Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

SILVER LININGS PLAYBOOK (2012)





Σκη­νο­θε­σί­α Ντέ­ι­βιντ Ο. Ρά­σελ, με τους: Μπράν­τλε­ϊ Κού­περ, Τζέ­νι­φερ Λό­ρενς, (Ό­σκαρ Α΄Γυ­ναι­κεί­ου ρό­λου 2013, Χρυ­σή σφαί­ρα 2013), Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο, Τζά­κι Γου­ί­βερ. Ο α­νε­ξάρ­τη­τος Α­με­ρι­κά­νι­κος κι­νη­μα­το­γρά­φος στις κα­λές στιγ­μές του. (51 βρα­βεί­α) 

Ύ­στε­ρα α­πό ο­κτώ μή­νες στο ψυ­χι­α­τρεί­ο, ο Πατ ο ο­ποί­ος έ­χει δι­πολι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη), ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι των γο­νι­ών του και προ­σπα­θεί  να προ­σαρ­μο­στεί στην και­νούρ­για του ζω­ή και να έρ­θει σε ε­πα­φή με την πρώ­ην γυ­ναί­κα του, την ο­ποί­α δεν μπο­ρεί – βά­σει δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης – να πλη­σιά­σει. Ο πα­τέ­ρας του (Ρόμ­περτ Ντε Νί­ρο σε ε­ξαι­ρε­τι­κά κέ­φια), ζει την δι­κή του "πα­ρά­νοι­α", α­φού εί­ναι βυ­θι­σμέ­νος στον κό­σμο τού πο­δο­σφαι­ρι­κού τζό­γου και της δει­δαι­μο­νί­ας. Η γνω­ρι­μί­α τού Πατ με την ε­πί­σης ψυχικά προ­βλη­μα­τι­κή Τί­φα­νι, θα πε­ρι­πλέ­ξει α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τα πράγ­μα­τα.

Μια χα­ρι­τω­μέ­νη μα­τιά στον κό­σμο της ψυ­χι­κής νό­σου. Ποι­ός ά­ρα­γε εί­ναι υ­γι­ής και ποι­ός ό­χι; Α­κο­λου­θών­τας ο σκη­νο­θέ­της τον κλασ­σι­κό τρό­πο α­φή­γη­σης της Α­με­ρι­κά­νι­κης κο­μεν­τί, μι­λά με α­στεί­ο τρό­πο για πο­λύ σο­βα­ρά πράγ­μα­τα. Ποι­ός τε­λι­κά εί­ναι «υ­γι­ής»και ποι­ός άρ­ρω­στος; Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι η α­γά­πη που θα στη­ρί­ξει τις ψυ­χές των αν­θρώ­πων.

 * * *

Η ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια α­νέ­κα­θεν τρό­μα­ζε τον άν­θρω­πο. Οι ψυ­χι­κά ασθενείς λόγῳ της φύσης της πάθησής τους, που συ­νή­θως ο­δη­γεί σε αν­τι­κοι­νω­νι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές, παλαιότερα δε­χόν­του­σαν συ­χνά τον κοι­νω­νι­κό α­πο­κλει­σμό, στιγ­μα­τί­ζον­ταν, πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­ούν­ταν. Δεν ή­ταν λί­γες οι πε­ρι­πτώ­σεις ό­που μην γνω­ρί­ζον­τας τις αι­τί­ες της α­σθέ­νειας, η κοι­νω­νί­α θε­ω­ρού­σε τους α­σθε­νείς α­μαρ­τω­λούς και την α­ρρώστια τι­μω­ρί­α α­πό τον Θε­ό.

 Στήν σύγ­χρο­νη και α­πρό­σω­πη ε­πο­χή μας, τα πράγ­μα­τα έ­χουν βελ­τι­ω­θεί αι­σθη­τά κα­θώς σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, με κα­τάλ­λη­λη φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και ψυ­χο­λο­γι­κή υ­πο­στή­ρι­ξη οι α­σθε­νείς εν­τάσ­σον­ται στην κοι­νω­νί­α και μπο­ρούν να εί­ναι λει­τουρ­γι­κοί. Ω­στό­σο, η έλ­λει­ψη φρον­τί­δας, η α­νυ­παρ­ξί­α ου­σι­α­στι­κών προ­σω­πι­κών σχέ­σε­ων και η σκλη­ρό­τη­τα των συ­ναν­θρώ­πων εί­ναι α­πό τα κυ­ρι­ό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα που μπο­ρεί να αν­τι­με­τω­πί­ζουν οι πά­σχον­τες.
Οι πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας α­νέ­κα­θεν συ­νέ­δε­αν την α­μαρ­τί­α με την ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Ό­χι ό­μως σε μί­α βά­ση κο­σμι­κή που λέ­ει ό­τι πά­σχει ψυ­χι­κά κά­ποι­ος ε­πει­δή εί­ναι α­μαρ­τω­λός. Η ορ­θή πνευ­μα­τι­κή θε­ώ­ρη­ση διαχωρίζει τους εκ γενετής πάσχοντες από ψυχικά νοσήματα σε σχέση με εκείνους που η ασθένειά τους είναι επίκτητη.

Για την πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α αν­θρώ­πων, ό­πως εί­ναι και ο πά­σχων α­πό δι­πο­λι­κή δι­α­τα­ρα­χή (μανιοκατάθλιψη) πρω­τα­γω­νι­στής τής ται­νί­ας μας, δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­πο­δώ­σει ευ­θύ­νες στους ί­διους τους α­σθε­νείς. Εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη η φαρ­μα­κευ­τι­κή α­γω­γή και βέ­βαι­α, αυ­τό που χρει­ά­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι συμ­πα­ρά­στα­ση και α­γά­πη. 

Για την δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρί­α, η ο­ποί­α εί­ναι και η με­γα­λύ­τε­ρη πλη­θυ­σμια­κά και α­φο­ρά πε­ρισ­σό­τε­ρο τον μέ­σο άν­θρω­πο (η κα­τά­θλι­ψη λέ­γε­ται ό­τι μέ­χρι το 2020 θα εί­ναι η δεύ­τε­ρη με­γα­λύ­τε­ρη α­σθέ­νεια παγ­κο­σμί­ως κα­θώς αγ­γί­ζει το 20% του πλη­θυ­σμού), δι­α­πι­στώ­νει κα­νείς ό­τι η α­μαρ­τί­α μπο­ρεί όν­τως να ο­δη­γή­σει στην ψυ­χι­κή α­σθέ­νεια. Τα πα­τε­ρι­κά κεί­με­να με τον τρό­πο τους πα­ρα­κι­νούν τους πι­στούς να νι­κή­σουν την α­μαρ­τί­α,  ε­στι­ά­ζον­τας στον δια­ρκή α­γώ­να ε­νάν­τια στην υ­πε­ρη­φά­νεια, στην κε­νο­δο­ξί­α και στην φι­λαυ­τί­α και έ­χουν ως κέν­τρο έ­να νό­η­μα ζω­ής που υ­περ­βαί­νει τον α­το­μο­κεν­τρι­κό άν­θρω­πο και συγ­κε­φα­λαι­ώ­νε­ται στον λό­γο του Χρι­στού "α­γά­πα τον πλη­σί­ον ως ε­αυ­τόν".

 Έ­τσι, οι δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι αυ­τής της ται­νί­ας, μάς α­φο­ρούν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, κα­θώς συ­νή­θως νο­μί­ζου­με ό­τι εί­μα­στε σώ­οι, αλ­λά έ­χου­με ε­πι­τρέ­ψει στην α­μαρ­τί­α να κυ­ρι­αρ­χή­σει στην ζω­ή μας, και ζού­με μέ­σα στα πά­θη. 

Βλέ­που­με τον πα­τέ­ρα του Πάτ να ζει για τον τζό­γο, βυ­θι­σμέ­νος στην δει­δαι­μο­νί­α και στην μο­νο­μα­νή ε­να­σχό­λη­ση με το πο­δό­σφαι­ρο. Το ί­διο βλέ­που­με και στους άλ­λους χα­ρα­κτή­ρες. Η μη­τέ­ρα ζει την μι­ζέ­ρια της γει­το­νιάς, ο α­δελ­φός μοιράζεται το πάθος τού πατέρα και ζει πνιγμένος στην υπερηφάνεια και την σκληροκαρδία, ο φί­λος έ­χει θυ­σιά­σει την ζω­ή του στο κυ­νή­γι του χρή­μα­τος για να ι­κα­νο­ποι­ή­σει την υ­λι­κή ευ­η­με­ρί­α, χά­νον­τας την ψυ­χή και τον γά­μο του. Οι άν­θρω­ποι χανό­μα­στε συ­χνά σε μιά κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα στην ο­ποί­α εγ­κλω­βι­ζό­μα­στε, ε­άν δεν κυ­ρια­ρχεί στην ζω­ή μας η ευ­χα­ρι­στί­α και η χα­ρά της ση­με­ρι­νής η­μέ­ρας.

Η ται­νί­α θί­γει θέ­μα­τα που μας α­φο­ρούν ό­λους. Δεν μας οδηγεί στο να λυ­πη­θού­με τους οργανικά ψυ­χι­κά α­σθε­νείς, που ού­τως ή άλ­λως χρει­ά­ζον­ται την α­γά­πη μας, αλ­λά αντίθετα στο να δούμε την ομορφιά που μπορεί να κρύβεται πίσω από την πάθηση. Ταυτόχρονα, μας καλεί να α­να­λο­γι­στού­με πού μπο­ρεί να ο­δη­γη­θού­με ε­άν α­φε­θού­με στην ρου­τί­να και τα υ­λι­κά του βί­ου και δεν καλ­λι­ερ­γού­με την προ­αί­ρε­σή μας στα ου­σι­ὠ­δη  της ζωής, στο «ε­νός ε­στί χρεί­α».


Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Πί­σω α­πό τους λό­φους - εκτενής φιλμοκριτική...



Πί­σω α­πό τους λό­φους 
Dupa delauri – Ρου­μα­νί­α – 2012

από τόν αδελφό μας Μ.Ψ.,  ψυχίατρο

Το 2005, μια κο­πέ­λα πέ­θα­νε σε κά­ποι­ο μο­να­στή­ρι της Μολ­δα­βί­ας, ό­που ε­πί μέ­ρες πα­ρέ­μει­νε δε­μέ­νη και νη­στι­κή, ώ­στε ο ι­ε­ρέ­ας να της δι­α­βά­ζει τις ευ­χές των ε­ξορ­κι­σμών. Το γε­γο­νός αυ­τό κα­τέ­γρα­ψε η Tatiana Niculescu Bran και με­τέ­φε­ρε στην ο­θό­νη ο γνω­στός σκη­νο­θέ­της Cristian Mungiu. Το σε­νά­ριο α­πό τον σκη­νο­θέ­τη, σε συ­νερ­γα­σί­α με την συγ­γρα­φέ­α και οι δυ­ο συμ­πρω­τα­γω­νί­στρι­ες, βρα­βεύ­θη­καν στο Φε­στι­βάλ των Κα­νών 2012.

Τα κεν­τρι­κά πρό­σω­πα εί­ναι δυ­ο κο­ρί­τσια που με­γά­λω­σαν μα­ζί σε ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο, συν­δέ­θη­καν με στε­νή και ει­λι­κρι­νή φι­λί­α και α­κο­λού­θη­σαν στη συ­νέ­χεια δι­α­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους. Η Βο­ϊ­κί­τσα (Cosmina Stratan) εν­τά­χθη­κε στο Μο­να­στή­ρι της πε­ρι­ο­χής σαν δό­κι­μη μο­να­χή. Η Α­λί­να (Cristina Flutur), α­φού πα­ρέ­μει­νε έ­να δι­ά­στη­μα σε α­νά­δο­χη οι­κο­γέ­νεια, πή­γε να ερ­γα­στεί στη Γερ­μα­νί­α. Η προ­σπά­θεια τους να ξα­να­βρε­θούν μα­ζί, θα α­πο­βεί α­πρό­σμε­να μοι­ραί­α και για τις δυ­ο.

Σε μια ται­νί­α που σε ό­λη την ε­ξέ­λι­ξη της, ο χα­μη­λός φω­τι­σμός, οι α­πλοί ή­χοι και τα ε­σω­τε­ρι­κά πλά­να, ε­πι­τεί­νουν και πλαι­σι­ώ­νουν τις αν­τι­θέ­σεις, τις συγ­κρού­σεις και τους συμ­βο­λι­σμούς, ο σκη­νο­θέ­της κά­νει φα­νε­ρή α­π’ την αρ­χή την πρό­θε­ση του, να προσ­δώ­σει στην ται­νί­α τον αυ­στη­ρά ρε­α­λι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα, που αρ­μό­ζει στο θέ­μα της.

Η Α­λί­να φθά­νει με το τραί­νο α­πό τη Γερ­μα­νί­α, με σκο­πό να πά­ρει μα­ζί της τη φί­λη της, για να δου­λέ­ψουν και να ζή­σουν ε­κεί. Η Βο­ϊ­κί­τσα πη­γαί­νον­τας να τη συ­ναν­τή­σει στον σταθ­μό, προ­χω­ρά αν­τί­θε­τα στο ρεύ­μα ό­λων των ε­πι­βα­τών που κα­τευ­θύ­νον­ται προς την έ­ξο­δο. Ό­λοι πη­γαί­νουν στις δου­λει­ές τους, αν­τι­με­τω­πί­ζουν το μέλ­λον τους. Ε­κεί­νη, ε­πι­στρέ­φει στο πα­ρελ­θόν, να συ­ναν­τή­σει στο πρό­σω­πο της Α­λί­να την παι­δι­κή τους α­να­σφά­λεια.

Θα μπο­ρέ­σει να ξα­να­ζων­τα­νέ­ψει το πα­ρελ­θόν, στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες; Ο προ­βλη­μα­τι­σμός και η αμ­φι­θυ­μί­α της θα την α­κο­λου­θή­σουν ως το τέ­λος. Η πο­ρεί­α της στον σταθ­μό προς την Α­λί­να, εί­ναι η ει­κό­να του ε­σω­τε­ρι­κού της κό­σμου. Το συ­ναί­σθη­μα της, σε αν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση α­πό τη λο­γι­κή της.

Η Α­λί­να την αγ­κα­λιά­ζει με τη λα­χτά­ρα του παι­διού που ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι του, με την ελ­πί­δα πως α­πό δω και πέ­ρα δεν θα εί­ναι μό­νη στη ζω­ή της. Η ζε­στα­σιά της φι­λί­ας τους της θερ­μαί­νει την καρ­διά, ό­μως η μο­να­ξιά της Γερ­μα­νί­ας εί­ναι βι­ο­λο­γι­κά γραμ­μέ­νη στο μυα­λό της. Στην κοι­νο­βια­κή ζω­ή του μο­να­στη­ριού, η Βο­ϊ­κί­τσα, ξε­πέ­ρα­σε σ’ έ­ναν βαθ­μό τις ψυ­χο­λο­γι­κές της α­νάγ­κες και ι­σορ­ρό­πη­σε. Η Α­λί­να πα­ρέ­μει­νε στην ι­δρυ­μα­τι­κή α­νω­ρι­μό­τη­τα του ορ­φα­νο­τρο­φεί­ου. 

Το πε­ρι­βάλ­λον δι­α­μορ­φώ­νει ά­με­σα την ψυ­χο­λο­γί­α μας. Ι­δι­αί­τε­ρα, ό­ταν δεν έ­χου­με θέ­σει στα­θε­ρούς στό­χους στη ζω­ή μας, ό­σο α­πλοί και να ‘ναι, βα­σι­σμέ­νους σε συγ­κε­κρι­μέ­νες α­ξί­ες, ό­σο α­πλο­ϊ­κές και αν φαί­νον­ται. Ό­σο πα­ρα­μέ­νει α­δι­α­μόρ­φω­τος έ­νας τέ­τοι­ος ά­ξο­νας στην προ­σω­πι­κό­τη­τα μας, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βρι­σκό­μα­στε ε­κτε­θει­μέ­νοι στις ε­ξω­τε­ρι­κές ε­πιρ­ρο­ές.

Σύν­το­μα η Α­λί­να αρ­χί­ζει να αν­τι­λαμ­βά­νε­ται, πως τα πράγ­μα­τα δεν εί­ναι α­κρι­βώς ό­πως τα εί­χε φαν­τα­στεί, ό­τι η φί­λη της α­νή­κει πια κά­που αλ­λού, νοι­ά­ζε­ται και ερ­γά­ζε­ται για άλ­λους, έ­χει άλ­λες προ­τε­ραι­ό­τη­τες κι α­να­βι­ώ­νει τό­τε την παι­δι­κή της εγ­κα­τά­λει­ψη. Δεν στρέ­φε­ται ε­ναν­τί­ον της φί­λης της, που εί­ναι το μό­νο πρό­σω­πο που α­γά­πη­σε και α­γα­πά, αλ­λά ε­ναν­τί­ον ό­σων την πε­ρι­βάλ­λουν, δι­εκ­δι­κούν την α­γά­πη της και α­πο­σπούν το εν­δι­α­φέ­ρον της α­πό κεί­νη.

Ό­ταν οι α­νε­ξέ­λεγ­κτες α­πό τη λο­γι­κή συ­ναι­σθη­μα­τι­κές α­νάγ­κες, δεν βρί­σκουν την αν­τα­πό­κρι­ση που α­παι­τούν, εί­ναι α­να­πό­φευ­κτα τα βι­ώ­μα­τα της πη­γαί­ας στέ­ρη­σης, της μα­ταί­ω­σης των προσ­δο­κι­ών και της α­πώ­λειας προ­σα­να­το­λι­σμού. Και ό­ταν το πε­ρι­βάλ­λον ά­καμ­πτο, προ­σπα­θεί να ε­πι­βάλ­λει τρό­πους συμ­πε­ρι­φο­ράς, αν δεν έ­χου­με την ι­κα­νό­τη­τα μιας ο­μα­λής προ­σαρ­μο­γής, θα νοι­ώ­σου­με έν­το­να την αί­σθη­ση της α­πόρ­ρι­ψης, της α­πο­ξέ­νω­σης και του ε­ξα­ναγ­κα­σμού.

Η ε­ξο­μο­λό­γη­ση δεν φέρ­νει τη γα­λή­νη στην ψυ­χή, αν δεν α­πο­τε­λεί την έκ­φρα­ση βα­θιάς με­τά­νοι­ας. Ό­μως πί­σω α­πό την κά­θε πρά­ξη κρύ­βε­ται κι έ­να κί­νη­τρο, κά­θε συμ­πε­ρι­φο­ρά έ­χει την ε­ξή­γη­ση της, α­κό­μα και κά­ποι­ες συ­ναι­σθη­μα­τι­κές ε­κρή­ξεις, έ­χουν την αι­τί­α και τη σκο­πι­μό­τη­τα τους. Τα βι­α­στι­κά συμ­πε­ρά­σμα­τα για τους άλ­λους, εί­ναι συ­νή­θως λαν­θα­σμέ­να και η α­δι­α­φο­ρί­α κα­τα­νό­η­σης των προ­βλη­μά­των τους, εί­ναι έ­νας βάλ­τος που κα­τα­πί­νει την ευ­αι­σθη­σί­α.

Η Α­λί­να εί­ναι το α­νέν­τα­χτο και ευ­ά­λω­το μέ­λος της μι­κρής κοι­νω­νί­ας του Μο­να­στη­ριού. Ό­λα γύ­ρω της εί­ναι ξέ­να και α­πει­λη­τι­κά. Το συ­ναι­σθη­μα­τι­κό της κε­νό εκ­δη­λώ­νε­ται στη συμ­πε­ρι­φο­ρά της. Η «πρω­το­γε­νής κραυ­γή» που δεν α­κού­γε­ται, η φόρ­τι­ση της α­να­σφά­λειας που δεν εκ­φρά­ζε­ται, γί­νον­ται αν­τί­δρα­ση «α­ναί­τια» ε­πι­θε­τι­κή και πα­ρά­λο­γη συμ­πε­ρι­φο­ρά.     
Η αν­τί­δρα­ση αυ­τή ω­στό­σο, θα ε­πι­φέ­ρει τη βί­α. Η αν­τι­με­τώ­πι­ση θα πρέ­πει να εί­ναι ά­με­ση και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή και η κα­τα­στο­λή ε­πι­βε­βλη­μέ­νη.

Αν­τί για μη­τρι­κό χά­δι, πα­τρι­κή στή­ρι­ξη, φι­λι­κή αγ­κα­λιά, θα α­κι­νη­το­ποι­η­θεί με σχοι­νιά και α­λυ­σί­δες, ψυ­χο­φάρ­μα­κα και συγ­κα­τα­βα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση. Τι συμ­βαί­νει λοι­πόν; Τι εί­ναι πί­σω α­πό ό­λα αυ­τά; Η ψυ­χι­κή δι­α­τα­ρα­χή, η αρ­ρώ­στια, ο σα­τα­νάς;

Ί­σως και ό­λα μα­ζί. Και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­λα ο σα­τα­νάς, που σε έ­να πρό­σφο­ρο έ­δα­φος αν­τι­στρέ­φει θε­α­μα­τι­κά τα πάν­τα. Ο φτω­χός ι­ε­ρέ­ας θα με­τα­τρα­πεί ά­θε­λα του σε μά­γο και δή­μιο. Η δι­α­δι­κα­σί­α του ε­ξορ­κι­σμού θα ε­ξε­λι­χθεί σε καθ-ή­λω­ση βα­σα­νι­σμού, σε σταύ­ρω­ση. Ο χο­ρός των μο­να­χών, με κο­ρυ­φαί­α την κα­λο­κά­γα­θη Μη­τε­ρού­λα, θα α­πο­κτή­σει κί­νη­ση και ρυθ­μό αρ­χαί­ας τρα­γω­δί­ας, ε­νώ τις ι­κε­τή­ρι­ες προ­σευ­χές θα αν­τι­κα­τα­στή­σει η σπου­δή της ε­ξόν­τω­σης του σα­τα­νά στο σώ­μα της φτω­χής Α­λί­να. 

Η α­που­σί­α της αί­σθη­σης Θε­ού, εί­ναι μια δι­ά­χυ­τη αί­σθη­ση ψύ­χους. Η α­που­σί­α της α­γά­πης, θλι­βε­ρή μέ­χρι τέ­λους. Τα πάν­τα στε­ρη­μέ­να πνεύ­μα­τος, νο­ή­μα­τος και ψυ­χής. Η βί­α, η σταύ­ρω­ση, η στέ­ρη­ση φα­γη­τού και νε­ρού κι α­κό­μα το κρύ­ο, η ε­ξα­σθέ­νη­ση, η α­πό­γνω­ση και η τρέ­λα, σαν έ­σχα­τη δι­έ­ξο­δος α­πό τη δαι­μο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κό­σμου μας.

Το τε­λευ­ταί­ο –α­πρό­σφο­ρο- χα­μό­γε­λο πριν α­πό τη λύ­τρω­ση του θα­νά­του, ο τε­λευ­ταί­ος χαι­ρε­τι­σμός της Α­λί­να τη στιγ­μή που περ­νά τα σύ­νο­ρα, εί­ναι η ο­λο­κλή­ρω­ση του δρά­μα­τος, η δι­καί­ω­ση της έμ­πνευ­σης του σκη­νο­θέ­τη.   

Πέ­ρα ω­στό­σο α­πό τα προ­σω­πι­κά βι­ώ­μα­τα του κα­θε­νός, πέ­ρα α­πό τον θά­να­το που σαν έ­σχα­τη σφρα­γί­δα α­νοί­γει έ­να τε­ρά­στιο κε­νό στις συ­νει­δή­σεις ό­λων, η ζω­ή α­δυ­σώ­πη­τη συ­νε­χί­ζε­ται. 
Η Α­λί­να υ­πήρ­ξε το θύ­μα της α­νε­λέ­η­της αυ­τής θυ­σί­ας, η Βο­ϊ­κί­τσα πα­ρα­μέ­νει η τρα­γι­κή μορ­φή της ι­στο­ρί­α αυ­τής. Σαν έ­νο­χος, α­μέ­το­χος θε­α­τής, πα­ρα­κο­λού­θη­σε τη φί­λη της σε ό­λη την πο­ρεί­α του Γολ­γο­θά της. Ο μό­νος δι­κός της άν­θρω­πος, χά­θη­κε. Και μα­ζί της χά­θη­κε και η εμ­πι­στο­σύ­νη της, στην «οι­κο­γέ­νεια» του Μο­να­στη­ριού.  

Ποι­ος φταί­ει τε­λι­κά; Ο δύ­στυ­χος ι­ε­ρέ­ας, που πε­ρι­δε­ής κά­τω α­πό την πί­ε­ση των ε­ξε­λί­ξε­ων και του πε­ρι­βάλ­λον­τος του, ε­πι­χεί­ρη­σε να εκ­δι­ώ­ξει τον σα­τα­νά α­πό την δαι­μο­νι­σμέ­νη κο­πέ­λα ή η ε­πι­βαλ­λό­με­νη α­πό την κοι­νω­νι­κή κα­θο­δή­γη­ση α­θε­ΐ­α, που στέ­ρη­σε α­πό τον ι­ε­ρέ­α τη δυ­να­τό­τη­τα ου­σι­α­στι­κό­τε­ρης παι­δεί­ας, ό­πως και την ι­κα­νό­τη­τα ορ­θής ε­κτί­μη­σης των γε­γο­νό­των και της δι­κής του πνευ­μα­τι­κό­τη­τας;     

Η ε­ξου­σί­α που α­πο­γυ­μνώ­νει τα ο­ρά­μα­τα α­πό το νό­η­μα τους και α­φή­νει τις α­ξί­ες, ά­δει­ες λέ­ξεις, κε­νούς ή­χους εν­τυ­πώ­σε­ων, ο­δη­γεί τους α­πλούς αν­θρώ­πους στην η­μι­μά­θεια, στη δει­σι­δαι­μο­νί­α και στην τυ­πο­λα­τρεί­α κι αυ­τά, θα με­τα­τρα­πούν σε σω­μα­τι­κή βί­α, ψυ­χο­λο­γι­κό εκ­βια­σμό και έγ­κλη­μα.

Αυ­τή την κοι­νω­νί­α α­πο­τυ­πώ­νει στην ται­νί­α του ο Mungiu, αυ­τή τη ζο­φε­ρή ει­κό­να της πά­λης και των συμ­βι­βα­σμών για ε­πι­βί­ω­ση, σε μια ζω­ή κα­νό­νων και φό­βου, χω­ρίς πνευ­μα­τι­κή α­νά­τα­ση, ό­ρα­μα, χα­ρά, προ­ο­πτι­κή και φως.

Και α­σφα­λώς σε μια κοι­νω­νί­α χω­ρίς Θε­ό, ευ­θύ­νε­ται το σύ­στη­μα για την ει­κό­να αυ­τή. Για­τί η κοι­νω­νί­α τό­τε, α­πο­τε­λεί­ται α­πό ά­το­μα, α­πό μο­νά­δες χει­ρα­γω­γού­με­νες και κα­τευ­θυ­νό­με­νες α­πό την ε­ξου­σί­α. Σε μια κοι­νω­νί­α ό­μως με αί­σθη­ση Θε­ού, η ευ­θύ­νη α­νή­κει στον κα­θέ­να. Για­τί α­πο­τε­λεί­ται α­πό πρό­σω­πα, α­πό μέ­λη ε­λεύ­θε­ρης ε­πι­λο­γής.

Ο Χρι­στός δεν δί­δα­ξε έ­να κοι­νω­νι­κό σύ­στη­μα δι­και­ο­σύ­νης, ι­σό­τη­τας, κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης και δη­μο­κρα­τί­ας. Δί­δα­ξε και δι­δά­σκει κα­θη­με­ρι­νά, την κα­θα­ρή ει­κό­να του Θε­ού, που ο­φεί­λου­με να ε­πα­να­φέ­ρου­με και να δι­α­τη­ρή­σου­με στο πρό­σω­πο μας. Τη δο­ξα­στι­κή υ­πευ­θυ­νό­τη­τα της ε­λευ­θε­ρί­ας, τη θυ­σι­α­στι­κή προ­σφο­ρά της α­γά­πης και την ευ­χα­ρι­στια­κή προ­σή­νεια της με­τρι­ο­φρο­σύ­νης.

Εί­ναι η δι­δα­σκα­λί­α που ο­λο­κλη­ρώ­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τα.Ό­ποι­ος εν­σω­μα­τώ­σει στο πνεύ­μα του τη δι­δα­σκα­λί­α αυ­τή και προ­σπα­θεί να την ε­φαρ­μό­ζει στη ζω­ή του, βι­ώ­νει την προ­σω­πι­κή του  σχέ­ση με τον Χρι­στό. 
Ό­ποι­ος α­πο­φεύ­γει να δει κα­θα­ρά στη δι­δα­σκα­λί­α αυ­τή το Πρό­σω­πο του Ι­η­σού, αρ­κεί­ται στο να α­σκεί κρι­τι­κή στους ι­ε­ρείς, στην Εκ­κλη­σί­α, στην Ορ­θο­δο­ξί­α και στα μο­να­στή­ρια της, μέ­σα α­πό τα μά­τια της κοι­νω­νί­ας

Μιας κοι­νω­νί­ας, που εί­ναι βου­τηγ­μέ­νη στη λά­σπη. Έ­να πι­τσί­λι­σμα στο παρ­μπρίζ του αυ­το­κι­νή­του, αρ­κεί για να μην βλέ­πεις τί­πο­τα μπρο­στά σου, στη ζω­ή σου, στο μέλ­λον σου. Κι αν κα­θα­ρί­σεις το τζά­μι, πά­λι η ί­δια λά­σπη σε πε­ρι­βάλ­λει. 

Πέ­ρα α­πό τους λό­φους, δεν κρύ­βε­ται κά­ποι­ο μυ­στι­κό. Ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να βρει ε­κεί, κά­τι α­πό ε­αυ­τό του.

Μ. Ψ.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Πίσω από τους λόφους




(
Dupa dealuri) 150΄

Σκηνοθεσία: Cristian Mungiu 

Σενάριο: Cristian Mungiu

Βασισμένο στο βιβλίο ντοκουμέντο της Tatiana Niculescu 

Παίζουν: Cosmia Stratan, Cristina Flutur, Valeriu Andriuta 


Βραβείο σεναρίου και Καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στις δύο πρωταγωνίστριες, στο Φεστιβάλ των Καννών 2012.





Ό
­ταν κά­ποι­ος α­να­ζη­τή­σει να βρεί ται­νί­ες Χρι­στι­α­νι­κού προ­βλη­μα­τι­σμού, συ­νή­θως πέ­ρα α­πό κά­ποι­ες κλασ­σι­κές δι­ε­θνείς πα­ρα­γω­γές που συ­νή­θως έ­χουν μια κρι­τι­κή μα­τιά πά­νω στις πα­ρεκ­κλί­σεις του Δυ­τι­κού Χρι­στι­α­νι­σμού (π.χ. «Η α­πο­στο­λή», «Το τρί­το θαύ­μα», «Τα φαν­τά­σμα­τα του Γκό­για»), θα βρει μό­νο στρα­τευ­μέ­νες ται­νί­ες α­πό Α­με­ρι­κα­νι­κές Προ­τε­σταν­τι­κές ο­μο­λο­γί­ες, που συ­νή­θως έ­χουν έν­το­να κη­ρυγ­μα­τι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο.

Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, κα­θώς η Ρω­σί­α ε­πέ­στρε­ψε στον ε­λεύ­θε­ρο κό­σμο και ο Χρι­στι­α­νι­σμός έ­πα­ψε να δι­ώ­κε­ται, εί­χα­με την ευ­και­ρί­α να δού­με κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κά ση­μαν­τι­κές ται­νί­ες α­πό την με­γά­λη αυ­τή χώ­ρα, ό­πως το «Νη­σί», τον «Ι­ε­ρέ­α», τον «Τσά­ρο» κ.ά. Στις ται­νί­ες αυ­τές, εί­χα­με τον συν­δυα­σμό της καλ­λι­τε­χνι­κής σκη­νο­θε­τι­κής προ­σέγ­γι­σης σε Ορ­θό­δο­ξες α­φη­γή­σεις, έ­τσι που να μην έ­χου­με την αί­σθη­ση ό­τι βλέ­που­με στρα­τευ­μέ­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο, αλ­λά ι­στο­ρί­ες βγαλ­μέ­νες μέ­σα α­πό μια Χρι­στι­α­νι­κή μα­τιά.

Ο ρό­λος της τέ­χνης, εί­ναι να τα­ρα­κου­νά­ει τον θε­α­τή και να τον κά­νει να θυ­μά­ται την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα του κό­σμου τού­του. Α­νά­με­σα α­πό τις ε­κα­τον­τά­δες «πλα­στι­κές» ται­νί­ες - υ­πνω­τι­κά του εμ­πο­ρι­κού κι­νη­μα­το­γρά­φου και της μα­ζι­κής τη­λε­ο­πτι­κής δι­α­σκέ­δα­σης,, η α­λη­θι­νή τέ­χνη υ­πο­δει­κνύ­ει τα πραγ­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα της ζω­ής, που βέ­βαι­α δεν ε­ξαν­τλούν­ται στα οι­κο­νο­μι­κά μέ­τρα. Δεν εί­ναι δου­λειά του καλ­λι­τέ­χνη να προ­τεί­νει λύ­σεις, αλ­λά να θυ­μί­σει, αυ­τό που ό­λοι θέ­λου­με να ξε­χά­σου­με. Ας θυ­μη­θού­με για πα­ρά­δειγ­μα τον με­γά­λο Ίν­γκμαρ Μπέρ­γκμαν που ο ί­διος δεν μπό­ρε­σε να λύ­σει τα ζη­τή­μα­τα που τα­λά­νι­σαν την α­να­ζή­τη­σή του – πί­στη, θε­ός, θά­να­τος, προ­σω­πι­κές σχέ­σεις - , αλ­λά που πρό­σφε­ρε την δυ­να­τό­τη­τα σε χι­λιά­δες αν­θρώ­πους να μοι­ρα­στούν μα­ζί του την υ­παρ­ξια­κή του α­γω­νί­α και να α­φυ­πνι­στούν. 

Ό­ταν βέ­βαι­α, ο καλ­λι­τέ­χνης έ­χει ο­δη­γη­θεί σε δρό­μο α­λη­θεί­ας, τό­τε η τέ­χνη φω­τί­ζει και την ελ­πί­δα, για να θυ­μη­θού­με την υ­πέ­ρο­χη «Θυ­σί­α» του Ταρ­κόφ­σκυ. Ό­μως, α­λλοί­μο­νο αν πε­ρι­μέ­νου­με να δού­με Χρι­στι­α­νι­κά μό­νο δη­μι­ουρ­γή­μα­τα για να α­πο­λαύ­σου­με την τέ­χνη. Θα πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε, τό­τε,  μό­νο σε στρα­τευ­μέ­νες ται­νί­ες, ό­που ὀ­μως πολ­λές φο­ρές εί­ναι ά­χα­ρες καλ­λι­τε­χνι­κά.

* * *

Η βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α «Πίσω α­πό τους λό­φους» (După dealuri), του Ρου­μά­νου σκη­νο­θέ­τη Christian Mungiu, μας πα­ρου­σιά­ζει την σκο­τει­νή πλευ­ρά της Ορ­θό­δο­ξης θρη­σκευ­τι­κό­τη­τας. Ό­χι για­τί ο σκη­νο­θέ­της θέ­λει να πο­λε­μή­σει την Εκ­κλη­σί­α, αλ­λά για­τί μέ­σα στο ζο­φε­ρό το­πί­ο της δύ­σκο­λης με­τα-Τσα­ου­σέ­σκου ε­πο­χής, προ­σπα­θεί να α­να­δεί­ξει τα προ­βλή­μα­τα που α­πα­σχο­λούν τον τό­πο του.

Το δι­α­πι­στώ­σα­με αυ­τό με την συγ­κλο­νι­στι­κή και ζο­φε­ρή προ­η­γού­με­νη ται­νί­α του «4 Μή­νες, 3 Ε­βδο­μά­δες και 2 Η­μέ­ρες» (Χρυ­σός Φοί­νι­κας και βρα­βεί­ο FIPRESCI στις Κάν­νες το 2007), που α­να­φε­ρό­ταν στην θλι­βε­ρή ε­πο­χή του Τσα­ου­σέ­σκου.

Το «Πίσω α­πό τους λό­φους» εί­ναι εμ­πνευ­σμέ­νο α­πό πραγ­μα­τι­κά (δυ­στυ­χώς) γε­γο­νό­τα, που πε­ρι­γρά­φον­ται στο βι­βλί­ο τής Tatiana Bran Niculescu, για την πε­ρί­πτω­ση μιας νε­α­ρής κο­πέ­λας που πέ­θα­νε το 2005 στην Μολ­δα­βί­α, κα­τά την διά­ρκεια ε­ξορ­κι­σμού σ’­ έ­να Ορ­θό­δο­ξο Μο­να­στή­ρι.

Ο Mungiu, προ­σεγ­γί­ζει το θέ­μα με σε­βα­σμό. Κι­νη­μα­το­γρα­φεί τους ή­ρω­ές του στα­τι­κά, σε πλά­να σκη­νές, οι πρω­τα­γω­νι­στές σε πρώ­το - δεύ­τε­ρο πλά­νο γε­μί­ζουν την ο­θό­νη. Ο άν­θρω­πος στο προ­σκή­νιο, αλ­λά δε­μέ­νος στην τυ­φλό­τη­τα της ύ­παρ­ξής του. Ο ε­σω­τε­ρι­κός ρυθ­μός γρή­γο­ρος, το τέμ­πο του έντονο, ζω­γρα­φί­ζει την αν­θρώ­πι­νη θλί­ψη. Ο σκη­νο­θέ­της α­πο­φεύ­γει να στή­σει ποι­η­τι­κά πλά­να. Ού­τε μια λή­ψη μα­γευ­τι­κή της φύ­σης, καμ­μί­α ποι­η­τι­κή προ­σέγ­γι­ση στην ει­κό­να. Ρε­α­λι­σμός ου­δέ­τε­ρος, χω­ρίς φόρ­τι­ση για δα­κρύ­βρε­χτο με­λό - εί­ναι ο θε­α­τής που θα χρω­μα­τί­σει το δη­μι­ούρ­γη­μα.

Από την αρ­χή σχε­δόν της ται­νί­ας, με­τα­φε­ρό­μα­στε στα ά­δυ­τα ε­νός μι­κρού φτω­χι­κού μο­να­στη­ριού που βρί­σκε­ται «πίσω α­πό τους λό­φους», πά­νω α­πό την κον­τι­νή πό­λη. Έ­νας ζη­λω­τής πνευ­μα­τι­κός και με­ρι­κές μο­να­χές ζουν την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα της μο­να­στι­κής ζω­ής, ό­πως χι­λιά­δες άλ­λοι σ’ ό­λη την Ορ­θο­δο­ξί­α. Κά­ποι­ες από αυτές έ­χουν κα­τα­φύ­γει ε­κεί α­πό λό­γους α­νάγ­κης - α­πό φτώ­χεια ή για λόγους σύ­ζυ­γι­κής βί­ας, όπως συνέβαινε παλιότερα και στον τόπο μας. Μα­ζί τους και η­  δό­κι­μη Voichita, που με­γά­λω­σε στο κον­τι­νό Ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο, μέ­σα σε ένα περιβάλλον άθλιότητας. Κά­τω α­πό συν­θή­κες που δεν δι­ευ­κρι­νί­ζον­ται, κά­ποι­α στιγ­μή η κο­πέ­λα α­πο­φά­σι­σε να γί­νει μο­να­χή και να ζή­σει βί­ο α­σκη­τι­κό.

Η μο­να­στι­κή η­ρε­μί­α θα δι­α­τα­ρα­χτεί α­πό την ά­φι­ξη της Αlina, που με­γά­λω­σε μα­ζί με την Voichita στο ορ­φα­νο­τρο­φεί­ο. Οι δυ­ό κο­πέ­λες, ι­δι­αί­τε­ρα συν­δε­δε­μέ­νες τα δύ­σκο­λα χρό­νια του α­σύ­λου, έ­χουν έ­ναν ι­δι­αί­τε­ρο σύν­δε­σμο. Η Alina, θα αρ­χί­σει να πι­έ­ζει την φί­λη της να φύ­γουν για την Γερ­μα­νί­α,  αλ­λά πριν κα­τα­λή­ξουν σε μια α­πό­φα­ση, θα εκ­δη­λώ­σει κρί­ση υ­στε­ρί­ας. Κι αυ­τό θα πυ­ρο­δο­τή­σει μια σει­ρά α­πό γε­γο­νό­τα που θα δη­μι­ουρ­γή­σουν με­γά­λη ένταση στο μο­να­στή­ρι. Η α­δελ­φό­τη­τα ο­χυ­ρω­μέ­νη πί­σω α­πό μί­α στα­τι­κή αλλά και δεισιδαιμονική θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, θα προ­σκολ­λη­θεί στο γράμ­μα του νό­μου και θα πε­ρι­πλέ­ξει την κα­τά­στα­ση, πυ­ρο­δο­τών­τας μια α­πρό­σμε­νη ε­ξέ­λι­ξη, ενώ παράλληλα, θέ­μα­τα ό­πως το προ­βλη­μα­τι­κό σύ­στη­μα υ­γεί­ας, η φτώ­χεια, η θλί­ψη των ορ­φα­νο­τρο­φεί­ων, η μο­να­ξιά και η χω­ρίς φτι­α­σί­δια σύγ­χρο­νη μί­ζε­ρη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, θα α­να­δει­χτούν στο φον­το της ι­στο­ρί­ας.

Ο σκη­νο­θέ­της πα­ρου­σιά­ζει την ζω­ή ε­νός πα­ρα­δο­σια­κού Ορ­θό­δο­ξου μο­να­χι­σμού κι ό­χι μιας α­κραί­ας ζη­λω­τι­κής κα­ρι­κα­τού­ρας, σε μια χώ­ρα που οι άν­θρω­ποι δι­α­τη­ρούν την πατροπαράδοτη ευ­σέ­βεια. Ό­μως,  ξέ­ρου­με κα­λά, πως στην πνευ­μα­τι­κή ζω­ή ό­λα εί­ναι ζή­τη­μα ερ­μη­νεί­ας. Το αν θα προ­σεγ­γί­σου­με τον άν­θρω­πο μέ­σα α­πό την α­γά­πη ή τον νό­μο, το αν θα πλανηθούμε να πιστέψουμε ό­τι δήθεν κα­τέ­χου­με την χά­ρη του Θε­ού για να νικάμε τους δαίμονες ή θα ζη­τά­με το έ­λε­ός του. Το αν η ε­ξο­μο­λο­γη­ση θα λει­τουρ­γεί ως ζω­ο­ποι­ός σω­τη­ρί­α ή ως δι­α­δι­κα­σί­α ε­ξου­σι­α­στι­κή, το αν ο μο­να­στι­κός κα­νό­νας εί­ναι τρό­πος που δι­ευ­κο­λύ­νει την προ­σευ­χή ή ψυχικός κα­τα­ναγ­κα­σμός. Ό­λα αυ­τά κα­θο­ρί­ζουν τον τρό­πο που βλέ­που­με τον Χρι­στό και το κατά πόσον αυ­τή η σχέ­ση φέρ­νει χα­ρά και ευ­χα­ρι­στί­α στην ζω­ή, ή έ­ναν αρ­νη­τι­σμό και μια μί­ζε­ρη αν­τί­λη­ψη του βί­ου. Επίσης, αν η ψυ­χι­κή νό­σος αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται με ε­ξορ­κι­σμούς ή με συν­δυα­σμό της πα­ρα­δο­σια­κής ι­α­τρι­κής και με προ­σευ­χητική αγάπη για τον πά­σχον­τα.

Ό­ταν υ­πε­ρε­κτι­μού­με τις δυ­νά­μεις μας, πα­ρα­μο­νεύ­ει πάν­τα ο κίν­δυ­νος της δαι­μο­νι­κής έ­παρ­σης. Γέμουν τα γε­ρον­τι­κά α­πό ι­στο­ρί­ες μο­να­χών που πί­στε­ψαν ό­τι εί­χαν α­γιά­σει και πή­δη­ξαν στο κε­νό, και η εκ­κλη­σι­α­στι­κή ι­στο­ρί­α α­πό περιπτώσεις χα­ρι­σμα­τι­κών αν­θρώ­πους που έ­γι­ναν αι­ρε­τι­κοί α­πό τον μω­ρό ζή­λο.

Η ται­νί­α του Mungiu προ­κα­λεί προ­βλη­μα­τι­σμό σε πολ­λά ε­πί­πε­δα. Εί­ναι ζο­φε­ρή, για­τί εί­ναι ο κό­σμος τού­τος ζο­φε­ρός, αφού ό­πως εί­πε ο Χρι­στός, «άρ­χον­τάς του εί­ναι ο σα­τα­νάς». Δεν προ­τεί­νει λύ­σεις, ού­τε δι­έ­ξο­δο α­πό το σκο­τά­δι. Ό­λοι οι άν­θρω­ποι, εν­τός και ε­κτός εκ­κλη­σί­ας, εί­ναι πα­ρα­δο­μέ­νοι στα πά­θη τους, στις θλί­ψεις, στην δει­σι­δαι­μο­νί­α, στο πε­πρω­μέ­νο. Η Ρου­μα­νί­α με την φτώ­χεια της και το φρι­κτό πα­ρελ­θόν, μοιά­ζει να μην έ­χει ελ­πί­δα, μα­ζί κι ο κό­σμος ό­λος.

Μο­να­δι­κή μας ελ­πί­δα, η με­τά­νοι­α στον Θε­ό της α­γά­πης, τον σταυ­ρω­μέ­νο και α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό, στην ζω­ή της χα­ράς και της ευ­χα­ρι­στί­ας.


π. Χ.Μ.

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

The Way (ΗΠΑ 2010) 123'





 Με λίγα λόγια

«Έ­νας πα­τέ­ρας τα­ξι­δεύ­ει στην Ι­σπα­νί­α, για να πα­ρα­λά­βει την σω­ρό τού γιου του, που έ­χα­σε την ζω­ή του καθώς πορευόταν για το δημοφιλές στους Ρωμαιοκαθολικούς προ­σκύ­νη­μα του  "El camino de Santiago" α­πό τα σύ­νο­ρα Γαλ­λί­ας – Ι­σπα­νί­ας μέ­χρι το Santiago de Compostela, λί­γο πριν τον Α­τλαν­τι­κό. Όταν φτάνει εκεί, α­πο­φα­σί­ζει  να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει ο ίδιος το μακρύ οδοιπορικό. Στην πο­ρεί­α προς τον Ά­γιο, ο πλού­σιος Α­με­ρι­κα­νός ο­φθαλ­μί­α­τρος, ο­δη­γεί­ται σε έ­να υ­παρ­ξια­κό τα­ξί­δι αυ­το­γνω­σί­ας, μα­ζί με τρεις συ­νο­δοι­πό­ρους του.»



Αν­τί­στρο­φοι ρό­λοι

Ο κά­θε πα­τέ­ρας νοι­ώ­θει τα παι­διά του σαν συ­νέ­χεια του ε­αυ­τού του κι ελ­πί­ζει εν­δό­μυ­χα να δει τον γιο του ν’ α­κο­λου­θεί την ί­δια μ’ ε­κεί­νον πο­ρεί­α και να πε­τυ­χαί­νει στη ζω­ή του, ό­σα ε­κεί­νος δεν μπό­ρε­σε να κα­τα­κτή­σει. Συ­χνά ό­μως τα παι­διά έ­χουν μια δι­α­φο­ρε­τι­κή θε­ώ­ρη­ση της ζω­ής και ό­ταν η α­γά­πη με­τα­ξύ τους δεν ξε­περ­νά τις ψυ­χο­λο­γι­κές αν­τι­στά­σεις που α­να­πτύσ­σον­ται στο πλη­σί­α­σμα τους, στα­δια­κά α­πο­μα­κρύ­νον­ται. Ο θά­να­τος ω­στό­σο εί­ναι μια καμ­πή, που δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­γνο­ή­σει και που μπο­ρεί να α­να­στρέ­ψει τα πάν­τα.

Στην α­ξι­ό­λο­γη αυ­τή ται­νί­α, ο για­τρός Tom Avery (που υ­πο­δύ­ε­ται ο Martin Sheen, πα­τέ­ρας του σκη­νο­θέ­τη της ται­νί­ας Emilio Estevez), εί­ναι ε­κεί­νος που θα α­κο­λου­θή­σει αυ­θόρ­μη­τα και θα ο­λο­κλη­ρώ­σει την πο­ρεί­α του γιου του, που τη δι­έ­κο­ψε στην αρ­χή της, μια κα­ται­γί­δα στα Πυ­ρη­ναί­α. Μπρο­στά στον θά­να­το, ό­λα παίρ­νουν τη θέ­ση που τους αρ­μό­ζει. Οι αν­τι­θέ­σεις παύ­ουν να υ­φί­σταν­ται, ο ε­γω­ι­σμός δεν έ­χει λό­γο ύ­παρ­ξης, η α­πω­θη­μέ­νη α­πό τις συν­θή­κες α­γά­πη, α­να­δύ­ε­ται και α­παι­τεί το με­ρί­διο της στη ζω­ή. Το με­ρί­διο της και στο πέν­θος ε­νός πα­τέ­ρα, που θα τα­ξι­δέ­ψει τον νε­κρό γιο του στους ώ­μους του, μέ­χρι το τέ­λος του προ­ο­ρι­σμού του.  

Το πέν­θος εί­ναι πάν­τα συ­νυ­φα­σμέ­νο με την α­γά­πη. Και εί­ναι αυ­τή που αλ­λοι­ώ­νει τον θά­να­το, τον δι­α­λύ­ει, τον με­τα­τρέ­πει σε φως και φέρ­νει την α­νά­στα­ση. Για τον Τομ, εί­ναι η μο­να­δι­κή ευ­και­ρί­α να βι­ώ­σει με κό­πο, με προ­σπά­θεια, με πό­νο, τη σχέ­ση του με τον γιο του, να ταυ­τι­στεί μα­ζί του σ’ αυ­τό το τα­ξί­δι, ν’ α­πε­λευ­θε­ρώ­σει την α­γά­πη του, να πεν­θή­σει και ν’ α­να­γεν­νη­θεί.    


Συ­νο­δοι­πό­ροι


Το προ­σκύ­νη­μα "El camino de Santiago" α­πό τα σύ­νο­ρα Γαλ­λί­ας – Ι­σπα­νί­ας μέ­χρι το Santiago de Compostela, λί­γο πριν τον Α­τλαν­τι­κό, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 800 χι­λι­ό­με­τρα. Μια πο­ρεί­α - κά­λε­σμα του Α­γί­ου, για να ζυ­γί­σει ο κα­θέ­νας τη στά­ση της ζω­ής του, βή­μα-βή­μα μέ­χρι σή­με­ρα.
Αλ­λά αν η δι­α­δρο­μή αυ­τή εί­ναι για τον Τομ μια προ­σω­πι­κή πο­ρεί­α πέν­θους, εί­ναι ταυ­τό­χρο­να και μια πο­ρεί­α συ­νάν­τη­σης. Για τον ί­διο και τους συ­νο­δοι­πό­ρους του. 
Γνω­ρι­μί­α, συ­νάν­τη­ση με τον ε­αυ­τό μας, δεν γί­νε­ται χω­ρίς κοι­νω­νί­α με τους «άλ­λους». Και «κοι­νω­νί­α» μα­ζί τους ση­μαί­νει, να α­να­γνω­ρί­ζου­με τον ε­αυ­τό μας στα μά­τια τους. Ό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κοί κι αν εί­ναι οι άλ­λοι σαν χα­ρα­κτή­ρες. Για­τί εί­ναι ο σύν­δε­σμος της α­γά­πης -του ί­διου του Θε­ού-, που ξε­περ­νά ό­λες τις δι­α­φο­ρές και πραγ­μα­το­ποι­εί τον συν­το­νι­σμό, την ε­πα­φή , την ταύ­τι­ση.

Στον ί­διο δρό­μο του Σαν­τιά­γκο, πο­ρεύ­ε­ται και ο Γι­ο­στ α­πό το Άμ­στερ­νταμ. Ο Τομ στη συ­νάν­τη­ση τους, δυ­σκο­λεύ­ε­ται να α­πο­κα­λύ­ψει, να δη­μο­σι­ο­ποι­ή­σει τον λό­γο που τον ώ­θη­σε στην πο­ρεί­α αυ­τή. Ο Γι­ο­στ δεν έ­χει κα­νέ­να πρό­βλη­μα να ο­μο­λο­γή­σει, πως α­κο­λου­θεί τον δρό­μο του προ­σκυ­νή­μα­τος α­πλά σαν γυ­μνα­στι­κή, για ν’ α­δυ­να­τί­σει και ν’ α­ρέ­σει πά­λι στη γυ­ναί­κα του. Έ­να άλ­λο­θι, που ται­ριά­ζει στον κο­σμι­κά κοι­νω­νι­κό, ε­πι­φα­νεια­κό και ε­ξω­στρε­φή τύ­πο του.

Η Σά­ρα α­πό τον Κα­να­δά, κά­νει την πο­ρεί­α αυ­τή για να κό­ψει το κά­πνι­σμα. Θα κα­τα­θέ­σει στο τέρ­μα την ε­ξάρ­τη­ση της α­πό το τσι­γά­ρο, που την κά­νει ε­πι­θε­τι­κή και αν­τι­φα­τι­κή. Ο Ιρ­λαν­δός Τζακ, ψά­χνει στον δρό­μο του προ­σκυ­νή­μα­τος την έμ­πνευ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή, του συγ­γρα­φέ­α που κα­τα­γρά­φει ι­στο­ρί­ες, ι­δέ­ες κι αν­τι­δρά­σεις, για να ε­νερ­γο­ποι­ή­σει το πνεύ­μα του.  

Ο κα­θέ­νας τους, με το φορ­τί­ο του προ­βλή­μα­τος του στους ώ­μους του, ζη­τά την κα­τάλ­λη­λη δι­και­ο­λο­γί­α για τον ε­αυ­τό του και για τα μά­τια του κό­σμου. Ό­μως η α­λή­θεια εί­ναι, πως κα­νέ­νας δεν ξε­κι­νά να περ­πα­τή­σει 800 χι­λι­ό­με­τρα για γυ­μνα­στι­κή, για να κό­ψει το τσι­γά­ρο ή για να βρει την έμ­πνευ­ση. Η πι­κρή α­λή­θεια εί­ναι, πως κα­νέ­νας δεν α­πο­φα­σί­ζει εύ­κο­λα, να α­παρ­νη­θεί την υ­πο­κρι­τι­κή πα­ρου­σί­α του στο θέ­α­τρο της κο­σμι­κής ζω­ής και να ε­ξο­μο­λο­γη­θεί α­πό τα βά­θη της ψυ­χής του με θάρ­ρος, τη συ­ναί­σθη­ση της α­νε­πάρ­κειας του, της ε­νο­χής του, της α­πο­τυ­χί­ας του.

Γι αυ­τό βγή­καν ό­λοι στον δρό­μο του Α­γί­ου. Για να α­πο­κτή­σει η ζω­ή τους για 800 χι­λι­ό­με­τρα, νό­η­μα. Να κά­νουν ε­πι­τέ­λους κά­τι, να κι­νη­το­ποι­ή­σουν τη βού­λη­ση τους στην α­να­ζή­τη­ση του ε­αυ­τού τους και σε ό,τι μπο­ρεί να κρύ­βε­ται ε­κεί . Να βρουν το θάρ­ρος της ε­ξο­μο­λό­γη­σης, την κά­θαρ­ση της πα­ρα­δο­χής, το έ­λε­ος των σφαλ­μά­των, την υ­πέρ­βα­ση του θα­νά­του τους.

El Camino de Santiago

Ο δρό­μος του Α­γί­ου Ι­α­κώ­βου, ε­κτός α­πό πο­ρεί­α πέν­θους, ε­κτός α­πό πο­ρεί­α συ­νάν­τη­σης, εί­ναι τε­λι­κά η ί­δια η ζω­ή, έ­να πρό­τυ­πο ζω­ής.
Έ­να πρό­τυ­πο λι­τού τρό­που ζω­ής, που έ­χει την α­φε­τη­ρί­α του στην εν­συ­νεί­δη­τη α­πό­φα­ση για μια νέ­α πο­ρεί­α, με συγ­κε­κρι­μέ­νη κα­τεύ­θυν­ση και λε­πτο­με­ρή σχε­δια­σμό.
Έ­χει σκο­πό, στό­χο και πυ­ξί­δα του, το προ­σκύ­νη­μα του Α­γί­ου, την α­γι­ό­τη­τα.
Βα­σί­ζε­ται σε λί­γα μα α­πα­ραί­τη­τα ε­φό­δια, σε κα­λό προ­γραμ­μα­τι­σμό και στην α­πώ­θη­ση των αρ­νη­τι­κών ε­πιρ­ρο­ών.
Και α­παι­τεί προ­σή­λω­ση στην ο­λο­κλή­ρω­ση της πο­ρεί­ας, συ­νέ­πεια στην τή­ρη­ση του προ­γράμ­μα­τος, ε­γρή­γορ­ση στους κιν­δύ­νους και προ­σή­νεια στους συ­νο­δοι­πό­ρους.

Αυ­τά τα στοι­χεί­α που μας προ­βάλ­λει η ται­νί­α, τα α­ξι­ο­λο­γού­με σαν έ­ναν πρό­τυ­πο Τρό­πο Ζω­ής. Σε κα­νέ­να ση­μεί­ο της κα­τά­τα­ξης αυ­τής ό­μως, δεν α­να­φέ­ρε­ται ο Θε­ός. Αλ­λά ο Θε­ός δεν κα­τα­τάσ­σε­ται. Ο Θε­ός εί­ναι παν­τού. Προ­σκύ­νη­μα, δεν εί­ναι ο τό­πος. Εί­ναι το νό­η­μα που ε­νέ­χει η το­πο­θε­σί­α. Ο Θε­ός εί­ναι το νό­η­μα, η ψυ­χή των πάν­των. Εί­ναι η ζω­ή, η δύ­να­μη, το πά­τη­μα σε κά­θε βή­μα της πο­ρεί­ας προς τον Ά­γιο. Εί­ναι η θερ­μό­τη­τα που φλο­γί­ζει τις καρ­δι­ές στην προ­σπά­θεια, στην κού­ρα­ση, στον πό­νο, στο λα­χά­νια­σμα. Εί­ναι πα­ρών στη χα­ρά της συ­νάν­τη­σης με τους συ­νο­δοι­πό­ρους, στην α­γά­πη που α­να­πτύσ­σε­ται α­νά­με­σα τους σε κά­θε μέ­τρο που δι­α­νύ­ουν, σε κά­θε πε­ρι­στα­τι­κό που μοι­ρά­ζον­ται.  

Το νό­η­μα του δρό­μου για το Σαν­τιά­γκο, κρύ­βε­ται α­κρι­βώς στον τρό­πο ζω­ής. Η ζω­ή δεν αλ­λά­ζει. Πάν­τα θα έ­χει τις δυ­σκο­λί­ες και τα α­πρό­ο­πτα της. Ό­που κι αν βρι­σκό­μα­στε, ό­ποι­α κι αν εί­ναι η α­σχο­λί­α μας. Ό άν­θρω­πος ό­μως, αλ­λά­ζει. Δεν θα εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα πάν­το­τε ε­γω­κεν­τρι­κός, ι­σχυ­ρο­γνώ­μων, α­να­σφα­λής, ε­πι­πό­λαι­ος, α­νό­η­τος ή υ­πο­κρι­τής. Αρ­κεί να το θε­λή­σει. Στον χώ­ρο που του δό­θη­κε, στο χρό­νο που θα το α­πο­φα­σί­σει, μπο­ρεί να ξε­κι­νή­σει την πο­ρεί­α του. Α­πλά σαν πο­ρεί­α, σαν νέ­ο τρό­πο ζω­ής. Με σφάλ­μα­τα και πα­ρα­βλέ­ψεις, με α­γω­νί­ες και δο­κι­μα­σί­ες. Με πολ­λή υ­πο­μο­νή πα­ράλ­λη­λα, προ­σή­λω­ση και πί­στη.

Το τα­ξί­δι

Έ­να τα­ξί­δι προ­σφέ­ρει πάν­τα τα δώ­ρα του: εν­τυ­πώ­σεις, εμ­πει­ρί­ες, συγ­κρί­σεις, μα­θή­μα­τα και α­να­μνή­σεις. Η πο­ρεί­α στον δρό­μο του Α­γί­ου, προ­σφέ­ρει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο: την ευ­και­ρί­α να δέ­χε­σαι τα δώ­ρα του τα­ξι­διού σου με δι­ά­κρι­ση και α­ξι­ο­λό­γη­ση, την ευ­και­ρί­α να βλέ­πεις και να νοι­ώ­θεις βα­θύ­τε­ρα τον ε­αυ­τό σου και τους άλ­λους και την ευ­και­ρί­α α­κό­μα, να αι­σθά­νε­σαι ευ­γνω­μο­σύ­νη για τη συμ­με­το­χή σου στη ζω­ή.  

Σε μια στιγ­μή χα­λά­ρω­σης, ο Τομ έ­χα­σε ό­λα τα υ­πάρ­χον­τα του. Τα πή­ρε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά το πο­τά­μι. Και μα­ζί στο σα­κί­διο, τη στά­χτη του γιου του. Σε μια στιγ­μή χά­θη­καν τα πάν­τα. Χω­ρίς ε­φό­δια, δεν μπο­ρού­σε να προ­χω­ρή­σει. Χω­ρίς τον γιο του, δεν υ­πήρ­χε λό­γος να προ­χω­ρή­σει. Κι έ­πε­σε στο πο­τά­μι, πά­λε­ψε, κιν­δύ­νευ­σε. Δρα­μα­τι­κά μό­νος. Μα βρέ­θη­καν κά­ποι­α κλα­διά και πι­ά­στη­κε. Και κά­ποι­α φύλ­λα των δέν­τρων, θρό­ι­σαν α­πα­λά α­πό τη θε­ϊ­κή πα­ρου­σί­α.

Θα χά­σει αρ­γό­τε­ρα και δεύ­τε­ρη φο­ρά τα υ­πάρ­χον­τα του. Έ­νας μι­κρός τσιγ­γά­νος θα του κλέ­ψει το σα­κί­διο. Έ­να παι­δί θα τον φέ­ρει ξα­νά στα χεί­λη της α­πελ­πι­σί­ας. Α­π’ τον πα­τέ­ρα του ό­μως μα­ζί με το σα­κί­διο, θα δε­χθούν ο Τομ και οι φί­λοι του, με­ρι­κά μα­θή­μα­τα. Πως πο­τέ δεν πρέ­πει να γε­νι­κεύ­ου­με, για­τί ο κά­θε άν­θρω­πος, σε ό­ποι­α ο­μά­δα και αν α­νή­κει, εί­ναι έ­να ξε­χω­ρι­στό πρό­σω­πο, με τη δι­κή του βού­λη­ση κι ε­λευ­θε­ρί­α. Πως ε­κεί που δεν το πε­ρι­μέ­νεις, μπο­ρεί να βρεις κα­τα­νό­η­ση, συμ­πα­ρά­στα­ση, ευ­γέ­νεια ψυ­χής. Και πως ο Θε­ός δεν ε­νερ­γεί μό­νο μέ­σα α­πό τους ε­λε­ή­μο­νες, τους ε­νά­ρε­τους, τους αν­θρώ­πους της Εκ­κλη­σί­ας, αλ­λά μέ­σα α­πό τον κά­θε άν­θρω­πο κι α­πό αυ­τόν που δεν υ­πο­λο­γί­ζου­με, δεν ε­κτι­μού­με ή και υ­πο­τι­μού­με. «Του Κυ­ρί­ου η γη και το πλή­ρω­μα αυ­τῆς· η οι­κου­μέ­νη και πάν­τες οι κα­τοι­κούν­τες εν αυ­τή». Στον Θε­ό α­νή­κουν οι ψυ­χές ό­λων μας. 
   
Ο Τομ και οι συ­νο­δοι­πό­ροι του, θα πά­ρουν α­κό­μα έ­να μά­θη­μα α­πό τους τσιγ­γά­νους. Τι α­κρι­βώς ση­μαί­νει γι­ορ­τή, συμ­με­το­χή στην ο­μα­δι­κή χα­ρά.
Ο κα­θα­ρά πνευ­μα­τι­κός άν­θρω­πος, δεν χρει­ά­ζε­ται τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­λα τα πε­ρι­λαμ­βά­νει η προ­σευ­χή του: κοι­νω­νί­α, ε­ξι­λέ­ω­ση, έκ­φρα­ση, γι­ορ­τή, χα­ρά.
Ο φορ­τι­σμέ­νος κα­θη­με­ρι­νός άν­θρω­πος ό­μως, έ­χει τρεις τρό­πους ψυ­χο­σω­μα­τι­κής ε­κτό­νω­σης: το κλά­μα, τον χο­ρό και τον έ­ρω­τα. Το κλά­μα εί­ναι ο πό­νος, ο έ­ρω­τας η τρέ­λα. Ο χο­ρός, η συ­νι­στα­μέ­νη τους, που ό­ταν γέρ­νει προς τη μια ή την άλ­λη με­ριά, α­πο­κτά την α­νά­λο­γη δυ­να­μι­κή κι ο πό­νος ή ο έ­ρω­τας τό­τε, συ­νερ­γούν και ξε­περ­νούν τις δι­α­στά­σεις του χο­ρού, η έκ­φρα­ση τους αγ­γί­ζει την ε­ξι­λέ­ω­ση και γί­νον­ται συ­νάν­τη­ση, α­γά­πη και προ­σευ­χή.


Τέ­λος πο­ρεί­ας

Στην εί­σο­δο του Να­ού, αν­τί­κρυ α­πό το ά­γαλ­μα του Α­γί­ου Ι­α­κώ­βου, ο δρό­μος για το προ­σκύ­νη­μα έ­χει φθά­σει στο τέ­λος του.
Η πα­ρά­δο­ση λέ­ει, πως οι πα­λιοί προ­σκυ­νη­τές προ­χω­ρού­σαν με τα γό­να­τα α­πό την εί­σο­δο μέ­χρι τον Ά­γιο. Οι σύγ­χρο­νοι συ­νο­δοι­πό­ροι, ο Τομ, η Σά­ρα, ο Τζακ, δεν το βρί­σκουν α­πα­ραί­τη­το. Προ­χω­ρούν κα­νο­νι­κά έ­νας-έ­νας και α­κουμ­πούν την πα­λά­μη τους στο ά­γαλ­μα, στο εν­τύ­πω­μα που σχη­μά­τι­σαν ε­κα­τομ­μύ­ρια αγ­γίγ­μα­τα προ­η­γού­με­νων προ­σκυ­νη­τών. Κά­θε άγ­γιγ­μα και μια κα­τά­θε­ση ψυ­χής, μια ευ­χή, μια μαρ­τυ­ρί­α.

Ο Γι­ο­στ α­πό το Άμ­στερ­νταμ, τε­λευ­ταί­ος, θα α­κο­λου­θή­σει πε­σμέ­νος στα γό­να­τα. Κά­τω α­πό την κο­σμι­κή του ορ­γά­νω­ση, ε­λα­φρό­τη­τα και α­νε­με­λιά, α­να­δύ­ε­ται η α­νάγ­κη του πνεύ­μα­τος του να εκ­προ­σω­πή­σει ε­πά­ξια τον ε­αυ­τό του και τους φί­λους του και να προ­σέλ­θει με τον ο­φει­λό­με­νο σε­βα­σμό στον Ά­γιο. Η συ­ναί­σθη­ση της κε­νό­τη­τας και της α­να­ξι­ό­τη­τας του, τον ο­δή­γη­σαν στην ο­λο­κλή­ρω­ση του προ­σκυ­νή­μα­τος του, με την έμ­πρα­κτη έκ­φρα­ση της τα­πεί­νω­σης και της α­γά­πης του.

Το τα­ξί­δι τε­λεί­ω­σε. Οι τέσ­σε­ρις συ­νο­δοι­πό­ροι, κα­τά­φε­ραν να γί­νουν φί­λοι. Η α­γά­πη που τους συν­δέ­ει ξε­πέ­ρα­σε την υ­πε­ρο­ψί­α της δι­α­νό­η­σης, την άμ­βλυν­ση κρί­σης του οι­νο­πνεύ­μα­τος κά­ποι­α στιγ­μή, τις δι­α­φο­ρές καλ­λι­έρ­γειας, φι­λο­σο­φί­ας και συμ­πε­ρι­φο­ράς. Τους  έ­κα­νε, να θέ­λουν να βρί­σκον­ται μα­ζί και ε­κτός πο­ρεί­ας. Η κοι­νή πο­ρεί­α ό­μως, ο κοι­νός σκο­πός εί­ναι που τους κρά­τη­σαν κον­τά, τους συ­σπεί­ρω­σαν, τους έ­νω­σαν σε μια μι­κρή φι­λι­κή κοι­νό­τη­τα. Η α­γά­πη δεν έ­χει προ­ϋ­πο­θέ­σεις και πε­ρι­ο­ρι­σμούς. Η α­γά­πη εί­ναι μό­νο κα­τα­νό­η­ση, α­πο­δο­χή και χα­ρά συν­τρο­φι­κό­τη­τας. Α­πό ό­λους και για ό­λους.

Στο τέρ­μα του δρό­μου, ο κα­θέ­νας έ­χει κά­νει τον α­πο­λο­γι­σμό του. Ο Γι­ο­στ δεν έ­χα­σε ού­τε έ­να κι­λό, η Σά­ρα δεν έ­κο­ψε το τσι­γά­ρο, ο Τζακ δεν δι­καί­ω­σε το τα­λέν­το του. Ό­μως ό­λοι α­πό­κτη­σαν αυ­τό του πραγ­μα­τι­κά α­να­ζη­τού­σαν. Α­νά­παυ­ση α­πό την ε­να­πό­θε­ση του προ­σω­πι­κού τους φορ­τί­ου στα πό­δια του Α­γί­ου, ει­ρή­νη στην καρ­διά τους και α­γά­πη με­τα­ξύ τους και για τον Τομ.

Ο Τομ δέ­χθη­κε στην καρ­διά του τους τρεις φί­λους του, που θα τον α­κο­λου­θή­σουν ως τον ω­κε­α­νό. Ε­κεί θα εί­ναι το τέ­λος της δι­κής του πο­ρεί­ας. Έ­χει σφρα­γί­σει το δι­α­βα­τή­ριο του δρό­μου του Σαν­τιά­γκο, στο ό­νο­μα του γιου του. Ε­κεί θα τον α­πο­χαι­ρε­τί­σει.          
 

Πέ­ρα α­π’ το Santiago

Ό­ταν φθά­νει κά­ποι­ος ε­κεί που έ­φθα­σε έ­νας Ά­γιος, το­πι­κά και με­τα­φο­ρι­κά, έ­χει ή­δη α­ξι­ω­θεί τη χά­ρη του Θε­ού. Ό­μως στα βρά­χια της Muxia, στην εκ­θαμ­βω­τι­κή ο­μορ­φιά των κυ­μά­των που σπά­νε πά­νω τους και σκορ­πί­ζουν στο φως, ε­κεί, η αί­σθη­ση της πα­ρου­σί­ας του Θε­ού εί­ναι ο­λο­ζών­τα­νη.
Οι φί­λοι α­πο­χω­ρούν δι­α­κρι­τι­κά.
Ο Τομ α­πο­χαι­ρε­τά τον γιο του.  

Η τε­λι­κή αί­σθη­ση που α­φή­νει η ται­νί­α, α­κο­λου­θεί σαν η­χώ τον θε­α­τή:
“Κοί­τα­ξε μέ­σα σου πιο προ­σε­κτι­κά” του λέ­ει “και μην κα­θυ­στε­ρείς..
Αν πρό­κει­ται ν’ α­κο­λου­θή­σεις τον δρό­μο για το Σαν­τιά­γκο, μη χά­νεις άλ­λον χρό­νο. Δεν χρει­ά­ζε­σαι μια δι­και­ο­λο­γί­α για τους άλ­λους. Ού­τε για τον ε­αυ­τό σου. Ε­σύ ξέ­ρεις, ό­τι ο ε­αυ­τός σου βρί­σκε­ται ή­δη στον δρό­μο.. , α­φού «η α­πό­φα­ση του σή­με­ρα, έ­χει τις ρί­ζες της στο χτες». Το τα­ξί­δι του αύ­ριο ξε­κι­νά σή­με­ρα, τώ­ρα!..

Μ. Ψ.