέ­νεια. Το παι­δί με­γα­λώ­νει σε έ­να πε­ρι­βάλ­λον υ­γεί­ας, χα­ράς και ευ­η­με­ρί­ας. 
Η Μό­λυ, εί­ναι μια μη­τέ­ρα ι­δι­αί­τε­ρα δο­τι­κή και τρυ­φε­ρή στην α­γά­πη της.  
Ο Τζακ, έ­να «ι­δα­νι­κό» πρό­τυ­πο πα­τέ­ρα, με σω­στή συμ­πε­ρι­φο­ρά α­πέ­ναν­τι στο γιο του και με την αυ­το­πε­ποί­θη­ση που του πα­ρέ­χει η οι­κο­νο­μι­κή του ά­νε­ση. Η ά­νε­ση αυ­τή τον κά­νει να υ­πο­τι­μά κά­πο­τε τα αι­σθή­μα­τα και τις προ­θέ­σεις των λι­γό­τε­ρο προ­νο­μι­ού­χων α­πό κεί­νον, έ­χει την τι­μι­ό­τη­τα ό­μως ό­ταν αν­τι­λη­φθεί τα λά­θη του, να ζη­τή­σει συγ­γνώ­μη και την ο­ξυ­δέρ­κεια, να δι­δά­ξει με α­πλό­τη­τα στο γιο του κά­ποι­ες βα­σι­κές α­λή­θει­ες της ζω­ής, που θα α­πο­κα­τα­στή­σουν την ψυ­χο­λο­γι­κή του ι­σορ­ρο­πί­α.

Ξαφ­νι­κά πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μια δι­α­φο­ρε­τι­κή εκ­δο­χή στη ζω­ής τους.
Ο Τζό­ι που εί­ναι το υι­ο­θε­τη­μέ­νο παι­δί, με α­πό­φα­ση του Δι­κα­στη­ρί­ου θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί στους Πόρ­τερ, τους φυ­σι­κούς γο­νείς του. Η υι­ο­θε­σί­α θε­ω­ρή­θη­κε ά­κυ­ρη, για­τί ο πα­τέ­ρας του παι­διού δεν ή­ταν ε­νή­με­ρος των ε­νερ­γει­ών της συ­ζύ­γου του. Ό­λα ξε­κί­νη­σαν ό­ταν η μη­τέ­ρα του, τον έ­φε­ρε α­πελ­πι­σμέ­νη στον κό­σμο, ε­νώ ο αλ­κο­ο­λι­κός άν­δρας της βρι­σκό­ταν ή­δη στη φυ­λα­κή για ε­πτά χρό­νια, με­τά α­πό δι­κή της κα­ταγ­γε­λί­α για βι­αι­ο­πρα­γί­α.
Η ευ­τυ­χί­α φυ­σι­κά, πο­τέ δεν εί­ναι στα­θε­ρή στον κό­σμο μας και τί­πο­τα δεν ε­ξαρ­τά­ται μό­νο α­πό τις δυ­να­τό­τη­τες μας.         

Η έν­τα­ση έ­χει τη δι­κή της έκ­φρα­ση. Οι δι­α­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις ε­πη­ρε­ά­ζον­ται και οι αν­τι­δρά­σεις α­κο­λου­θούν α­νε­ξέ­λεγ­κτες δυ­να­μι­κές, ό­ταν θί­γον­ται τα αι­σθή­μα­τα και πα­ρα­κάμ­πτον­ται οι ε­πι­θυ­μί­ες. 
Η ι­δι­ο­μορ­φί­α των χα­ρα­κτή­ρων, ε­ξαν­τλεί­ται μέ­σα στην ί­δια τη ζω­ή, που με τους δι­κούς της ρυθ­μούς συμ­πα­ρα­σύ­ρει τις προ­θέ­σεις και τους σχε­δια­σμούς. Ω­στό­σο πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρή στη συ­νεί­δη­ση ό­λων και κοι­νή α­ξί­α, η α­γά­πη για το παι­δί,         που η πα­ρου­σί­α του εί­χε γε­μί­σει με φως τη ζω­ή των θε­τών γο­νι­ών του και η α­που­σί­α του, με προσ­δο­κί­α τη ζω­ή των φυ­σι­κών του γο­νι­ών.
                                                                             
Η α­γά­πη ό­μως βι­ώ­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά α­πό τον κα­θέ­να και εκ­φρά­ζε­ται ε­πί­σης δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ο μι­κρός Τζό­ι θα εί­ναι ο τε­λι­κός α­πο­δέ­κτης. Έ­νας α­πο­δέ­κτης, που σαν ε­λεύ­θε­ρη προ­σω­πι­κό­τη­τα έ­χει κι αυ­τός τα δι­κά του αι­σθή­μα­τα Αν και φαι­νο­με­νι­κά τί­πο­τα δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό κεί­νον, ί­σως εί­ναι αυ­τός που θα δώ­σει την τε­λι­κή λύ­ση, με την εμ­πι­στο­σύ­νη της α­θω­ό­τη­τας του.

Ο Τζό­ι πρέ­πει να κά­νει τρεις ε­βδο­μα­δια­ίες ε­πι­σκέ­ψεις προ­σαρ­μο­γής στους φυ­σι­κούς του γο­νείς, με τη συ­νο­δεί­α και ε­πο­πτεί­α Κοι­νω­νι­κής Λει­τουρ­γού, προ­τού μά­θει την α­λή­θεια. Οι υ­πο­χρε­ω­τι­κές αυ­τές ε­πι­σκέ­ψεις σε μια «φι­λι­κή οι­κο­γέ­νεια», μα­κριά α­πό τους δι­κούς του, εί­ναι για το παι­δί και α­κα­τα­νό­η­τες και σκλη­ρές. Ο Νό­μος ω­στό­σο, έ­χει τη δι­κή του λο­γι­κή.

Ο Ριπ Πόρ­τερ [Parry Pepper], βγαί­νον­τας α­πό τη φυ­λα­κή, εί­χε πά­ρει την α­πό­φα­ση να αλ­λά­ξει ζω­ή. Ό­ταν μα­θαί­νει την ύ­παρ­ξη του Τζό­ι, η α­πό­φα­ση του ε­δραι­ώ­νε­ται. Α­πό την πρώ­τη συ­νάν­τη­ση μα­ζί του, χτί­ζει βή­μα-βή­μα με­τα­ξύ τους μια φι­λι­κή σχέ­ση εμ­πι­στο­σύ­νης, ε­νώ ό­μως ό­λα πη­γαί­νουν κα­λά, η ι­κα­νο­ποί­η­ση που αν­τλεί α­πό το και­νούρ­γιο του πρό­σω­πο, αμ­βλύ­νει την ε­γρή­γορ­ση του και το στρες του εγ­χει­ρή­μα­τος του, μει­ώ­νει τις αν­τι­στά­σεις του. Η αυ­το­πε­ποί­θη­ση του κλο­νί­ζε­ται. Πάν­τα βρί­σκε­ται μια α­φορ­μή. Μπο­ρεί να ή­ταν τα ε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια που του πρό­σφε­ρε ο Κάμ­πελ, για να πα­ραι­τη­θεί α­πό τη δι­εκ­δί­κη­ση του παι­διού. Θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο.

Η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­στά­θεια που πα­ρα­μέ­νει α­κά­λυ­πτη, α­κό­μα κι ό­ταν η ε­ξάρ­τη­ση φαί­νε­ται πως έ­χει ξε­πε­ρα­στεί, α­πλώς πε­ρι­μέ­νει την ευ­και­ρί­α της. Μό­λις αυ­τή υ­πάρ­ξει, ξυ­πνά αιφ­νί­δια η ε­πι­τα­κτι­κή α­νάγ­κη για φυ­γή και η τυ­φλή ε­πι­στρο­φή στη γνώ­ρι­μη συ­νή­θεια, εί­ναι η μό­νη δι­έ­ξο­δος. Ό­λες οι α­πο­φά­σεις πα­ρα­με­ρί­ζον­ται, η σω­μα­τι­κή μνή­μη ε­πα­νέρ­χε­ται πα­νί­σχυ­ρη και η ε­πι­θυ­μί­α γί­νε­ται πι­ε­στι­κή. Το ε­σω­τε­ρι­κό κε­νό, κα­τα­πί­νει το θύ­μα του χω­ρίς οί­κτο και δι­σταγ­μό. Το μο­νο­πά­τι της αυ­το­κα­τα­στρο­φής εί­ναι οι­κεί­ο. Λή­θη, α­πό­συρ­ση, η­δο­νι­κή χα­λά­ρω­ση α­πό την έν­τα­ση και δαι­μο­νι­κή αί­σθη­ση αυ­τάρ­κειας. Πως μπο­ρεί κα­νείς να ξε­φύ­γει α­πό έ­ναν τέ­τοι­ο κλοι­ό α­βο­ή­θη­τος;
Το πά­θος πο­λε­μι­έ­ται με ι­σχυ­ρή βού­λη­ση, σθέ­νος κι ε­πι­μο­νή, αλ­λά νι­κι­έ­ται ο­ρι­στι­κά μό­νο με τη βο­ή­θεια του Θε­ού. Για­τί μό­νο Ε­κεί­νος, μπο­ρεί κα­λύ­ψει το κε­νό της έλ­λει­ψης Του.

Το ε­νέρ­γεια του αλ­κο­όλ με­τα­φέ­ρει τον Ριπ ε­πτά χρό­νια πί­σω, στην ί­δια ο­μί­χλη μι­ζέ­ριας κι ε­γω­ι­σμού, που τον εί­χε ο­δη­γή­σει στη φυ­λα­κή. Ο α­λα­ζο­νι­κός ε­αυ­τός του α­να­βι­ώ­νει και θο­λω­μέ­νος δι­εκ­δι­κεί ά­με­σα, ό­σα πι­στεύ­ει πως δι­και­ού­ται και έ­χει στε­ρη­θεί. Ο μι­κρός Τζό­ι παίρ­νει μια γεύ­ση α­δι­και­ο­λό­γη­τα βί­αι­ης συμ­πε­ρι­φο­ράς, που τον α­να­δι­πλώ­νει στον ε­αυ­τό του.

Η Γου­έν­τι Πόρ­τερ [Mira Sorvino – Ό­σκαρ β' Γυ­ναι­κεί­ου Ρό­λου στο Mighty Aphrodite, 1995], βλέ­πει το παι­δί της α­πο­τρα­βηγ­μέ­νο, δυ­στυ­χι­σμέ­νο κι εγ­κλω­βι­σμέ­νο σε μια δί­νη, α­δύ­να­μο να αν­τι­δρά­σει. Τι πα­ρη­γο­ριά μπο­ρεί να του δώ­σει, πως μπο­ρεί να το πλη­σιά­σει με­τά α­πό τό­σα χρό­νια α­που­σί­ας; Αυ­θόρ­μη­τα του προ­σφέ­ρει μια μι­κρή δι­έ­ξο­δο, μια προ­ο­πτι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­σης. Κό­βει και του δί­νει μια πι­κρα­λί­δα, για να κά­μει μια ευ­χή σκορ­πί­ζον­τας την. Τον πα­ρα­κο­λου­θεί ή­ρε­μη, γνω­ρί­ζον­τας κα­λά ποι­α θα εί­ναι η ευ­χή του. Εί­ναι η κεν­τρι­κή σκη­νή ό­λου του έρ­γου.

Συ­νή­θως, η α­λή­θεια βρί­σκε­ται βα­θύ­τε­ρα α­πό την ε­πι­φά­νεια της πρώ­της εν­τύ­πω­σης. Η νο­ε­ρή ευ­χή του Τζό­ι, μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί σαν δει­σι­δαι­μο­νί­α ή σαν έ­να α­πλό παι­χνί­δι. Και αν η ευ­χή τε­λι­κά πραγ­μα­το­ποι­η­θεί, να α­πο­δο­θεί στην «τύ­χη» ή να χα­ρα­κτη­ρι­στεί σαν «σύμ­πτω­ση». Ό­μως η ευ­χή που βγαί­νει μέ­σα α­πό τα βά­θη μιας α­γνής καρ­διάς, εί­ναι πί­στη και η πί­στη εί­ναι η δύ­να­μη της πραγ­μά­τω­σης. Η «α­πό­λυ­τη αυ­τή στιγ­μή» ή­ταν γε­μά­τη α­πό α­γά­πη, α­γά­πη που άγ­γι­ζε τα ό­ρια της θυ­σί­ας και ό­που υ­πάρ­χει τέ­τοι­α α­γά­πη, εί­ναι αι­σθη­τή η πα­ρου­σί­α του Θε­ού.

Ό­λα τώ­ρα θα α­κο­λου­θή­σουν έ­να νέ­ο δρό­μο. Οι Κάμ­πελ α­πο­φα­σί­ζουν να πά­ρουν την υ­πό­θε­ση στα χέ­ρια τους, αλ­λά θα κα­τα­λά­βουν σύν­το­μα πως εί­ναι μά­ται­ο να εκ­βιά­ζουν τις κα­τα­στά­σεις. Οι Πόρ­τερ θα ε­κτι­μή­σουν με κα­θα­ρό­τε­ρο βλέμ­μα τα γε­γο­νό­τα και θα ξε­κι­νή­σουν πά­λι τη ζω­ή τους, με στα­θε­ρό­τε­ρες βά­σεις.
Ό­ταν με­τέ­χου­με στη ζω­ή χω­ρίς έ­παρ­ση, τό­τε ό­λα γί­νον­ται α­πλά και αυ­το­νό­η­τα. Παύ­ου­με να ψά­χνου­με για λύ­σεις στα προ­βλή­μα­τα μας, ό­ταν πά­ψου­με να τα βλέ­που­με σαν α­νε­πι­θύ­μη­τες κα­τα­στά­σεις και α­πο­σύ­ρου­με την α­γω­νί­α μας α­π’ αυ­τά. Η εμ­πι­στο­σύ­νη στον Θε­ό και η α­πο­δο­χή των δώ­ρων του, εί­τε τα κα­τα­νο­ού­με εί­τε ό­χι, θα γε­μί­σουν το κε­νό της καρ­διάς μας.

Χω­ρίς να γί­νε­ται σε ό­λη τη διά­ρκεια της ται­νί­ας κα­μί­α ά­με­ση α­να­φο­ρά στον Θε­ό, εί­ναι δι­ά­χυ­τη μια αί­σθη­ση πλη­ρό­τη­τας, που τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται κλι­μα­κω­τά με την ε­ξέ­λι­ξη του έρ­γου και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται στη συ­νεί­δη­ση του θε­α­τή, ό­ταν ό­λες οι ε­πι­μέ­ρους σκη­νές θα πά­ρουν τη συγ­κε­κρι­μέ­νη θέ­ση τους στο σκη­νο­θε­τι­κό παζλ και θα το συμ­πλη­ρώ­σουν αρ­μο­νι­κά. Άλ­λω­στε εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των θε­ϊ­κών ε­νερ­γει­ών και ε­πεμ­βά­σε­ων, η α­θό­ρυ­βη και ή­ρε­μη α­να­τρο­πή των λο­γι­κών και δι­α­φαι­νό­με­νων προ­ο­πτι­κών, τό­σο που ό­ποι­ος δεν έ­χει την ευ­αι­σθη­σί­α να βλέ­πει την καρ­διά των πραγ­μά­των, χά­νει την ου­σί­α της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ο θε­α­τής χω­ρίς κα­μιά προ­τρο­πή, α­φή­νε­ται α­νε­πη­ρέ­α­στος να α­πο­κο­μί­σει ό,τι μπο­ρεί α­πό την ι­στο­ρί­α αυ­τή.

Η Κοι­νω­νι­κή Λει­τουρ­γός κυ­ρί­α Μπό­ου­ερ, δί­νει στο έρ­γο μια αι­σι­ό­δο­ξη πι­νε­λιά, με τον γε­μά­το αν­θρω­πιά ε­παγ­γελ­μα­τι­σμό της, που ε­ξευ­γε­νί­ζει την έν­νοι­α του κα­θή­κον­τος. Σαν κα­τα­λύ­της ε­ξο­μα­λύ­νει τις αν­τί­ξο­ες κα­τα­στά­σεις και με­τα­τρέ­πει σε πρά­ξη τις ευ­χές και σε γέ­φυ­ρες τις αν­τι­θέ­σεις.

Η α­δελ­φή της Μό­λυ Κάμ­πελ, Μπεθ και ο σύ­ζυ­γος της Μπιλ συμ­πλη­ρώ­νουν τις χα­ρα­κτη­ρι­ο­λο­γι­κές αν­τι­θέ­σεις των ζευ­γα­ρι­ών της ται­νί­ας. Ο Μπιλ, ε­πι­φα­νεια­κά α­δι­ά­φο­ρος, εκ­πέμ­πει στα­θε­ρό­τη­τα, κα­λο­σύ­νη και κα­τα­νό­η­ση, ε­νώ η Μπεθ, μέ­σα α­πό έ­να στε­νό θρη­σκευ­τι­κό ο­πτι­κό πε­δί­ο, ερ­μη­νεύ­ει το θέ­λη­μα του Θε­ού και θε­ω­ρεί κα­θή­κον της να ε­πέμ­βει στις ε­ξε­λί­ξεις. Μπο­ρεί ό­μως κα­νείς να ει­κά­ζει τα σχέ­δια του Θε­ού και να προ­δι­κά­ζει το μέλ­λον; Εί­ναι δυ­να­τόν να γί­νουν αν­τι­λη­πτοί α­πό τον άν­θρω­πο, οι τρό­ποι που ε­νερ­γεί ο Θε­ός;

Ε­νώ εί­ναι α­κα­τά­λη­πτος στη ου­σί­α Του, την ί­δια στιγ­μή εί­ναι α­πλός και προ­ση­νής, προ­σφε­ρό­με­νος στην ε­λά­χι­στη ει­λι­κρι­νή μας ε­πί­κλη­ση. Δι­ευ­θε­τεί τα πάν­τα κα­τά την οι­κο­νο­μί­α Του, αν­τι­με­τω­πί­ζει με ά­πει­ρη υ­πο­μο­νή και ε­πι­εί­κεια την ε­πι­πο­λαι­ό­τη­τα των παι­δι­ών Του και βέ­βαι­α, βρί­σκε­ται παν­τού. Ο μι­κρός Τζό­ι, Τον συ­νάν­τη­σε στην καρ­διά της δαν­τε­λω­τής πι­κρα­λί­δας. Με έ­να φύ­ση­μα τη σκόρ­πι­σε σαν σκό­νη στον α­έ­ρα μα­ζί με τις αν­τί­ξο­ες δυ­νά­μεις και η τρο­μαγ­μέ­νη α­νά­σα του με την ευ­χή του, άγ­γι­ξαν τον Θε­ό που κρυ­βό­ταν κι ε­κεί, στο μι­κρό, εύ­θραυ­στο κι α­νε­κτί­μη­το αυ­τό δώ­ρο της πο­νε­μέ­νης μη­τέ­ρας του και ό­λα πή­ραν τη θέ­ση που έ­πρε­πε στη ζω­ή του. 

Μ. Ψ.



Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ «ΙΕΡΕΑΣ»





Ο Γάλλος κριτικός Ζορζ Σαντούλ, είχε πει πως ο κινηματογράφος είναι η «δυναμικότερη μορφή τέχνης, που απευθύνεται στα πλατιά κοινωνικά στρώματα». Γι αυτό, η 7η τέχνη έγινε βιομηχανία ανόητης διασκέδασης, μέσο υψηλής αισθητικής και ψυχαγωγίας, αλλά και μέσο προπαγάνδας για τις διάφορες ολοκληρωτικές εξουσίες ώστε να περάσουν το μήνυμά τους, να παρουσιάσουν την δική τους εκδοχή της πραγματικότητας.

Ο κινηματογράφος ως τέχνη συνθέτει όλες τις υπόλοιπες τέχνες αλλά και εκπληρώνει μια βαθύτατη ανάγκη του ανθρώπου: να δει και ν' ακούσει χωρίς ενδιάμεσους (κυβερνήσεις, πολιτικούς, ΜΜΕ). Να δούμε και ν’ ακούσουμε: έναν άνθρωπο σε στιγμές απελπισίας, μια γυναίκα να αναλύεται σε λυγμούς η ένα παιδί να θρηνεί... Απλά πράγματα που το μάτι μας έχει μάθει να τα αποφεύγει. Μερικές ταινίες τα επαναφέρουν στην μνήμη μας και έτσι μας ενώνουν με την ζωή μ' ένα δεσμό σχεδόν αόρατο. Μας παρουσιάζουν την αλήθεια με ένα τρόπο λυρικό και κρυστάλλινο, ανατρέπουν κυρίαρχες ιδεολογίες, αναδεικνύουν το καίριο και σημαντικό, προβάλλουν πρότυπα ζωής, κι όχι χάρτινους ήρωες που αποκοιμίζουν και διαφθείρουν την συνείδηση.

Η ταινία «Ο Ιερέας» είναι μια τέτοια ταινία. Περιγράφει την αλήθεια χωρίς να σου δίνει την εντύπωση της στρατευμένης τέχνης. Με τρόπο ποιητικό μα συνάμα ρεαλιστικό, λέει αλήθειες που πολλοί προσπάθησαν χρόνια τώρα να παραχαράξουν. Είναι ένα σύγχρονο συναξάρι οσιακού και μαρτυρικού βίου, τον οποίο έζησαν χιλιάδες δίκαιοι των καιρών μας. Μας περιγράφει με αδρά χρώματα πια είναι η ομολογία ενός ιερέα – αλλά κατ ’επέκταση και οποιουδήποτε Χριστιανού σε καιρούς δύσκολους και δίσεκτους.

Να συμπληρώσω ότι στην ταινία  παρατηρούμε μια μεγάλη ισορροπία μεταξύ φόρμας και περιεχόμενου. Δεν είναι απλώς μια κηρυγματική ταινία. Είναι μια ταινία με πολύ στέρεα αφήγηση. με αρχή, μέση και τέλος και ταυτόχρονα με μια ποιητική κινηματογράφηση, πολλές σκηνές, πολλά πλάνα, γρήγορο μοντάζ. Όμως έχουμε κι ένα θαυμάσιο σενάριο, ένα θαυμάσιο περιεχόμενο. Δεν αφήνει τον θεατή καθόλου να κουραστεί, αλλά επιβάλλει με γλαφυρό τρόπο ένα υψηλό πνευματικό προβληματισμό.

* * *

Να δούμε πρώτα το ιστορικό πλαίσιο: Πριν την επανάσταση του 1917, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία εκείνου του καιρού, υπήρχαν 51.918 Ναοί στην Ρωσία. Το 1941 μόνο 4.225 παρέμειναν!

Μόνον 20 Μοναστήρια απέμειναν από τα 1025! Αρκετές Εκκλησίες και Μονές, μετατράπηκαν σε τόπους φυλακών, βασανιστηρίων, εξορίας, μαζικών εκτελέσεων και θανάτων.

Η επιτροπή των αρχείων των κρατικών υπηρεσιών της Ρωσίας δήλωσε ότι στη δεκαετία 1930-40 είχαν συλληφθεί 136.900 κληρικοί, εκ των οποίων θανατώθηκαν 85.300. Το 1941 μόνο 5.665  κληρικοί παρέμειναν ελεύθεροι.

Ας προσθέσουμε εδώ μερικά νούμερα ακόμα: 60.000.000 οι νεκροί της θηριωδίας του Β παγκοσμίου πολέμου λόγω της παράνοιας του ναζισμού (δεν συμπεριλαμβάνουμε εδώ τα 20.000.000 που έγιναν στο μέτωπο της Κίνας, Ινδοκίνας, Ιαπωνίας), 20.000.000 τα θύματα των Γερμανών στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αν και είναι γνωστό πως στο νούμερο αύτό συμπεριλαμβάνονται και πολλά θύματα των Σταλινικών διώξεων.

Η μεταστραφείσα στον Χριστιανισμό, πρώην άθεη καθηγήτρια Τατιάνα Γκορίτσεβα έγραφε τότε: «Η ώρα του Μαρτυρίου ήταν για την Ρωσική Εκκλησία η καλύτερα ώρα. Ήταν η ώρα της ανθήσεως. Η Εκκλησία, που εξωτερικά δεν είχε σχεδόν καμία δύναμη, έγινε εσωτερικά τόσο δυνατή, τόσο καθαρή, ώστε να είναι πραγματική Εκκλησία. Δεν είναι οργανισμός, δεν είναι ίδρυμα. Είναι το Σώμα του Χριστού, το όποιο υποφέρει- το οποίο σταυρώθηκε και αναστήθηκε»!



Η ταινία «Ο Ιερέας» μας περιγράφει με ακρίβεια τι σημαίνει μαρτυρία Χριστού. Σε μας τους ζαλισμένους από την καλοπέραση και τον καταναλωτισμό Νεοέλληνες, θυμίζει πως ο δρόμος προς την Αγιότητα περνά μέσα από την ομολογία της πίστης, την αγάπη στον πλησίον, την ευχαριστία «πάντων ένεκεν», την παρησσία απέναντι στον διώκτη.

Σταχυολογοῦμε εικόνες και σύμβολα από την ταινία:

Λέει ο Ιερέας όταν του ανατίθεται η νέα διακονία του: «Ταξιδεύουμε για να δώσουμε ζωή στην έρημο». Η πραγματική εκκλησία, όσοι ακολουθούμε η πασχίζουμε να ακολουθήσουμε τον Χριστό, όχι επειδή γεννηθήκαμε σε μια ορθόδοξη οικογένεια η επειδή υπηρετούμε τον θεσμό η επειδή έτυχε να βαφτιστούμε, αλλά όσοι κατά την διάρκεια της ζωής μας το βάπτισμά μας προσπαθούμε συνεχώς να το τιμούμε - παρόλη την αδυναμία και την αμαρτία μας - αυτό παλεύουμε: Να δώσουμε ζωή στην έρημο, ταξιδεύοντας την οδό προς την Βασιλεία του Θεού. Δεν είναι λόγια. Αυτή είναι η παράδοση της Εκκλησίας.

Καθώς ο Ιερέας αποκαθιστά τον Ναό που οι κομμουνιστές είχαν μετατρέψει σε κομματική λέσχη, βλέπουμε πάνω στην βεβηλωμένη Αγία τράπεζα, στην θέση του ευαγγελίου μία υδρόγειο. Στην θέση του παντοκράτορα το δημιούργημα, το κτίσμα. Στην θέση του Λόγου του Θεού, συνθήματα μίσους, κούφια, αίολα. Στην θέση του γλυκύτατου Ιησού μισάνθρωποι  ήρωες.

Ο Ιερέας παίρνει στα χέρια του την υδρόγειο και εις τύπον και τόπον Χριστού πράττει με την ζωή του αυτό που οφείλει να κάνει κάθε Χριστιανός ιερέας αλλά και λαϊκός: Ο π. Αλέξανδρος που έχει ο ίδιος περάσει βασανιστήρια και εξορίες όπως μαθαίνουμε στην αρχή της ταινίας, εξαγιάζει την ύλη δια του εξαγιασμού της ζωής του.

Το κήρυγμά του αρέσει ακόμα και στον Εβραίο της γειτονιάς. «Κήρυγμα κατευθείαν στην καρδιά» όπως μαρτυρούν οι άλλοι, όχι ξύλινο η θεωρητικό, ξένο από τις ανάγκες του ποιμνίου. Όταν λέμε λόγο αληθείας, ακόμα και οι ετερόδοξοι μας παραδέχονται.

Ο κομμουνιστής στρατιώτης λέει χλευστικά πως για τους Χριστιανούς κάθε μέρα είναι γιορτή. Μέσα στην απιστία του διαπιστώνει την αληθεια. Κάθε μέρα του μετανοούντος πιστού είναι ευχαριστία και δοξολογία, χαρά στον κήπο του Θεού.

Ο ιερέας ευλογεί τα παιδιά του λαού που πηγαίνουν στον πόλεμο κι ας εξουσιάζει τον στρατό ο σταυρωτής του.

Κάνει υπακοή στην Εκκλησία για χάρη του ποιμνίου παρ’ ότι αρχικά διαφωνεί με την συνεργασία με τους φασίστες Γερμανούς. Όπως λέει ο επίσκοπος: Ο καλός ποιμένας δίνει την ψυχή του για τα πρόβατά του.

Παραδέχεται ταπεινά ότι: Φοβάμαι τον θάνατο, μα αν έχει έρθει η ώρα μου, λέει, δόξα τω Θεώ! Χωρίς κομπορρημοσύνες είναι έτοιμος κάθε στιγμή να ομολογήσει με το μαρτύριο και να πορευτεί στα χέρια του πλάστη του.

Ο π. Αλεξανδρος βρίσκεται στο κέντρο του μίσους μεταξύ ανταρτών και συνεργατών των ναζί. Δηλώνει απερίφραστα αυτό που είναι η ιστορική αλήθεια, την οποία οι τυφλωμένοι από το δαιμονικό μίσος άνθρωποι έχουν ξεχάσει:  ΟΥΤΕ οι Γερμανοί, ούτε οι Μπολσεβίκοι θα μείνουν αιώνια. Μόνο ο Ιησούς Χριστός. Ο Άγιος Γέροντας Πορφύριος έλεγε: «Δεν πρέπει να θέσουμε τίποτα πάνω από την αγάπη του Χριστού. Είναι η χαρά. Αυτός είναι η ζωή, το φως. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η απώτερη επιθυμία. Τα πάντα είναι όμορφα στον Χριστό».

Είμαι με τον Ιησού Χριστό, την Παναγία, τον Άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ, λέει σ’ αυτόν που τον απειλεί. «Επόμενος Αγίοις πατράσι», αγαπά την πατρίδα του αλλά πιστεύει μόνο στην Ουράνια πατρίδα όπως γράφει η προς Διόγνητον επιστολή τον 2ο αιώνα: «Οι Χριστιανοί ζουν στην δική τους ο καθένας πατρίδα αλλά ως πάροικοι. Μετέχουν σε όλα τα κοινά ως πολίτες και υπομένουν τα πάντα, όμως σαν να ήσαν ξένοι. Η ξενιτειά είναι πατρίδα τους και η πατρίδα τους ξενιτειά».

Μαρτυρία του η αγάπη του Θεού κι η συγχώρεση: Να αγαπήσεις ακόμα και τον εχθρό σου: Στον αντάρτη που πηγαίνει στο σπίτι του με αδιευκρίνιστες προθέσεις λέει: Πριν με σκοτώσεις, άσε με να σε ελευθερώσω από τις αμαρτίες σου. Του διαβάζει συγχωρητική ευχή σε περίπτωση που τον σκοτώσει. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έλεγε πως όποιος έχει την δύναμη της αγάπης για τους εχθρούς γνωρίζει τον Κύριο Ιησού Χριστό εν Πνεύματι και Αλήθεια. Ν' αγαπάς τους εχθρούς σου σημαίνει ότι ακολουθείς τα χνάρια του Χριστού που σταυρώθηκε για τους εχθρούς του. Προσευχόμενος συμπάσχεις, γιατί καταλαβαίνεις ότι αυτοί υποφέρουν από την αμαρτία τους.

Ο Ιερέας αρνείται να κηδεύσει τους αμετανόητους δοσίλογους. Με παρρησία δηλώνει ότι δεν μπορεί να ευχηθεί να «καταταχτούν με τους αγίους», αυτοί που και τον Θεό και την πατρίδα είχαν αρνηθεί, σκοτώνοντας, τρομάζοντας και κακοποιώντας τον πλησίον. Δεν το κάνει από μίσος, αλλά γιατί έτσι υποδεικνύει σε όλους ότι δεν μπορεί να νομιμοποιήσει την κτηνωδία. Αφήνει τους νεκρούς στην δίκαια κρίση του Θεού.

Μα κι όταν μιλάει για τα προσωπικά του, ασκητικό και συνάμα ευχαριστιακό το φρόνημά του. Η γυναίκα του είναι η πέτρα που ακονίζει το θέλημά του, λέει. Σαν μια ελάχιστη μονάδα αυτός, σαν μηδέν εκείνη - λόγω σωματικής κατασκευής- διαφορετικοί στους χαρακτήρες, μα σπουδαίοι στα μάτια του Θεού, όταν ενωμένοι και συνηγμένοι στο όνομά Του αγωνίζονται τον δρόμο της αγάπης. Αυτής της αγάπης που ομολογεί μπροστά στην φωτογραφία της όταν εκείνη έχει θυσιαστεί.

Βράχος δίπλα του η πρεσβυτέρα Αλεντίνα, και παρ’ ότι με τις ευαισθησίες και τις ιδιοτροπίες και την δεισιδαιμονία της φαίνεται να δυσανασχετεί με τα λόγια, στην πράξη τον ακολουθεί άφοβα στον δρόμο του μαρτυρίου. Τον ενισχύει στον αγώνα του, περιθάλπτει ορφανά παιδιά, τρέχει μαζί του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης  για να ενισχύσει τους εξαθλιωμένους αιχμαλώτους. Κάνοντας πράξη τον λόγο του Κυρίου πως «κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει την ζωή του για χάρη των φίλων του», χάνεται μέσα στο δάσος για να μην κολλήσει τύφο τους συνανθρώπους της, παρακαλώντας τον Θεό να δεχθεί την θυσία της και να μην την θεωρήσει ως αυτοκτονία. Ζητά την συγχώρεση για όποιον πίκρανε και παρακαλεί τον ιερέα να προσεύχεται για τις αμαρτίες της, αφού ως γνήσια Ορθόδοξη δεν έχει καμμία ψευδαίσθηση αυτοδικαίωσης, αλλά όμως ζει με την βεβαιότητα της συνάντησής τους στην βασιλεία των ουρανών.

Στο τέλος της ιστορίας ο ιερέας θα πορευτεί και πάλι τον δρόμο του μαρτυρίου. Όμως η ειρήνη στα μάτια του, η χαρμολύπη που είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του φανερώνει την γαλήνη της καρδιάς του: «τον καλόν αγώνα ηγώνισμαι, τον δρόμον  τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα», απόστολος κι αυτός της αγάπης του Χριστού, όπως κι ο Μέγας Παύλος. Αν θα πεθάνει σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης η θα τον ξανασυνανήσουμε ιερομόναχο μετά από χρόνια πολλά, είναι θέμα του καλού σεναριογράφου. Ο ιερέας έχει ήδη προγευτεί την βασιλεία του Θεού. 

Η ταινία του Vladimir Khotinenko θα έπρεπε να παίζεται σ’ όλους τους ναούς της χώρας. Για να θυμόμαστε πρώτοι απ’ όλους εμείς οι χριστιανοί, τι θα πει πραγματική δυσκολία. Κι αν είχαμε ξεχάσει μέσα στην καταναλωτική μας νιρβάνα ότι πάνω από τα δύο τρίτα του κόσμου ζει σε πολέμους και λιμούς και λοιμούς, να θυμηθούμε τι πέρασαν οι λαοί από τους μαύρους και κόκκινους φασισμούς. Να θυμηθούμε ότι ο αιώνας που πέρασε γέμισε τον παράδεισο με χιλιάδες νεομάρτυρες και να πάψουμε να είμαστε αχάριστοι, γκρινιάζοντας για τις δυσκολίες που συμβαίνουν λόγω των δικών μας αμαρτιών στην χώρα μας. Παρά την αστοχία πολλών μελών της, κληρικών και λαϊκών, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ο μοναδικός ζωντανός οργανισμός στην Ελλάδα που διασώζει την ιστορική μνήμη. Η λήθη θεωρείται από τους πατέρες αμάρτημα μεγάλο, στερητικό της αλήθειας.

Και μπορεί όσοι δεν έχουν πίστη να δικαιολογούνται για την απελπισία και τον θυμό τους, αλλά ένας Χριστιανός οφείλει να ζει με ευχαριστία, χαρά και αδιάλειπτη υπόμνηση του Θεού, διαδίδοντας τα καλά νέα και την ελπίδα με το παράδειγμά του, μακριά από τους φανατισμούς και τις ακρότητες.

Ας θυμηθούμε την αρχή της ταινίας: Η κάμερα περνάει πάνω από έναν υπέροχο ποταμό, μέσα στην όμορφη φύση, στον παράδεισο αυτό που μας έδωσε ο Θεός και που εμείς τον κάνουμε κόλαση. Και ακούγεται η φωνή του ιερέα καθώς λέει: «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Και λίγο αργότερα, καθώς βαπτίζει την μικρή Εβραιοπούλα ακούγεται στην κατήχηση το ερώτημα, «ἀποτάσσῃ τῷ σατανᾶ. Καί πάσι τοῖς ἔργοις αὐτού;...». Και καθώς οι ποιητικές εικόνες στην φύση και στην εκκλησία περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μας, ταυτόχρονα σε παράλληλη αφήγηση, με παράλληλο μοντάζ, βλέπουμε τον σκληρό κατακτητή να εισβάλλει και να σπέρνει τον πανικό και την βία.

Μας δόθηκε αυτός ο πλανήτης για να ζήσουμε σε μακαριότητα. Κι από τότε που έγινε η πτώση του ανθρώπου, αρνηθήκαμε να ζούμε σε παραδείσια κατάσταση. Και το αμάρτημα αυτό το επαναλαμβάνουμε γενιά με γενιά, άνθρωπος με άνθρωπο. 

 
Τελειώνοντας να θυμίσουμε μία φράση που είπε ο π. Αλέξανδρος στην μικρή Εβραιοπούλα όταν ήθελε να βαπτιστεί. Και της είπε ένα λόγο τόσο σοφό και τόσο σπουδαίο. Αν μείνεις Εβραία - γιατί σαν άνθρωπος του Θεού δεν έχει μισαλλοδοξία για κανένα λαό - αν μείνεις Εβραία, αρκεί νά  κάνεις το καλό στα μάτια του Θεού. Αν γίνεις όμως Χριστιανή πρέπει να τιμάς το βάπτισμά σου. Και οι νεοέλληνες έχουμε διαπράξει αυτή την μεγάλη αμαρτία. Δεν τιμάμε το βάπτισμά μας. Πολλοί από μας είμαστε παραδομένοι στην αχαριστία, στην μισαλλοδοξία, τον λαϊκισμό, τον διχασμό, τις μέριμνες, τις θεωρίες συνομωσίας, την ταραχή. Όσοι, λοιπόν, θέλουμε να λεγόμαστε χριστιανοί ας κάνουμε αρχή μετανοίας τώρα, σήμερα. 

Θα τελειώσουμε με ένα λόγο του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου: Αδελφοί, πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και στην μαρτυρία της Αγίας Εκκλησίας, και τότε θα γευθείτε, ήδη απ' αυτή την γη, την μακαριότητα του παραδείσου. Αληθινά, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας: Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Αμήν.


π. Χριστόδουλος Μπίθας  





Σκηνοθεσία: Vladimir Khotinenko
Παίζουν: Sergei Makovetsky, Nina Usatova, Elizabeth Arzamasova, Stepan Morozov, Kirill Pletnev, Viktoria Romanenko
Χώρα: Ρωσία, 2010
Διάρκεια: 2:08:54


ΥΓ: Επιβάλλεται η Εκκλησία να χρησιμοποιήσει σύγχρονες μορφές επικοινωνίας, την στιγμή που είναι τόσο σαρωτικός γύρω μας ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος διαβρώνει τα μυαλά μας μέσα από την τηλεόραση και από τον εμπορικό κινηματογράφο. Είμαστε σίγουροι, πως αν ο Απόστολος Παύλος ήταν ανάμεσά μας σήμερα, θα μας παράγγελνε να γυρνάμε ταινίες!


Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Ο ε­ξαι­ρε­τι­κός κύ­ριος Λά­ζα­ρος...




Η κα­να­δι­κής πα­ρα­γω­γής ται­νί­α του 2011 Monsieur Lazhar, δη­μι­ουρ­γός της ο­ποί­ας εί­ναι ο Philippe Falardeau, α­πο­τε­λεί μια ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη. (Ελληνικός τίτλος: Ο ε­ξαι­ρε­τι­κός κύ­ριος Λά­ζα­ρος, διάρκεια 94΄. Προτάθηκε για Oscar ξενόγλωσσης ταινίας και πήρε 8 βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ.)

Η ται­νί­α ξε­χω­ρί­ζει για το α­πλό, αλ­λά συ­νά­μα α­πρό­βλε­πτο σε­νά­ριό της. Έ­νας άν­θρω­πος που κου­βα­λά­ει έ­να τε­ρά­στιο προ­σω­πι­κό δρά­μα και ζει με την α­βε­βαι­ό­τη­τα της κά­θε μέ­ρας βρί­σκε­ται στην θέ­ση να στη­ρί­ξει κά­ποι­α παι­διά που έ­χουν πε­ρά­σει έ­να με­γά­λο σοκ: η α­γα­πη­μέ­νη τους δα­σκά­λα έ­χει αυ­το­κτο­νή­σει. Ταυ­τό­χρο­να, κά­ποι­α α­πό αυ­τά κρύ­βουν πί­σω α­πό τα παι­δι­κά τους πρό­σω­πα δρα­μα­τι­κές ι­στο­ρί­ες. Η ται­νί­α α­πλώ­νει τον προ­βλη­μα­τι­σμό της σε δι­ά­φο­ρα ζη­τή­μα­τα. Α­πό το πάν­τα ε­πί­και­ρο ζή­τη­μα του θα­νά­του μέ­χρι το θέ­μα του "πο­λι­τι­κώς ορ­θού" σε μια σχο­λι­κή τά­ξη, α­πό τα προ­βλή­μα­τα που αν­τι­με­τω­πί­ζει μια σύγ­χρο­νη δυ­τι­κή οι­κο­γέ­νεια μέ­χρι το ζή­τη­μα των πο­λι­τι­κών προ­σφύ­γων. 


Το σε­νά­ριο, που βα­σί­ζε­ται σε βι­βλί­ο, δεν εκ­βιά­ζει τα συ­ναι­σθή­μα­τα του θε­α­τή, δεν α­πο­ζη­τά την ε­κτό­νω­ση σε έν­το­νες συγ­κι­νή­σεις, αλ­λά μέ­σα α­πό λε­πτές πι­νε­λι­ές κρα­τά­ει τις ι­σορ­ρο­πί­ες στην πραγ­μα­τι­κή δι­ά­στα­ση των κα­τα­στά­σε­ων. Σε συγ­κι­νεί βα­θιά μέ­σα α­πό τον ρε­α­λι­σμό και την α­πο­λύ­τως α­γα­πη­τι­κή μα­τιά του δη­μι­ουρ­γού της για τον άν­θρω­πο. 

 Η ι­στο­ρί­α στη­ρί­ζε­ται στον χα­ρα­κτή­ρα ε­νός πο­λύ κα­λού αν­θρώ­που, πα­ρά­δειγ­μα για το πώς μπο­ρεί ο κα­θέ­νας να στα­θεί μπρο­στά σε μια με­γά­λη δο­κι­μα­σί­α και να κά­νει έ­να βή­μα πα­ρα­πέ­ρα, αν­τί να βου­λιά­ξει στην α­πελ­πι­σί­α, τις ε­νο­χές ή α­κό­μα και την τρέ­λα. Ο Λα­ζάρ, που κερ­δί­ζει τα παι­διά με την ει­λι­κρί­νεια, την α­γά­πη, την ι­κα­νό­τη­τα να α­πο­δέ­χε­ται κά­θε στιγ­μή με α­πλό­τη­τα τα λά­θη του, την προ­σπά­θεια να βελ­τι­ώ­σει τις παι­δα­γω­γι­κές του με­θό­δους α­πο­τε­λεί πρό­τυ­πο για τον κα­θέ­να μας. 

Ο Λα­ζάρ Μπα­σίρ έ­χει την δυ­να­τό­τη­τα να βλέ­πει τον ή­λιο της η­μέ­ρας και να χα­μο­γε­λά­ει, ό­χι για­τί ό­λα του πή­γαν θαυ­μά­σια αλ­λά για­τί α­παν­τά­ει μ' έ­να με­γά­λο ναι στη μέ­ρα που του ξη­με­ρώ­νει. Δι­α­τη­ρεί το δι­καί­ω­μα να πα­ρα­μέ­νει μια ή­συ­χη, χω­ρίς φαν­φά­ρες και η­ρω­ι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα πα­ρου­σί­α. Αν­τι­με­τω­πί­ζει κα­τά­μα­τα την φθο­ρά και τον θά­να­το και στη­ρί­ζει τους άλ­λους ου­σι­α­στι­κά, χω­ρίς φλυ­α­ρί­ες και α­μή­χα­να λό­για. Μπο­ρεί τέ­λος να ζει την ζω­ή έ­τσι ό­πως του δό­θη­κε και να συν­τα­ξι­δεύ­ει με τους αν­θρώ­πους που κά­θε μέ­ρα συ­ναν­τά στο διά­βα του. 

Το ε­ξαι­ρε­τι­κό σε­νά­ριο συ­νο­δεύ­ει μια ε­πί­σης ρε­α­λι­στι­κή σκη­νο­θε­σί­α. Α­ξί­ζει να την δεί­τε. Α­να­ζη­τή­στε την!     

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Courageous: ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ!






Εί­δος εν α­νε­παρ­κεί­α οι Χρι­στι­α­νι­κές ται­νί­ες. Έ­χουν γυ­ρι­στεί πάμ­πολ­λες α­ρι­στε­ρές ται­νί­ες (στην Ελ­λά­δα με πολ­λά ε­κα­τομ­μύ­ρια του Ε­λη­νι­κού δη­μο­σί­ου), πολ­λές αν­τι­χρι­στι­α­νι­κές ή αν­τι­εκ­κλη­σι­α­στι­κές ται­νί­ες σ’ ό­λο τόν κό­σμο, αλ­λά σπά­νια βλέ­που­με ται­νί­ες φτι­αγ­μέ­νες α­πό Χρι­στια­νούς. Πό­σο μάλ­λον ό­ταν ο σκη­νο­θέ­της και σε­να­ρι­ο­γρά­φος εί­ναι ι­ε­ρέ­ας μιας Χρι­στι­α­νι­κής ο­μο­λο­γί­ας.
 Ας α­φή­σου­με προς το πα­ρόν τα…αν­τι­αι­ρε­τι­κά μας κι ας χαι­ρε­τί­σου­με την δη­μι­ουρ­γι­κή έμ­πνευ­ση των (κα­τά τον Ά­γιο Νε­κτά­ριο) πλη­γω­μέ­νων Χρι­στια­νών. 


Ο Alex Kendrick, με­θο­δι­στής ι­ε­ρέ­ας στο Albany της Georgia, βλέ­πον­τας πό­σο με­γά­λη ε­πιρ­ρο­ή έ­χει ο κι­νη­μα­το­γρά­φος στον κό­σμο, α­πο­φά­σι­σε να ι­δρύ­σει κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ε­ται­ρεί­α. Γρά­φει, σκη­νο­θε­τεί, μον­τά­ρει και πρωταγωνιστεί στις ται­νί­ες του, 4 μέ­χρι στιγ­μής!

Στο Courageous που έ­γρα­ψε μα­ζί με τον α­δελ­φό του και σκη­νο­θέ­τη­σε το 2011, ο Kendrick έ­χει ως κεν­τρι­κό θε­μα­τι­κό ά­ξο­να τις σχέ­σεις πα­τέ­ρα και γι­ών. Σε μια Α­με­ρι­κή που σπα­ράσ­σε­ται α­πό την δι­ά­λυ­ση της οι­κο­γέ­νειας και την πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τα των α­νη­λί­κων, προ­τάσ­σε­ται η ε­πι­τα­κτι­κή α­νάγ­κη να ξυ­πνή­σουν οι πα­τε­ρά­δες α­πό τον λή­θαρ­γο της μι­κρο­α­στι­κής τους ρου­τί­νας κι α­πό την πλά­νη τού «φέρ­νω λε­φτά στο σπί­τι κι αυ­τό αρ­κεί» και να δουν τις ευ­θύ­νες τους πριν εί­ναι αρ­γά. Η ται­νί­α δεν ε­ξι­δα­νι­κεύ­ει. Κα­λεί ό­μως τους Χρι­στια­νούς να α­να­λά­βουν τις ευ­θύ­νες τους και να πρά­ξουν, α­νε­ξέρ­τη­τα α­πό την κα­θί­ζη­ση της κοι­νω­νί­ας. To  σενάριο βρίθει από α­να­φο­ρές στο Ευ­αγ­γέ­λιο και τον Χρι­στό. 



Η ται­νί­α α­πο­τέ­λε­σε με­γά­λη ει­σπρα­κτι­κή ε­πι­τυ­χί­α: Κό­στι­σε 2.000.000 $ και α­πο­κό­μι­σε 34.500.000 $! Πα­ρά την άρ­τια πα­ρα­γω­γή, το κό­στος κρα­τή­θη­κε χα­μη­λά, α­φού ό­πως βλέ­που­με και στους τί­τλους του τέ­λους, συμ­με­τεί­χαν ε­θε­λον­τι­κά τα κα­τη­χη­τι­κά σχο­λεί­α και πλή­θος πι­στων της «εκ­κλη­σί­ας» των με­θο­δι­στών!

Α­λή­θεια, στην Ορ­θό­δο­ξη Ελ­λά­δα, πό­σες Χρι­στι­α­νι­κές ται­νί­ες γυ­ρί­στη­καν;


ΥΠΟΘΕΣΗ: Με­τά α­πό μια τρα­γω­δί­α που συμ­βαί­νει σε έ­ναν α­πό αυ­τούς, τέσ­σε­ρις α­στυ­νο­μι­κοί α­γω­νί­ζον­ται με πί­στη να α­να­λά­βουν τους ρό­λους τους ως συ­ζύ­γοι και πα­τέ­ρες· μα­ζί παίρ­νουν μια α­πό­φα­ση που θα αλ­λά­ξει ό­λη τη ζω­ή τους. 
Δρά­ση, χι­ού­μορ, δρά­μα, ευ­αγ­γε­λι­κό κή­ρυγ­μα κα­τα­κλύ­ζουν τις 2 ώ­ρες που κρα­τά η ται­νί­α. Την συ­νι­στού­με.


Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Pyotr Mamonov

Λόγοι του πρωταγωνιστή της γνωστής σε όλους μας ταινίας Ostrov, Piotr Mamonov. Διαβάστε:




   


- “Πόσο διεστραμμένα είναι όλα σήμερα! Οι κριτικοί συζητούσαν πρόσφατα για την ταινία “Ostrov” του Pavel Lunghin και μιλούσαν για την εκκλησία σαν να είναι κάτι μυθικό, σαν να είναι ο Ilya Murometz (πρόσωπο της παλαιάς ρωσικής παράδοσης σ.σ.)

Πώς να ζήσεις εάν δεν πιστεύεις τίποτα; Τριγυρίζω συγχυσμένος δεξιά και αριστερά.

Ενώ όταν έχεις πίστη, όσο κουρασμένος και να είσαι, θα δώσεις τη θέση σου σε μια γριούλα στο λεωφορείο. Κι αυτό είναι χριστιανισμός. Τρέχεις να πλύνεις τα πιάτα χωρίς να σου το ζητήσουν. Είναι αυτό μια χριστιανική πράξη; Είναι.


Μην επιμένεις συνεχώς ότι έχεις δίκιο. Μη φωνάζεις “Το φαγητό είναι κρύο”. Κάνε υπομονή δύο λεπτά να στο ξαναζεστάνουν. Η καημένη η γυναίκα σου θα το κάνει γρήγορα. Είναι και αυτή κουρασμένη. Ο καθένας με το ρυθμό του και τις έννοιες του. Γιατί όλο επιμένετε, «η γυναίκα είναι υποχρεωμένη…», «ο άντρας πρέπει…» κ.τ.λ.


Αγάπη είναι να πορεύεσαι με κάποιον και να τον υποφέρεις. Να, βλέπεις κάποιον πεσμένο με τα μούτρα στο χιόνι (συνηθισμένο στη Ρωσία σ.σ.).Εμείς γρήγορα θα σκεφτούμε ότι είναι μεθυσμένος. Κι αν έχει πάθει ανακοπή καρδιάς; Τι κι αν είναι μεθυσμένος. Βοήθησέ τον να σηκωθεί, βάλε τον σ’ ένα παραπέτο να μην παγώσει. Αλλά όχι. Εμείς συνεχίζουμε το δρόμο μας. Ξεφεύγουμε από τον ίδιο τον εαυτό μας. Πρέπει να ζούμε όχι λέγοντας: “Δώσε μου”, αλλά “πάρε από εμένα”. Πολλοί δεν καταλαβαίνουν πως είναι να δώσεις το πουκάμισο που φοράς. Έχουμε συνηθίσει να ζούμε ανάποδα.

Όσα είναι ευάρεστα στο Θεό τα απορρίπτουμε.

Το κυριότερο, μη διστάζεις να βοηθήσεις τον αδύνατο. Για μας ισχύει το αντίθετο – “κατάπιε τον”. Ο πλούσιος παίρνει από το φτωχό κι αυτό το λίγο. Κλέβει όσο πιο πολύ γίνεται και μετά κρύβεται πίσω από ψηλούς φράχτες, για να μην του τα πάρουν άλλοι.



 

Έχουμε μια στρεβλή αντίληψη για τον χριστιανισμό. Αλλά τα πράγματα είναι απλά. Πόσο αίμα μπορείς να δώσεις στον άλλο; Είναι γραμμένο: “όσα κάνεις για τους αδελφούς μου τους ελαχίστους, σ'Εμένα το κάνεις”.

Να μπορείς να καθίσεις όσο πιο πολύ μπορείς στο προσκέφαλο της μάνας του, που υποφέρει από τα χρόνια και τις αρρώστιες. Να πού και πώς πρέπει να πεθαίνουμε κάθε μέρα!

Όπως τα παιδιά που έστειλαν στην Τσετσενία. Ένας κρετίνος πετάει μια χειροβομβίδα και ένας αντισυνταγματάρχης έπεσε πάνω της. Δε δίστασε και σκοτώθηκε. Έσωσε οχτώ άτομα. Ήταν κομμουνιστής. Αβάπτιστος. Σκέφτηκε όμως χριστιανικά.

Γιατί τι σου χρησιμεύει να πηγαίνεις στην εκκλησία και η καρδιά σου να είναι άδεια; Χωρίς μια χριστιανική πράξη. Μπορείς εσύ να επισκεφτείς όλα τα Άγια Όρη και να προσκυνήσεις όλα τα λείψανα. Τσάμπα. Βλέπεις ένα φτωχό, κακομοίρη και σκέφτεσαι “θα είναι από εκείνους τους απατεώνες που δείχνει η τηλεόραση”. – “Δώσε του 50 καπίκια. Δε θα φτωχύνεις”. Η αληθινή μαφία είναι αυτοί οι πέντε-έξι που χειραγωγούν τα πλήθη από την τηλεόραση….


Δε διακόπτω τους άλλους όταν μιλούν. Οι Άγιοι Πατέρες μας μαθαίνουν να στεκόμαστε μπροστά στους άλλους σαν να είμαστε μπροστά σε μια παλιά εικόνα. Τι σημαίνει να μην κρίνεις; Να μη βγάζεις καταδικαστικές αποφάσεις. Γνώμη είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε. Ο Χριστός προσπάθησε να κάνει κάποιες διευκρινήσεις στους Φαρισαίους, ενώ ο θυμός του ήταν δίκαιος. Έχεις δίκιο όταν θυμώνεις με τον εαυτό σου επειδή π.χ. χτες βράδυ μέθυσες. Να μισείς την αμαρτία σου, τα πάθη σου, αυτά που σε βασανίζουν και δε βρίσκεις γιατρικό. Μόνο αν μισήσεις την αμαρτία βαθιά θα γευτείς το άρωμα της νίκης.Αν και μεγάλος, κάθε μέρα προσπαθώ να μαθαίνω.Να, πηγαίνω συχνά με το λεωφορείο μέχρι την Μόσχα. Δύο ώρες χωρίς στάση. Μπροστά μου κάθονταν δύο νεαροί, μεθυσμένοι. Έβριζαν, μιλούσαν πάρα πολύ άσχημα. Έτρεμα και μόνο στην σκέψη ότι πρέπει να τους υποστώ για δύο ώρες. Μετά όμως σκέφτηκα. Για να δούμε. Ποιοι είναι αυτοί οι νεαροί; Μεγάλωσαν σε χωριό. Τι είδαν εκεί; Τον πατέρα μεθυσμένο, τη μάνα να τους δίνει σφαλιάρες, βρισιές. Η τηλεόραση συνεχώς ανοιχτή. Αυτή είναι η νέα γενιά. Τι να τους ζητήσεις. Εγώ προσωπικά τους έμαθα κάτι; Πέρασα το κατώφλι του σπιτιού τους; Τους διάβασα κάποιο βιβλίο; Βγαίνω από το λαβύρινθο των σκέψεών μου και διαπιστώνω ότι φθάσαμε...




  ...
Επειδή ξεχνάμε ότι η αμαρτία είναι έλλειψη φωτός.  Εμείς της δίνουμε μορφή, την κάνουμε χειροπιαστή...Με τους ερεθισμούς μας. Με την έλλειψη σεβασμού στον άλλο…Τι είναι παράδεισος και τι είναι κόλαση; Οι Πατέρες μας μαθαίνουν ότι παντού υπάρχει ένας ωκεανός θεϊκής αγάπης. Όσους λαθεύουν τους τιμωρεί με το μαστίγιο της αγάπης. Σκεφτείτε – έναν ωκεανό αγάπης, όπου όλος ο κόσμος αγαπιέται. Αυτό μας λείπει σ’ αυτή τη ζωή, η αγάπη. Να λοιπόν η κόλαση, η έλλειψη αγάπης. Και αν το σκοτάδι είναι έλλειψη φωτός, η σκοτεινή ψυχή, όταν βγαίνει στο φως, λειώνει.



...Διαβάζω: «Δε ζούμε ποτέ τη στιγμή. Ακόμη και τότε που καθόμαστε στο τραπέζι οι σκέψεις μας πετάνε, πότε στα αγγουράκια, πότε στο κβας, πότε στη σούπα. Δοκιμάστε έστω ανά λεπτό την ημέρα, όταν δεν έχετε κάτι να κάνετε, να συγκεντρωθείτε στον εαυτό σας, για να ζήσετε το τώρα. Σ’ εκείνο ακριβώς το λεπτό. Είναι πολύ δύσκολο. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας θα είναι να αισθανθείτε την παρουσία του Θεού».

  ...Όταν ο Χριστός μπήκε στην Ιερουσαλήμ επί πώλου όνου, τον έραναν με λουλούδια και τον υποδέχθηκαν με επευφημίες. Το ζωάκι πίστευε ότι σ’ αυτό, απευθύνονται όλα αυτά. Έτσι είμαστε και εμείς σαν τον όνο που έφερε το Χριστό. Εγώ έχω πολλά ταλέντα, αλλά τα έχω με την αξία μου; Ένα γενναιόδωρο χέρι τα έσπειρε… Ζω μ’ αυτά. Προσπαθώ να μην τα διαψεύσω, να μην τα προδώσω. Δεν έχω οργασμούς με το “εγώ” μου. Καταλαβαίνω ότι εγώ, ο Πέτρος Μαμμόνωφ δεν έκανα κάτι με την αξία μου. Έχω με τι να περηφανευτώ; Σ’ όσους ο Θεός δίνει, τους το ζητάει. Πρέπει να ζήσουμε όσο πιο καθαρά μπορούμε. Όλα είναι τόσο εύθραυστα, απροστάτευτα…
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ www.proskynitis.blogspot.com

Larisa Maljucov-www.novayagazeta.ru

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

MIDNIGHT IN PARIS


     

Μέ ἕνα Oscar γιά τό ὁμολογουμένως ἐξαιρετικό πρωτότυπο σενάριο, βραβεύτηκε ὁ 76χρονος πλέον Γούντυ Ἄλλεν, γιά μιά ὄμορφη καί ψυχαγωγική κομεντί πού ἔμελε νά εἶναι - δικαίως - καί ἡ πιό ἐμπορική του ταινία (πῆρε ἀκόμα 12 βραβεῖα σέ διάφορα Φεστιβάλ). Στό Παρίσι πού πάντα λάτρευε, ὅπως  ἐξάλλου καί τήν Εὐρωπαϊκή κουλτούρα, ὁ Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης ἔφτιαξε ἕνα μικρό ἀριστούργημα διάρκειας 94 λεπτῶν, μέ πρωταγωνιστές τούς Owen Wilson, Rachel McAdams καί Kathy Bates. Νοσταλγία γιά τό Παρίσι τοῦ Μεσοπολέμου καί ἕνα μεγάλο ἐρώτημα: Εἶναι καλό νά ζεῖ κάποιος στήν φαντασία του καί νά ἀναπολεῖ τό παρελθόν; Πίσω ἀπό τό ἀνάλαφρο καί εὐχάριστο θέμα, ὁ Ἄλλεν δίνει τήν ἀπάντηση. Τό καλύτερο εἶναι νά ζεῖ τό τώρα ἔχοντας κάνει τίς ἐπιλογές του ἀκολουθώντας ἐν ἐλευθερίᾳ τά ὄνειρά του καί νά μήν κατασκευάζει νοσταλγικά ψεύτικους παραδείσους.



  
Στήν συνέχεια παραθέτουμε μία ἐνδιαφέρουσα παρουσίαση ἀπό τό http://hellenism.byzantinewalls.org/
  
Ὁ Γούντυ Ἄλλεν στό Παρίσι τοῦ νοήματος

Τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ὥρα ποὺ γεφυρώνει δύο πραγματικότητες στὴν τελευταία ταινία τοῦ Γούντυ Ἄλλεν, ὅπου ὄνειρο καὶ πραγματικότητα συναντῶνται προσφέροντας τὸ σύνολο τῆς ὕπαρξης ἀνοιχτὸ στοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἐπιλέγει καθένας νὰ ζήσει. Ἐμφανίζονται διάφορα θέματα γνωστὰ καὶ ἀπὸ ἄλλα ἔργα του, μὲ κυρίαρχη ἐδῶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα ὅπως συμβαίνει στὶς προσωπικὲς σχέσεις, μεριμνῶντας γιὰ τὴν αὐθεντικότητα τῶν σχέσεων ἢ ἀποβολὴ τῶν συμβιβασμῶν. Μέσα ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ βίωση τοῦ παρόντος ἡ ἱστορία ἐπίσης γίνεται ἀποδεκτὴ στὰ σωστὰ μέτρα της, πέρα ἀπὸ ἐξιδανίκευση ἢ ἀπόρριψη, δηλαδὴ φανερώνεται ἡ καθολικὴ ἀξία ποὺ διαπερνᾶ τὶς ἐποχές.
Χωρὶς ἀκόμη νὰ ἔχει ἀναδειχθεῖ ἡ ἀποτυχία τοῦ κεντρικοῦ ἥρωα (Γκὶλ) στὴν προσωπική του σχέση μὲ τὴν γυναίκα ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ παντρευτεῖ, ἡ σύγκρουση ἀνάμεσα στὸν δικό του ρομαντισμὸ καὶ τὴν δική της ρηχότητα καὶ ψευτοκουλτούρα, ἀναδύονται μέσα στὶς ἀρχὲς τοῦ 21ου αἰώνα οἱ ἀρχὲς τοῦ 20οῦ, δημιουργικὲς παρέες στὸ Παρίσι τοῦ μεσοπολέμου — Πικάσο, Νταλί, Φιτζέραλντ, Χέμινγουέη, Στάιν, κλπ—, ὅπου ὁ Γκὶλ ἀνακαλύπτει περιβάλλον ταιριαστὸ μὲ τὶς εὐαισθησίες του. Ταυτόχρονα ὁ θεατὴς τῆς ταινίας διαπιστώνει γιὰ τὸ παρόν του πὼς εἶναι νεκρὸ σὲ σύγκριση μὲ ἐκεῖνο τὸ παρελθόν, γιὰ πρώτη φορὰ ὅταν ὁ Γκὶλ ἐπιστρέφει γιὰ νὰ συνεννοηθεῖ μὲ τὸν Χέμινγουέη, ἀλλὰ ἔχοντας μεταφερθεῖ ἤδη στὸ τυπικὸ παρόν του, ὁπότε στὴν θέση τοῦ λογοτεχνικοῦ καφὲ ἀντικρύζει ἕνα κατάστημα πλυντηρίων…
Τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ταινίας θὰ ἔπρεπε νὰ προβάλλεται στοὺς δάσκαλους κάθε βαθμίδας καὶ ἡλικίας, ὡς κινηματογραφικὴ μαρτυρία τοῦ τί συμβαίνει ὅταν διδασκόμαστε σωστὰ τὴν δημιουργικότητα τοῦ παρελθόντος, ὅπου ὄχι μόνο δὲν νοεῖται ἡ συνήθης γιὰ τὰ σχολεῖα καὶ τὶς σχολές μας θανατηφόρος ἀνία, ἀλλὰ ζωντανεύουν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα καὶ τὸ ἐξαγνισμένο ἀπὸ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου παρελθόν τους φανερώνεται πιὸ οἰκεῖο μας καὶ πραγματικὸ σὲ σύγκριση μὲ τὸ μῖγμα ἀξίας καὶ ἀπαξίας ποὺ συκοφαντεῖ τὴν καθημερινότητα τοῦ δικοῦ μας καὶ ἐν γένει τοῦ ἑκάστοτε χρονολογικοῦ παρόντος.
Αὐτὸ ποὺ κάνει πιὸ ἀληθινοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συναντάει ὁ Γκὶλ τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ἐγγύτητά τους στὸ πραγματικό — στὴν σκέψη, στὴν ἐξέταση τοῦ βίου, στὴν ἀφοσίωση στὸ νόημα — ὅ,τι ἀκριβῶς λείπει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν μελλοντικὴ σύζυγό του, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐλευθερώνεται ἐπιτέλους.
Ἔχοντας ζήσει ὅλη αὐτὴ τὴν πραγματικότητα, ἔστω ἐξιδανικεύοντας προσωρινὰ τὴν ἐποχὴ στὸ σύνολό της γιὰ χάρη τῶν σπάνιων πνευμάτων ποὺ στάθηκαν γιὰ λίγο μέσα της, ὁ Γκὶλ δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸ νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τὴν ἀπερισκεψία προηγούμενων ἐπιλογῶν. Ἡ πραγματικότητα καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώνουν καὶ ριζώνουν στὴν ἐλευθερία — αύτὸ ὑμνεῖ ὁ Γούντυ Ἄλλεν, μετατρέποντας τὸ Παρίσι σὲ θαυμαστὸ συμβολικὸ τόπο τῆς ἀλήθειας, ὅταν ἡ ἐπιθυμία γιὰ πραγματικότητα ἐκπληρώνεται.