Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Ο Όσκαρ και η κυρία με τα ροζ



Ένα ταξίδι στην αλήθεια μέσα από τα μάτια ενός δεκάχρονου.


Μια παράσταση που με συγκίνησε και με ενθουσίασε τόσο που ακόμα διατηρώ την μαγεία της στη μνήμη μου κι ας πέρασαν επτά αισίως χρόνια απ’ όταν την είδα στο Θέατρο Ιλίσια, ήταν ο  «Όσκαρ» του Ε. Ε. Σμιττ με τους Δ. Λιγνάδη και Τζ. Ρουσέα. 

 
                                                                                 (Στιγμιότυπο από την παράσταση)
 Κινημένη από την ανάμνηση της λυτρωτικής μέθεξης, όταν διαπίστωσα πως εφέτος κυκλοφορήθηκε και η αντίστοιχη ταινία σε σκηνοθεσία του ίδιου του Γάλλου δραματουργού (ελληνικός τίτλος: Ο Όσκαρ και η κυρία με τα ροζ) έσπευσα να την νοικιάσω. Δείτε την, μα κυρίως διαβάστε το βιβλίο. Η νουβέλα κυκλοφορείται από τις εκδόσεις OPERA σε μετάφραση του Αχ. Κυριακίδη και με τίτλο «Αγαπητέ Θεέ», ενώ μπορείτε ακόμη και να την βρείτε ολόκληρη στο διαδίκτυο (ΕΔΩ), αν το μικρό της αντίτιμο σάς αποθαρρύνει σε καιρούς χαλεπούς.


Διαβάστε το, γιατί ο συγγραφέας επέλεξε να μιλήσει για τα πιο σημαντικά θέματα μέσα από τα γράμματα ενός παιδιού, γιατί παρουσιάζει τις μέρες ενός άρρωστου με ελαφρότητα, όχι λήθης αλλά υπόμνησης. Ο ίδιος ο διακεκριμένος δημιουργός μεγαλωμένος από γονείς άθεους, υπήρξε αγνωστικιστής, και σε πολλά έργα του προβληματίζεται για τις θρησκείες. Σ’ αυτό ένας δεκάχρονος που βρίσκεται στο τελικό στάδιο της λευχαιμίας ενθαρρύνεται να γράψει γράμματα στον Θεό που δεν γνωρίζει. 


Για όσους θέλουμε να λεγόμαστε και κυρίως να ζούμε ως Χριστιανοί, με αυτό το βιβλίο επιβεβαιώνεται πως ερεθίσματα και ελπίδα βρίσκουμε πάλιν και πολλάκις στη λογοτεχνία. Ο Μέγας Βασίλειος έλεγε πως καλούμαστε να είμαστε σαν τις μέλισσες που από τα λουλούδια παίρνουν το πολυτιμότερο στοιχείο τους και το μετουσιώνουν σε κάτι ακόμα σημαντικότερο, σε μέλι, αναφερόμενος στους νέους σχετικά με την αρχαία Γραμματεία. Ε, η θέση του δικαιώνεται όποτε καθένας μας προσεγγίζει κριτικά ένα έργο τέχνης, συνδιαλέγεται μαζί του και το ερμηνεύει, διευρύνοντας ταυτόχρονα τη ματιά του στον κόσμο. 

 
Διαβάστε το και ίσως προτείνετέ το και συζητήστε το με τους εφήβους σας. Αυτά τα πλάσματα που δεν είναι παιδιά πια κι ίσως λιώνουν στην οθόνη του υπολογιστή τους, που εντυπωσιάζονται με τα ιαπωνικά μάνγκα ή τον Χάρυ Πότερ, που του Παπαδιαμάντη τη γλώσσα ούτε που την καταλαβαίνουν, κι όμως αναζητούν την αλήθεια, διψούν για αξίες κι αυτό το βιβλίο ίσως μπορεί να τους εμπνεύσει, χωρίς ηθικολογίες. Μα μην το προτάξετε ως αγγαρεία, προς Θεού, μοναχά ως δυνατότητα.

 
Γιατί υπάρχει ο θάνατος κι οι αρρώστιες; Γιατί οι άλλοι υποκρίνονται πως δεν θα πεθάνω; Τι ισχύει στις ανθρώπινες σχέσεις; Τι να τον κάνω έναν Θεό Εσταυρωμένο, αναρωτιέται ο μικρός. Μέσα από τη σοφία και την ευρηματικότητα της γιαγιάς Ροζ θυμόμαστε τη δύναμη που καλούμαστε να έχουμε για να συμπαρασταθούμε στους άλλους, δύναμη που ανατροφοδοτείται αν όχι από εκείνους, σίγουρα από Εκείνον. Θέλει λεβεντιά η ζωή και ελπίδα και ως αναζητητές τους εκπλησσόμαστε από αυτό το αναπάντεχα προσιτό και μεστό κείμενο που δεν ξεπερνά τις εκατό σελίδες. Χάρη στην έμπνευση της γιαγιάς ο μικρός αερίζει τις σκέψεις και τους φόβους του, παρηγορείται και ανακαλύπτει τη χάρη του Θεού στ’ απλά. Κι αν τον σωματικό πόνο δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε, ο ψυχικός απαλύνεται όποτε αλλάζει η ματιά μας στα πράγματα, όποτε το άγνωστο γίνεται πιο οικείο και διαυγές, όποτε η αγκαλιά και το χαμόγελο του διπλανού μάς δίνει δύναμη σαν πέφτουμε να σηκωνόμαστε. 

Ε.Κ. 

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

RABBIT HOLE (2010)

 

Συνήθως, η μεταφορά ενός βιβλίου στην μεγάλη οθόνη καταλήγει στην μετριότητα, ή στην αποτυχία, εκτός αν διασκευαστεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Αντίθετα, τα θεατρικά έργα τροφοδότησαν τον κινηματογράφο από τις απαρχές του, δίνοντας μεγάλες επιτυχίες, ως συνέχεια της αντίστοιχης θεατρικής. Το σενάριο είναι μια δύσκολη υπόθεση, κι έτσι ένα έτοιμο κείμενο με δοκιμασμένους διαλόγους, ιδίως αν έχει συγκινήσει το κοινό, είναι μια μεγάλη πρόκληση για την 7η τέχνη.  Η συγγένεια των δύο τεχνών καθιστά τις μεταφορές εύκολη υπόθεση, όταν τις αναναλάβουν μεγάλοι σκηνοθέτες. Σε όλα τα είδη θεάτρου έχουμε μεταφορές, ειδικά στην κωμωδία, για να θυμηθούμε τον παλιό καλό Ελληνικό κινηματογράφο, όπου είχε γίνει σχεδόν κανόνας, κάθε πετυχημένο θεατρικό έργο να γίνεται ταινία. (Σακελλάριος, Ψαθάς, Τζαβέλλας, Γιαννακόπουλος κ.α.).

Στο Χόλλυγουντ, μεγάλοι σκηνοθέτες όπως ο Billy Wilder, o Alfred Hitchcock, Sidney Lumet, ο Ηλίας Καζάν και πολλοί άλλοι, διασκεύασαν θεατρικές επιτυχίες. Εξ άλλου, σχεδόν τα περισσότερα έργα κλασσικού ρεπερτορίου - όπως για παράδειγμα του Σαίξπηρ - διασκευάστηκαν πολλές φορές.
Το θεατρικό έργο Rabbit hole, του David Lindsay- Abaire, πρωτοπαρουσιάστηκε το 2005 και το 2006 ανέβηκε στο Broadway.  Από τότε έχει παρουσιαστεί με επιτυχία σε διάφορες πόλεις των Η.Π.Α. και τώρα αρχίζει να μεταφέρεται σε άλλες χώρες. Το 2006, το έργο πήρε βραβείο Pulitzer και η πρωταγωνίστρια Cynthia Nixon απέσπασε το θεατρικό βραβείο Tony.

 
Το επιτυχημένο θεατρικό έργο τράβηξε την προσοχή της  Nicole Kidman η οποία λέει, πως όταν διάβασε για πρώτη φορά το «Rabbit hole», δεν μπορούσε να συγκρατήσει τους λυγμούς της. «Το θέμα του με “έπιασε” σε τέτοιο βαθμό που για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό ένιωσα πραγματικά τρωτή. Γιατί ως μάνα μπορώ πολύ καλά να φανταστώ τι σημαίνει να χάνει κάποιος το παιδί του. Γι΄ αυτό και όταν αποφάσισα να κάνω το θεατρικό ταινία, κρατώντας για μένα τον ρόλο μιας μάνας που χάνει το παιδί της, πολύς κόσμος απόρησε και μου είπε ότι κάνω κακό στον εαυτό μου ».

Η Kidman αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την παραγωγή. Επέλεξε τον σκηνοθέτη John Cameron Mitcell να σκηνοθετήσει  και ζήτησε από τον ίδιο τον θεατρικό συγγραφέα να διασκευάσει σε σενάριο το έργο του, με αποτέλεσμα να έχουμε μια εξαιρετική ταινία. Οι θαυμάσιοι διάλογοι μεταφέρθηκαν σε πολλούς διαφορετικούς χώρους και η δυναμική στατικότητα του θεάτρου συνάντησε την μαγεία του κινηματογράφου. 


Το έργο περιγράφει την οδύνη δυο γονιών από τον χαμό του τετράχρονου παιδιού τους. Ο Howie (Aaron Eckhart ) και η Becca (Nicole Kidman) δυο μορφωμένοι και καλλιεργημένοι μεσοαστοί προσπαθούν να μαζέψουν τα συντρίμια τους, ζώντας στην σιωπή και παρακολουθώντας μια ομάδα ψυχοθεραπείας για γονείς που έχασαν τα παιδιά τους. Απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον, πασχίζουν με διαφορετικό τρόπο να μείνουν όρθιοι. Ο σύζυγος ζητά από την γυναίκα του να προχωρήσει η ζωή, μα κάθε βράδυ παρακολουθεί βίντεο με το παιδί. Η σύζυγος είναι καθηλωμένη από τον χαμό, μα κάθε μέρα προσπαθεί να απαλλαγεί από τα αντικείμενα που θυμίζουν τον γιο τους.  Μια σειρά από άλλα πρόσωπα, κυρίως τον υπεύθυνο του τροχαίου, θα αποτελέσουν τους καταλύτες για να εξελιχθεί το δράμα. 


Μια πολύ ανθρώπινη ταινία που κάνει τον θεατή να πηγαίνει να την δει  με βαρειά καρδιά και να φεύγει ανάλαφρος! Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών έχει βυθιστεί κυριολεκτικά στους ρόλους και οι καθηλωτικοί διάλογοι κάνουν τον θεατή να συμπάσχει μαζί τους. Θέματα όπως η παρηγοριά της θρησκείας και των συνανθρώπων στον θάντο και κυρίως η συγχώρεση, διατρέχουν όλο το έργο.

Η ταινία έχει προταθεί για Χρυσή Σφαίρα και θα πάει σίγουρα και στα Οσκαρ. Δέιτε την!  (Διάρκεια 91΄)



Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

The Lucky Ones


Τρείς στρατιώτες (δύο άντρες και ια γυναίκα) που είχαν τραυματιστεί στον πόλεμο του Ιράκ, γυρίζουν στην πατρίδα τους. Οι δύο (Michael Pena και Rachel McAdams) έχουν 30 μέρες άδεια και ο τρίτος (Tim Robbins) απολύεται. Ένα μπλακάουτ στο αεροδρόμιο JFK, θα τους αναγκάσει να νοικιάσουν ένα βαν και να πορευτούν οδικώς στους προορισμούς τους. Οι τρείς ξένοι μεταξύ τους στρατιώτες, οι βουτηγμένοι στην φρίκη ενός παράλογου κι άδικου πολέμου, τραυματισμένοι οι ίδιοι ψυχικά, και καθηλωμένοι από τη μοναξιά τους, θα ανοιχτούν ο ένας στον άλλο και θα ταξιδέψουν σε μια διαδρομή που θα τους κάνει να στοχαστούν και να εξωτερικεύσουν την ανθρώπινη πλευρά του εαυτού τους...

Άλλη μια καλή ταινία για το Ιράκ. Είπαμε και παλιότερα πως πίσω από την άδικη επέμβαση της υπερδύναμης, υπάρχουν οι χιλιάδες ιστορίες των στρατιωτών και των οικογενειών τους, ιστορίες γεμάτες πόνο και αγωνία, ιστορίες ανθρώπων που τραυματίστηκαν (υπολογίζονται σε 32.900 επίσημα, 100.000 ανεπίσημα.  ΔΕΣ ΕΔΩ!), ή έμειναν ανάπηροι, ιστορίες απλοϊκών φτωχών νεαρών που κατατάχτηκαν για να επιβιώσουν και γνώρισαν την φρίκη του πολέμου. Για όσους γλύτωσαν τον θάνατο η την αναπηρία, δεν υπάρχει καμία πρόνοια κι έτσι γυρίζουν πίσω γεμάτοι ψυχικά ραύματα, σε μια χώρα που δεν θέλει να θυμάται ότι είναι σε πόλεμο.

Μια ταινία δρόμου γεμάτη ανθρωπιά, χιούμορ και ευαισθησία...




*** Και πάνω απ' όλα, ας μην ξεχνάμε τους 600.000 Ιρακινούς που σκοτώθηκαν από την αρχή της επέμβασης στο Ιράκ.   ΔΕΣ ΕΔΩ.


Υ.Γ.: Ας μην σοκαριστεί κανείς από μερικούς "έντονους" διαλόγους. Ο ρεαλισμός της ταινίας επιβάλλει να παρουσιαστούν οι χαρακτήρες με την απλοϊκότητα και την απαιδευσία που τους διακρίνει.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

It's a Wonderful Life

KΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Πραγματικά είναι υπέροχη η ζωή, αν ευχαριστείς τον Θεό για το δώρο της ύπαρξής σου. Εξ άλλου όλη αυτή η σκοτεινιά κι η γκρίνια που επικρατεί γύρω μας, στην αχαριστία οφείλεται, και τότε που ήταν ο καιρό της τάχα ευδαιμονίας, αλλά και τώρα. Πνιγμένοι στα προβλήματά μας ξεχνάμε πως μόνο μια φορά ζούμε και το πόσο όμορφη είναι η ζωή. Λησμονούμε Εκείνον που μας την χάρισε αυτή την ζωή και την σπαταλάμε μέσα στην μουρμούρα και την απελπισία... 

 

Αυτό είναι και το θέμα της κλασσικής πια ταινίας που σκηνοθέτησε το 1946 ο σκηνοθέτης των μεγάλων επιτυχιών Frank Capra (3 Όσκαρ), βασισμένη στο διήγημα "Το μεγαλύτερο δώρο" του συγγραφέα Philip Van Doren Stern. 


O αγαθός και καλωσυνάτος George Bailey (τον υποδύεται ο μεγάλος  James Stewart με υπέροχο τρόπο) την παραμονή των Χριστουγέννων,  σκέφτεται να αυτοκτονήσει, πνιγμένος στα χρέη και κυνηγημένος από την κακία του ισχυρού της πόλης.  Καθώς η απελπισία του, τον κάνει νά σκέφτεται ότι θα ήταν καλύτερα να μην είχε γεννηθεί, ο Θεός χάρη στις προσευχές των ανθρώπων που έχει ευεργετήσει, στέλνει έναν άγγελο (με την μορφή ενος χαμογελαστού ασπροντυμένου γεράκου που παίζει ο Henry Travers) και του δείχνει πόσο δύσκολη θα ήταν η ζωή πολλών ανθρώπων στην πόλη, αν εκείνος δεν είχε γεννηθεί. 


O καλός άνθρωπος οδηγείται στην ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, βρίσκει την δύναμη να αντισταθεί στο κακό και τελικά να υπερνικήσει τις δυσκολίες. 


Μια εξαιρετική ταινία για μικρούς και μεγάλους, μια Χριστιανική ιστορία σε Χολυγουντιανό περιτύλιγμα γαι μικρούς και μεγάλους. Έχει επιλεχθεί ανάμεσα στις 100 καλύτερες ταινίες στην Αμερική, από τους κριτικούς. Όσα χρόνια κι αν περάσουν θα παραμένει κλασσική και επίκαιρη, αφού μιλά με χαριτωμένο τρόπο για ένα θέμα διαχρονικό και βαθύτατα πνευματικό. 


Παλιότερα την έπαιζε συχνά η ΕΡΤ τα Χριστούγεννα, τώρα ψάξτε την στα βιντεκλάμπ ή στο διαδίκτυο. Την έχουμε δει αμέτρητες φορές! Αξίζει να την δείτε κι εσείς και τα παιδιά σας.


Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ...


Μουσική και μουσικοί. Και πίσω τους η Χάρη του Θεού που δίνει έμπνευση και προσφέρει απλή χαρά στους ανθρώπους, πρόγευση της Χαράς της Βασιλείας Του. Μουσικές από ταινίες που μας ταξίδεψαν σε κόσμους μαγικούς, σε κόσμους παραμυθίας, κι άλλες που μας προβλημάτισαν και μας θύμισαν αυτά που απωθούσαμε. 

 
Κάποτε, κάποιοι άνθρωποι της Εκκλησίας μιλούσαν κατά του κινηματογράφου, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν την δύναμη του μέσου και ότι η γοητεία του θα κέρδιζε τις μάζες. Έτσι, αντί να διαχωρίζουν τον καλό κινηματογράφο από τον κακό, τήν ψυχαγωγία από τον διασκορπισμό, την τέχνη από τα σκουπίδια, δαιμονοποίησαν την 7η τέχνη. Σήμερα που η εικόνα και η εμπορευματοποίηση του θεάματος έχουν κυριαρχήσει, οφείλουμε να σταθούμε υπεύθυνα απέναντι στο είδος με κριτική και διάκριση, για να κάνουμε την δική μας Ορθόδοξη ανάγνωση στο σινεμά - όπως εξ άλλου και στα άλλα είδη της τέχνης. Μαζί με τις ταινίες λοιπόν και οι μουσικές τους, από εμπνευσμένους συνθέτες που μας θυμίζουν, μας συγκινούν και μας γεμίζουν νοσταλγία.




 Οτιδήποτε όμορφο κι ωραίο σε τούτο τον κόσμο τον βασανισμένο, του Θεού είναι, αποτέλεσμα της Πρόνοιάς Του, της Αγάπης του, της Χάρης του Αγίου Πνεύματος. Κι εμεις μέσα στην ασχήμια που οι άνθρωποι κατασκευάζουν, δοξάζουμε, ευχαριστούμε, χαιρόμαστε εν Κυρίω. 

 
Εμπλουτίσαμε την συλλογή των soundtracks με καινούργιες μουσικές, για να τις βάζετε να παίζουν με τις ώρες τούτες τις γιορτές.

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ! 

Αφιερωμένο στους ξενιτεμένους αδελφούς μας, σε όσες και όσους μοιραστήκαμε τέτοιες στιγμές κάποτε... 


Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Ήταν όλοι τους καλά (Everybody's Fine, 2009)



 Πριν οκτώ μήνες πέθανε η γυναίκα του. Ο ίδιος έχει καλέσει τα παιδιά του για το Σαββατοκύριακο, μα την τελευταία στιγμή τού το ακυρώνουν, ένας-ένας, τηλεφωνικά. Ο Frank Goode (Robert  De Niro) αποφασίζει, να πάει να τους δει, αψηφώντας τις ρητές εντολές τού γιατρού του για το αντίθετο. Ο ίδιος, σε όλη του την ζωή έφτιαχνε επιστρώσεις σε τηλεφωνικά καλώδια και τώρα ταξιδεύει στις Πολιτείες που τα καλώδια διατρέχουν. Περήφανος για τον γιο του τον ζωγράφο, τον άλλο που είναι διευθυντής ορχήστρας, τις κόρες του, την χορεύτρια και την επιτυχημένη διαφημίστρια, βλέπει σταδιακά τον χάρτινο πύργο των ψευδαισθήσεων να γκρεμίζεται. Εικόνες και συζητήσεις με τα τέσσερα παιδιά του στην παιδική τους ηλικία διακόπτουν, ή μάλλον συμπληρώνουν τη ροή της αφήγησης. 

 
O Βρεττανός Kirk Jones διασκεύασε το σενάριο τού Massimo De Rita και σκηνοθέτησε το remake της ταινίας του  αγαπητού μας Giuseppe Tornatore (Stanno tutti benne, βραβείο στις Κάννες 1990, θαυμάσια μουσική από τον Ennio Moriconne), με πρωταγωνιστή τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι. Η ταινία του Ιταλού δημιουργού είναι εξαιρετική, με την γνωστή νοσταλγική του αφήγηση, με ευρωπαϊκή φινέτσα και με ένα έξοχο Μαστρογιάννι. Δυστυχώς, η ταινία δεν υπάρχει σε dvd και πρέπει να την ψάξετε στο διαδίκτυο. 




Συνήθως τα remake είναι κατώτερα του αρχικού δημιουργήματος, αλλά ο Jones έκανε μια συμπαθέστατη ταινία, που βασίζεται πέρα από το καλό σενάριο,  στον ώριμο υποκριτικά De Niro. 

Πολλά θίγει αυτή η ταινία περιπλάνησης εξωτερικής, μα κυρίως εσωτερικής μέσα στα 99 λεπτά της. Περιγράφει το ακανθώδες θέμα των προσδοκιών των γονέων που κατατρύχουν τα παιδιά τους και στοιχειώνει αρκετούς από εμάς. Έπειτα, είναι το πρότυπο της δήθεν καθώς πρέπει οικογένειας, του καλόκαρδου μα απόμακρα απαιτητικού "μπαμπά κουβαλητή", της μάνας που ξέρει ν’ ακούει και να παρουσιάζει αυτό που ο άλλος θέλει ν’ ακούσει, των παιδιών που τελικά τη δική τους πορεία θα χαράξουν. Πόσο η ίδια αντιμετώπιση βαραίνει διαφορετικά τα παιδιά; Είναι εύκολο ένας γονιός να αποδεχτεί τις διαφορετικές επιλογές των παιδιών του; Πόσο συχνά και εμείς επιλέγουμε ως πιο ανώδυνο το ψέμα, τη μισή αλήθεια, αποκλείοντας έτσι τους άλλους από την πραγματική ζωή μας, βαυκαλίζοντας τον ίδιο τον εαυτό μας; Είναι καλύτερο κάποιοι να προστατεύουν τον άλλον από την αλήθεια; Η απώλεια της συντρόφου, η σύνταξη, η μοναξιά, ο θάνατος κρύβουν πέρα από πόνο κι ελπίδα; Μερικά μόνο από τα ερωτήματα που μας θέτει η ταινία, κάποιες από τις ευθύνες του κάθε θεατή, παιδιού και γονιού, στην άξενη, μοναχική εποχή μας.

Αλήθειες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, επιτέλους λέγονται, κι η μετάνοια έρχεται όχι ως διανοητικό κεκτημένο, αλλά ως λυτρωτικό βίωμα, ως αληθινή αποδοχή του άλλου και ευχαριστία για την αλήθεια. 

Ε.Κ.


Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

LONDON RIVER (2009)

Το London River  (Το ποτάμι ανάμεσα) είναι μια πολύ καλή ταινία για τις φυλετικές προκαταλήψεις, τις σχέσεις γονιών και παιδιών, την μετανάστευση, την τρομοκρατία, την μοναξια. O Αλγερινής καταγωγής  Γάλλος σκηνοθέτης Rachid Bouchareb, γράφει το σενάριο και σκηνοθετεί τους υπέροχους Brenda Blethyn και Sotigui Kouayate σε μια τρυφερή ταινία, που του χάρισε ειδική μνεία στο Βερολίνο και βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου για τον πρωταγωνιστή του.
 Η ταινία διαδραματίζεται στο Λονδίνο μετά την τρομοκρατική επίθεση του 2005. Μια επαρχιώτισα μεσόκοπη Αγγλίδα και ένας αινιγματικός Αφρικανός μετανάστης που ζει στην Γαλλία θα συναντηθούν σε μια γειτονιά μεταναστών του Λονδίνου ψάχνοντας τα παιδιά τους από τα οποία δεν έχουν νέα μετά το τρομοκρατικό χτύπημα. Μια χριστιανή και ένας φιλήσυχος μουσουλμάνος που είχαν χλιαρές σχέσεις με τα παιδιά τους θα μάθουν έκπληκτοι ότι αυτά είχαν σχέση μεταξύ τους και θα μοιραστούν την αγωνία για την τύχη τους. Η απελπισία θα παλέψει με την προκατάληψη, οι δύο διαφορετικές κουλτούρες θα αφήσουν χώρο στην ανθρωπιά μπροστά στο φόβο της απώλειας.
Μια ταινία για δύο ρόλους σε ένα καλό σενάριο με λιτούς διαλόγους που όμως έχει τόση ένταση και γρήγορο εσωτερικό ρυθμό, ώστε παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. Χωρίς υπερβολικούς μελοδραματισμούς, ζούμε μαζί με τους πρωταγωνιστές τα συναισθήματά τους, μοιραζόμαστε την μοναξιά και την οδύνη τους και συνεχίζουμε να ελπίζουμε πως η Χάρις του Θεού φωτίζει όλους τους ανθρώπους...
( 87΄)

  

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

BAARIA


Μια ακόμα όμορφη ταινία νοσταλγίας από τον αγαπητό και πολυβραβευμένο Giuseppe Tornatore (Nuovo Cinema Paradiso, Malena, The legent of 1900, Malena,  La sconosciuta κλπ). Baaria στην τοπική διάλεκτο, αποκαλείται η κωμόπολη Bagheria στην Σικελία, απ' όπου κατάγεται ο σκηνοθέτης. Μια ταινία που όπως λέει ο ίδιος δεν είναι αυτοβιογραφική, αλλά η πιο προσωπική του. Νοσταλγία λοιπόν για τον Τορνατόρε και την παλιά Σικελία, καθώς παρακολουθούμε την ζωή μιας οικογένειας σε τρεις γενιές, από τον μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα. Η εξαίσια μουσική του αειθαλούς Ennio Μorricone συνοδεύει την δοσμένη με χιούμορ ιστορία, όπου δυσάρεστα κι ευχάριστα γεγονότα - ο φασισμός, η μαφία, τα πολιτικά πάθη, η μεταπολεμική φτώχια, η αριστερή φαντασίωση του 60 και 70 - παρουσιάζονται με ποιητικό κι ανάλαφρο τρόπο. 




Ο ίδιος ο Τορνατόρε μας λέει: "Η "Baaria" είναι ένας αρχαίος ήχος, μια μαγική συνταγή, ένα κλειδί. Το μοναδικό που μπορεί να ανοίξει το σκουριασμένο κουτί στο οποίο κρύβεται το νόημα της πιο προσωπικής μου ταινίας. Μια διασκεδαστική αλλά και μελαγχολική ιστορία, που μιλά για μεγάλους έρωτες και ακαταμάχητα ουτοπικά όνειρα. Μια ιστορία γεμάτη με ήρωες! Όμως, Baaria είναι και το όνομα μιας πόλης της Σικελίας όπου οι ζωές των ανθρώπων διασταυρώνονται στους κεντρικούς δρόμους, σε λίγα μόλις μέτρα, όχι περισσότερο. Αν όμως την περπατήσεις πάνω κάτω για χρόνια, θα μάθεις πράγματα που ο αληθινός κόσμος δεν θα σου διδάξει ποτέ". 

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Είναι τρελοί αυτοί οι Βόρειοι - Βienvenue chez les Ch’tis (2008)

Πότε είδατε τελευταία καλή κωμωδία; Είναι όντως το δυσκολότερα είδος. Καλοί πρωταγωνιστές καταντούν συχνά καρικατούρες μα εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τον Kad Merad τον είδαμε ως μπαμπά του τελευταίου «Μικρού Νικόλα» και ως επιστάτη στα εξαιρετικά «Παιδιά της Χορωδίας». Τον Dany Boon, γνωστό και από το ρόλο του στην ιστορική  “Joyeux Noel – Καλά Χριστούγεννα”, τον απολαύσαμε στην έξοχη ταινία “Mon meilleur ami” (2006, του Leconte). Και οι δυο θεωρούνται από τους αξιολογότερους σύγχρονους Γάλλους κωμικούς και συμπρωταγωνιστούν σε αυτή την παραγωγή με τον Μπουν να υπογράφει και τη σκηνοθεσία και το αρχικό σενάριο. 


 Στην ταινία των 106’, λοιπόν, παρακολουθούμε τον Μεράντ ως Φιλίπ Αμπράμ να προσπαθεί, για να ευχαριστήσει τη δύστροπη γυναίκα του, να πάρει μετάθεση στο ταχυδρομείο κάποιας πόλης της κοσμοπολίτικης γαλλικής Ριβιέρας. Αυτό που πετυχαίνει όμως, είναι να φύγει από το Νότο με δυσμενή μετάθεση για το Βορρά. Θα αφήσει τον εκλεπτυσμένο Νότο με την υψηλή κουζίνα, για τα φαινομενικά απολίτιστα βόρεια σύνορα, στο Μπεργκ, όπου βρέχει συνέχεια ενώ οι «βάρβαροι» άνθρωποι μόνο πατάτες τρώνε και μιλούν με πολύ παράξενη προφορά και περιορισμένο λεξιλόγιο… 


Με τη συμπόνια της γυναίκας του αλλά και των... τροχονόμων, ξεκινά το μακρύ του ταξίδι για να ανακαλύψει πώς μπορεί να καταρριφθούν τα στερεότυπα που μας χωρίζουν από τον διπλανό, πόσο εγκάρδια και γαλήνια μπορεί να είναι η συνύπαρξη σε μια επαρχιακή πόλη του Βορρά μέσα από αστείες καταστάσεις. Συνδέεται φιλικά με τον υπάλληλό του και εξαιρετικό κωδωνοκρούστη του πύργου του Μπεργκ, Αντουάν (Μπουν) που του προτάσσει την παροιμία της περιοχής: «ένας επισκέπτης κλαίει δυο φορές στο Βορρά: Μια όταν έρχεται και μια όταν φεύγει». Εκείνος, βέβαια, μόνο το πρώτο σκέλος της προς το παρόν συνειδητοποιεί.


 Το χιούμορ δεν είναι ανώδυνο, καθώς υπάρχουν διάφορα σχόλια, για τις υπερπροστατευτικές μητέρες που αρνούνται να αφήσουν τους γιους τους να αναπνεύσουν και τους ίδιους που πρέπει να βάλουν τα όριά τους, ή για τις μονίμως γκρινιάζουσες συζύγους που ακούν μόνο αυτό που θέλουν να πιστέψουν. Έπειτα, επιστρατεύοντας τις αναμνήσεις μας από τους μικρονοϊκούς τοπικισμούς που θρέφουν και σήμερα την ελληνική ύπαιθρο, μπορούμε να φανταστούμε τον πανικό που κυριεύει τον πρωταγωνιστή καθώς πηγαίνει από τη μια άκρη της Γαλλίας στην άλλη. Μήπως και εμείς δεν μεγαλώνουμε με στερεότυπα αρνούμενοι να δούμε την πραγματικότητα και να χαρούμε τις στιγμές μας; Πόσο σωτήριος μπορεί να είναι ο αυτοσαρκασμός; Υπάρχει πολυτιμότερο αγαθό από την ανθρωπιά και τη γαλήνη; Καμπάνες κτυπούν από το Μπεργκ για όλους μας…

 
Οι Γάλλοι έχουν όντως μια πολύ αρνητική εικόνα για τη συγκεκριμένη περιοχή, τη βροχερή και φτωχή. Η γνησιότητα ωστόσο κρύβεται στη μη επιτήδευση. «Μου έκανε μεγάλη εντύπωση», αναφέρει ο Μεράντ, «όταν μια μέρα, ένας τεχνικός από το συνεργείο ζήτησε από μια ιδιοκτήτρια να φυλάξει κάποιον εξοπλισμό στο κατάστημά της. Εκείνη όχι απλώς δέχτηκε, αλλά του έδωσε και τα κλειδιά για να τον πάρει την επόμενη μέρα μόνος του! Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ στο Παρίσι». 


Ο ίδιος ο Ντάνυ Μπουν, καταγόμενος από το Βορρά, σκηνοθέτησε με ιδιαίτερη ευαισθησία αυτήν την πολύ μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στη Γαλλία (κόστισε 15,300,000 δολάρια και απέφερε 245,143,223 $). Η ταινία χάνει, βέβαια, λίγο στη μετάφραση, αφού βασίζεται στα λογοπαίγνια, και την διαφορά προφοράς στα Γαλλικά, αλλά το ισοσκελίζει με τις πανανθρώπινες αλήθειες που αποτυπώνει και το γεγονός πως είναι από τις ελάχιστες κωμωδίες σήμερα χωρίς σεξουαλικά υπονοούμενα ή υβρεοπομπές. Συμπαθητική η απόπειρα του μεταφραστή να μεταφράσει με αντίστοιχες δικές μας προφορές την διάλεκτο των Βορείων. Έξυπνη και με υποκριτικά δεινούς ηθοποιούς χαρίζει στιγμές αβίαστου γέλιου.

Ε.Κ.

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

DAS EXPERIMENT VS THE EXPERIMENT



 Τό 1971 πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστήμιο του Stanford στις ΗΠΑ ένα ψυχολογικό πείραμα. 24 φοιτητές επιλέχτηκαν για να παίξουν τον ρόλο φυλακισμένων και δεσμοφυλάκων σε ένα χώρο διαμορφωμένο σε φυλακές. Πέραν κάθε προσδοκίας, οι φοιτητές «πειραματόζωα» μπήκαν τόσο καλά στους ρόλους τους, ώστε κάποιοι από τους «φύλακες» οδηγήθηκαν σε πράξεις αυταρχισμού, ενώ κάποιοι από τους «φυλακισμένους» μπηκαν σε μια παθητική συμπεριφορά και ανέχθηκαν πράξεις βίας από τους φρουρούς. Το πείραμα τρόμαξε τους υπευθύνους και το διέκοψαν στις 6 ημέρες.  

  
Είκοσιοκτώ χρόνια αργότερα, το 1999, ο γερμανός συγγραφέας Mario Giordano έγραψε τη νουβέλα «Black Box», βασισμένη στο πείραμα του Stanford και δύο χρόνια αργότερα, ο καλός σκηνοθέτης Oliver Hirschbiegel (Πτώση, Five minutes of Heaven)  συνεργάστηκε μαζί του στο σενάριο και γύρισε την ταινία «Τό Πείραμα» (Das Experiment, 119΄), με πρωταγωνιστή τον Moritz Bleibtrue (Der Baader Meinhof Komplex, Soul Kitchen κλπ). Η ταινία, η οποία πήρε 13 βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ για τη σκηνοθεσία, το σενάριο και τον πρώτο αντρικό ρόλο , διερευνά το τι θα γινόταν αν ένα τέτοιο πείραμα κρατούσε πολλές ημέρες και ξέφευγε από τον έλεγχο των υπευθύνων.

  
Η υπόθεση, τοποθετημένη στην Γερμανία του 2001, και το πείραμα πραγματοποιημένο από κάποια στρατιωτική υπηρεσία που διερευνά την ανθρώπινη συμπεριφορά, οδηγεί τα «πειραματόζωα» σε ακραίες ψυχοπαθολογικές συμπεριφορές. Αποδεικνύεται ότι πολλοί άνθρωποι που σε κανονικές συνθήκες ζωής φαίνονται φυσιολογικοί, αν τους δοθεί εξουσία, μπορεί να οδηγηθούν στην ωμή βία και τον σαδισμό. Και μην μας φαίνεται τραβηγμένο κάτι τέτοιο. Αρκεί να θυμηθούμε τους πρόσφατους βασανισμούς από απλούς Αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ ή τις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ, μα και τόσα άλλα.

Εξαιρετικές ερμηνείες, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα θρίλερ, απρόσμενη εξέλιξη, ένταση, δράση και πολλά ερωτηματικά για το ανθρώπινο γένος, κάνουν το Πείραμα μια πολύ αξιόλoγη ταινία, που αξίζει να δείτε...

_ _ _

                            

Φέτος, εμφανίστηκε το Αμερικανικό ρημέικ της ταινίας, ( The Experιment 96΄) γυρισμένο από τον μέχρι τώρα τηλεοπτικό (Prison Break) σκηνοθέτη Paul Scheuring, ο οποίος μετέφερε "Tο Πείραμα" στην σύγχρονη Αμερικανική πραγματικότητα. Μεγάλο ατού της ταινίας οι δύο βραβευμένοι με Οscar πρωταγωνιστές Adrien Brody (Πιανίστας) και Forest Whitaker (Τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας). Παρά τις καλές προθέσεις του σκηνοθέτη και βέβαια τις ερμηνείες, η ταινία έχει χάσει την ζοφερή ατμόσφαιρα της πρώτης εκδοχής και κινείται προς την περιπέτεια. Παρ’ όλα αυτά δείτε και συγκρίνετε. Θα έχει σίγουρα ενδιαφέρον... 

 Χ.Δ