Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

The Way (ΗΠΑ 2010) 123'





 Με λίγα λόγια

«Έ­νας πα­τέ­ρας τα­ξι­δεύ­ει στην Ι­σπα­νί­α, για να πα­ρα­λά­βει την σω­ρό τού γιου του, που έ­χα­σε την ζω­ή του καθώς πορευόταν για το δημοφιλές στους Ρωμαιοκαθολικούς προ­σκύ­νη­μα του  "El camino de Santiago" α­πό τα σύ­νο­ρα Γαλ­λί­ας – Ι­σπα­νί­ας μέ­χρι το Santiago de Compostela, λί­γο πριν τον Α­τλαν­τι­κό. Όταν φτάνει εκεί, α­πο­φα­σί­ζει  να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει ο ίδιος το μακρύ οδοιπορικό. Στην πο­ρεί­α προς τον Ά­γιο, ο πλού­σιος Α­με­ρι­κα­νός ο­φθαλ­μί­α­τρος, ο­δη­γεί­ται σε έ­να υ­παρ­ξια­κό τα­ξί­δι αυ­το­γνω­σί­ας, μα­ζί με τρεις συ­νο­δοι­πό­ρους του.»



Αν­τί­στρο­φοι ρό­λοι

Ο κά­θε πα­τέ­ρας νοι­ώ­θει τα παι­διά του σαν συ­νέ­χεια του ε­αυ­τού του κι ελ­πί­ζει εν­δό­μυ­χα να δει τον γιο του ν’ α­κο­λου­θεί την ί­δια μ’ ε­κεί­νον πο­ρεί­α και να πε­τυ­χαί­νει στη ζω­ή του, ό­σα ε­κεί­νος δεν μπό­ρε­σε να κα­τα­κτή­σει. Συ­χνά ό­μως τα παι­διά έ­χουν μια δι­α­φο­ρε­τι­κή θε­ώ­ρη­ση της ζω­ής και ό­ταν η α­γά­πη με­τα­ξύ τους δεν ξε­περ­νά τις ψυ­χο­λο­γι­κές αν­τι­στά­σεις που α­να­πτύσ­σον­ται στο πλη­σί­α­σμα τους, στα­δια­κά α­πο­μα­κρύ­νον­ται. Ο θά­να­τος ω­στό­σο εί­ναι μια καμ­πή, που δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­γνο­ή­σει και που μπο­ρεί να α­να­στρέ­ψει τα πάν­τα.

Στην α­ξι­ό­λο­γη αυ­τή ται­νί­α, ο για­τρός Tom Avery (που υ­πο­δύ­ε­ται ο Martin Sheen, πα­τέ­ρας του σκη­νο­θέ­τη της ται­νί­ας Emilio Estevez), εί­ναι ε­κεί­νος που θα α­κο­λου­θή­σει αυ­θόρ­μη­τα και θα ο­λο­κλη­ρώ­σει την πο­ρεί­α του γιου του, που τη δι­έ­κο­ψε στην αρ­χή της, μια κα­ται­γί­δα στα Πυ­ρη­ναί­α. Μπρο­στά στον θά­να­το, ό­λα παίρ­νουν τη θέ­ση που τους αρ­μό­ζει. Οι αν­τι­θέ­σεις παύ­ουν να υ­φί­σταν­ται, ο ε­γω­ι­σμός δεν έ­χει λό­γο ύ­παρ­ξης, η α­πω­θη­μέ­νη α­πό τις συν­θή­κες α­γά­πη, α­να­δύ­ε­ται και α­παι­τεί το με­ρί­διο της στη ζω­ή. Το με­ρί­διο της και στο πέν­θος ε­νός πα­τέ­ρα, που θα τα­ξι­δέ­ψει τον νε­κρό γιο του στους ώ­μους του, μέ­χρι το τέ­λος του προ­ο­ρι­σμού του.  

Το πέν­θος εί­ναι πάν­τα συ­νυ­φα­σμέ­νο με την α­γά­πη. Και εί­ναι αυ­τή που αλ­λοι­ώ­νει τον θά­να­το, τον δι­α­λύ­ει, τον με­τα­τρέ­πει σε φως και φέρ­νει την α­νά­στα­ση. Για τον Τομ, εί­ναι η μο­να­δι­κή ευ­και­ρί­α να βι­ώ­σει με κό­πο, με προ­σπά­θεια, με πό­νο, τη σχέ­ση του με τον γιο του, να ταυ­τι­στεί μα­ζί του σ’ αυ­τό το τα­ξί­δι, ν’ α­πε­λευ­θε­ρώ­σει την α­γά­πη του, να πεν­θή­σει και ν’ α­να­γεν­νη­θεί.    


Συ­νο­δοι­πό­ροι


Το προ­σκύ­νη­μα "El camino de Santiago" α­πό τα σύ­νο­ρα Γαλ­λί­ας – Ι­σπα­νί­ας μέ­χρι το Santiago de Compostela, λί­γο πριν τον Α­τλαν­τι­κό, εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 800 χι­λι­ό­με­τρα. Μια πο­ρεί­α - κά­λε­σμα του Α­γί­ου, για να ζυ­γί­σει ο κα­θέ­νας τη στά­ση της ζω­ής του, βή­μα-βή­μα μέ­χρι σή­με­ρα.
Αλ­λά αν η δι­α­δρο­μή αυ­τή εί­ναι για τον Τομ μια προ­σω­πι­κή πο­ρεί­α πέν­θους, εί­ναι ταυ­τό­χρο­να και μια πο­ρεί­α συ­νάν­τη­σης. Για τον ί­διο και τους συ­νο­δοι­πό­ρους του. 
Γνω­ρι­μί­α, συ­νάν­τη­ση με τον ε­αυ­τό μας, δεν γί­νε­ται χω­ρίς κοι­νω­νί­α με τους «άλ­λους». Και «κοι­νω­νί­α» μα­ζί τους ση­μαί­νει, να α­να­γνω­ρί­ζου­με τον ε­αυ­τό μας στα μά­τια τους. Ό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κοί κι αν εί­ναι οι άλ­λοι σαν χα­ρα­κτή­ρες. Για­τί εί­ναι ο σύν­δε­σμος της α­γά­πης -του ί­διου του Θε­ού-, που ξε­περ­νά ό­λες τις δι­α­φο­ρές και πραγ­μα­το­ποι­εί τον συν­το­νι­σμό, την ε­πα­φή , την ταύ­τι­ση.

Στον ί­διο δρό­μο του Σαν­τιά­γκο, πο­ρεύ­ε­ται και ο Γι­ο­στ α­πό το Άμ­στερ­νταμ. Ο Τομ στη συ­νάν­τη­ση τους, δυ­σκο­λεύ­ε­ται να α­πο­κα­λύ­ψει, να δη­μο­σι­ο­ποι­ή­σει τον λό­γο που τον ώ­θη­σε στην πο­ρεί­α αυ­τή. Ο Γι­ο­στ δεν έ­χει κα­νέ­να πρό­βλη­μα να ο­μο­λο­γή­σει, πως α­κο­λου­θεί τον δρό­μο του προ­σκυ­νή­μα­τος α­πλά σαν γυ­μνα­στι­κή, για ν’ α­δυ­να­τί­σει και ν’ α­ρέ­σει πά­λι στη γυ­ναί­κα του. Έ­να άλ­λο­θι, που ται­ριά­ζει στον κο­σμι­κά κοι­νω­νι­κό, ε­πι­φα­νεια­κό και ε­ξω­στρε­φή τύ­πο του.

Η Σά­ρα α­πό τον Κα­να­δά, κά­νει την πο­ρεί­α αυ­τή για να κό­ψει το κά­πνι­σμα. Θα κα­τα­θέ­σει στο τέρ­μα την ε­ξάρ­τη­ση της α­πό το τσι­γά­ρο, που την κά­νει ε­πι­θε­τι­κή και αν­τι­φα­τι­κή. Ο Ιρ­λαν­δός Τζακ, ψά­χνει στον δρό­μο του προ­σκυ­νή­μα­τος την έμ­πνευ­ση του πα­ρα­τη­ρη­τή, του συγ­γρα­φέ­α που κα­τα­γρά­φει ι­στο­ρί­ες, ι­δέ­ες κι αν­τι­δρά­σεις, για να ε­νερ­γο­ποι­ή­σει το πνεύ­μα του.  

Ο κα­θέ­νας τους, με το φορ­τί­ο του προ­βλή­μα­τος του στους ώ­μους του, ζη­τά την κα­τάλ­λη­λη δι­και­ο­λο­γί­α για τον ε­αυ­τό του και για τα μά­τια του κό­σμου. Ό­μως η α­λή­θεια εί­ναι, πως κα­νέ­νας δεν ξε­κι­νά να περ­πα­τή­σει 800 χι­λι­ό­με­τρα για γυ­μνα­στι­κή, για να κό­ψει το τσι­γά­ρο ή για να βρει την έμ­πνευ­ση. Η πι­κρή α­λή­θεια εί­ναι, πως κα­νέ­νας δεν α­πο­φα­σί­ζει εύ­κο­λα, να α­παρ­νη­θεί την υ­πο­κρι­τι­κή πα­ρου­σί­α του στο θέ­α­τρο της κο­σμι­κής ζω­ής και να ε­ξο­μο­λο­γη­θεί α­πό τα βά­θη της ψυ­χής του με θάρ­ρος, τη συ­ναί­σθη­ση της α­νε­πάρ­κειας του, της ε­νο­χής του, της α­πο­τυ­χί­ας του.

Γι αυ­τό βγή­καν ό­λοι στον δρό­μο του Α­γί­ου. Για να α­πο­κτή­σει η ζω­ή τους για 800 χι­λι­ό­με­τρα, νό­η­μα. Να κά­νουν ε­πι­τέ­λους κά­τι, να κι­νη­το­ποι­ή­σουν τη βού­λη­ση τους στην α­να­ζή­τη­ση του ε­αυ­τού τους και σε ό,τι μπο­ρεί να κρύ­βε­ται ε­κεί . Να βρουν το θάρ­ρος της ε­ξο­μο­λό­γη­σης, την κά­θαρ­ση της πα­ρα­δο­χής, το έ­λε­ος των σφαλ­μά­των, την υ­πέρ­βα­ση του θα­νά­του τους.

El Camino de Santiago

Ο δρό­μος του Α­γί­ου Ι­α­κώ­βου, ε­κτός α­πό πο­ρεί­α πέν­θους, ε­κτός α­πό πο­ρεί­α συ­νάν­τη­σης, εί­ναι τε­λι­κά η ί­δια η ζω­ή, έ­να πρό­τυ­πο ζω­ής.
Έ­να πρό­τυ­πο λι­τού τρό­που ζω­ής, που έ­χει την α­φε­τη­ρί­α του στην εν­συ­νεί­δη­τη α­πό­φα­ση για μια νέ­α πο­ρεί­α, με συγ­κε­κρι­μέ­νη κα­τεύ­θυν­ση και λε­πτο­με­ρή σχε­δια­σμό.
Έ­χει σκο­πό, στό­χο και πυ­ξί­δα του, το προ­σκύ­νη­μα του Α­γί­ου, την α­γι­ό­τη­τα.
Βα­σί­ζε­ται σε λί­γα μα α­πα­ραί­τη­τα ε­φό­δια, σε κα­λό προ­γραμ­μα­τι­σμό και στην α­πώ­θη­ση των αρ­νη­τι­κών ε­πιρ­ρο­ών.
Και α­παι­τεί προ­σή­λω­ση στην ο­λο­κλή­ρω­ση της πο­ρεί­ας, συ­νέ­πεια στην τή­ρη­ση του προ­γράμ­μα­τος, ε­γρή­γορ­ση στους κιν­δύ­νους και προ­σή­νεια στους συ­νο­δοι­πό­ρους.

Αυ­τά τα στοι­χεί­α που μας προ­βάλ­λει η ται­νί­α, τα α­ξι­ο­λο­γού­με σαν έ­ναν πρό­τυ­πο Τρό­πο Ζω­ής. Σε κα­νέ­να ση­μεί­ο της κα­τά­τα­ξης αυ­τής ό­μως, δεν α­να­φέ­ρε­ται ο Θε­ός. Αλ­λά ο Θε­ός δεν κα­τα­τάσ­σε­ται. Ο Θε­ός εί­ναι παν­τού. Προ­σκύ­νη­μα, δεν εί­ναι ο τό­πος. Εί­ναι το νό­η­μα που ε­νέ­χει η το­πο­θε­σί­α. Ο Θε­ός εί­ναι το νό­η­μα, η ψυ­χή των πάν­των. Εί­ναι η ζω­ή, η δύ­να­μη, το πά­τη­μα σε κά­θε βή­μα της πο­ρεί­ας προς τον Ά­γιο. Εί­ναι η θερ­μό­τη­τα που φλο­γί­ζει τις καρ­δι­ές στην προ­σπά­θεια, στην κού­ρα­ση, στον πό­νο, στο λα­χά­νια­σμα. Εί­ναι πα­ρών στη χα­ρά της συ­νάν­τη­σης με τους συ­νο­δοι­πό­ρους, στην α­γά­πη που α­να­πτύσ­σε­ται α­νά­με­σα τους σε κά­θε μέ­τρο που δι­α­νύ­ουν, σε κά­θε πε­ρι­στα­τι­κό που μοι­ρά­ζον­ται.  

Το νό­η­μα του δρό­μου για το Σαν­τιά­γκο, κρύ­βε­ται α­κρι­βώς στον τρό­πο ζω­ής. Η ζω­ή δεν αλ­λά­ζει. Πάν­τα θα έ­χει τις δυ­σκο­λί­ες και τα α­πρό­ο­πτα της. Ό­που κι αν βρι­σκό­μα­στε, ό­ποι­α κι αν εί­ναι η α­σχο­λί­α μας. Ό άν­θρω­πος ό­μως, αλ­λά­ζει. Δεν θα εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα πάν­το­τε ε­γω­κεν­τρι­κός, ι­σχυ­ρο­γνώ­μων, α­να­σφα­λής, ε­πι­πό­λαι­ος, α­νό­η­τος ή υ­πο­κρι­τής. Αρ­κεί να το θε­λή­σει. Στον χώ­ρο που του δό­θη­κε, στο χρό­νο που θα το α­πο­φα­σί­σει, μπο­ρεί να ξε­κι­νή­σει την πο­ρεί­α του. Α­πλά σαν πο­ρεί­α, σαν νέ­ο τρό­πο ζω­ής. Με σφάλ­μα­τα και πα­ρα­βλέ­ψεις, με α­γω­νί­ες και δο­κι­μα­σί­ες. Με πολ­λή υ­πο­μο­νή πα­ράλ­λη­λα, προ­σή­λω­ση και πί­στη.

Το τα­ξί­δι

Έ­να τα­ξί­δι προ­σφέ­ρει πάν­τα τα δώ­ρα του: εν­τυ­πώ­σεις, εμ­πει­ρί­ες, συγ­κρί­σεις, μα­θή­μα­τα και α­να­μνή­σεις. Η πο­ρεί­α στον δρό­μο του Α­γί­ου, προ­σφέ­ρει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο: την ευ­και­ρί­α να δέ­χε­σαι τα δώ­ρα του τα­ξι­διού σου με δι­ά­κρι­ση και α­ξι­ο­λό­γη­ση, την ευ­και­ρί­α να βλέ­πεις και να νοι­ώ­θεις βα­θύ­τε­ρα τον ε­αυ­τό σου και τους άλ­λους και την ευ­και­ρί­α α­κό­μα, να αι­σθά­νε­σαι ευ­γνω­μο­σύ­νη για τη συμ­με­το­χή σου στη ζω­ή.  

Σε μια στιγ­μή χα­λά­ρω­σης, ο Τομ έ­χα­σε ό­λα τα υ­πάρ­χον­τα του. Τα πή­ρε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά το πο­τά­μι. Και μα­ζί στο σα­κί­διο, τη στά­χτη του γιου του. Σε μια στιγ­μή χά­θη­καν τα πάν­τα. Χω­ρίς ε­φό­δια, δεν μπο­ρού­σε να προ­χω­ρή­σει. Χω­ρίς τον γιο του, δεν υ­πήρ­χε λό­γος να προ­χω­ρή­σει. Κι έ­πε­σε στο πο­τά­μι, πά­λε­ψε, κιν­δύ­νευ­σε. Δρα­μα­τι­κά μό­νος. Μα βρέ­θη­καν κά­ποι­α κλα­διά και πι­ά­στη­κε. Και κά­ποι­α φύλ­λα των δέν­τρων, θρό­ι­σαν α­πα­λά α­πό τη θε­ϊ­κή πα­ρου­σί­α.

Θα χά­σει αρ­γό­τε­ρα και δεύ­τε­ρη φο­ρά τα υ­πάρ­χον­τα του. Έ­νας μι­κρός τσιγ­γά­νος θα του κλέ­ψει το σα­κί­διο. Έ­να παι­δί θα τον φέ­ρει ξα­νά στα χεί­λη της α­πελ­πι­σί­ας. Α­π’ τον πα­τέ­ρα του ό­μως μα­ζί με το σα­κί­διο, θα δε­χθούν ο Τομ και οι φί­λοι του, με­ρι­κά μα­θή­μα­τα. Πως πο­τέ δεν πρέ­πει να γε­νι­κεύ­ου­με, για­τί ο κά­θε άν­θρω­πος, σε ό­ποι­α ο­μά­δα και αν α­νή­κει, εί­ναι έ­να ξε­χω­ρι­στό πρό­σω­πο, με τη δι­κή του βού­λη­ση κι ε­λευ­θε­ρί­α. Πως ε­κεί που δεν το πε­ρι­μέ­νεις, μπο­ρεί να βρεις κα­τα­νό­η­ση, συμ­πα­ρά­στα­ση, ευ­γέ­νεια ψυ­χής. Και πως ο Θε­ός δεν ε­νερ­γεί μό­νο μέ­σα α­πό τους ε­λε­ή­μο­νες, τους ε­νά­ρε­τους, τους αν­θρώ­πους της Εκ­κλη­σί­ας, αλ­λά μέ­σα α­πό τον κά­θε άν­θρω­πο κι α­πό αυ­τόν που δεν υ­πο­λο­γί­ζου­με, δεν ε­κτι­μού­με ή και υ­πο­τι­μού­με. «Του Κυ­ρί­ου η γη και το πλή­ρω­μα αυ­τῆς· η οι­κου­μέ­νη και πάν­τες οι κα­τοι­κούν­τες εν αυ­τή». Στον Θε­ό α­νή­κουν οι ψυ­χές ό­λων μας. 
   
Ο Τομ και οι συ­νο­δοι­πό­ροι του, θα πά­ρουν α­κό­μα έ­να μά­θη­μα α­πό τους τσιγ­γά­νους. Τι α­κρι­βώς ση­μαί­νει γι­ορ­τή, συμ­με­το­χή στην ο­μα­δι­κή χα­ρά.
Ο κα­θα­ρά πνευ­μα­τι­κός άν­θρω­πος, δεν χρει­ά­ζε­ται τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­λα τα πε­ρι­λαμ­βά­νει η προ­σευ­χή του: κοι­νω­νί­α, ε­ξι­λέ­ω­ση, έκ­φρα­ση, γι­ορ­τή, χα­ρά.
Ο φορ­τι­σμέ­νος κα­θη­με­ρι­νός άν­θρω­πος ό­μως, έ­χει τρεις τρό­πους ψυ­χο­σω­μα­τι­κής ε­κτό­νω­σης: το κλά­μα, τον χο­ρό και τον έ­ρω­τα. Το κλά­μα εί­ναι ο πό­νος, ο έ­ρω­τας η τρέ­λα. Ο χο­ρός, η συ­νι­στα­μέ­νη τους, που ό­ταν γέρ­νει προς τη μια ή την άλ­λη με­ριά, α­πο­κτά την α­νά­λο­γη δυ­να­μι­κή κι ο πό­νος ή ο έ­ρω­τας τό­τε, συ­νερ­γούν και ξε­περ­νούν τις δι­α­στά­σεις του χο­ρού, η έκ­φρα­ση τους αγ­γί­ζει την ε­ξι­λέ­ω­ση και γί­νον­ται συ­νάν­τη­ση, α­γά­πη και προ­σευ­χή.


Τέ­λος πο­ρεί­ας

Στην εί­σο­δο του Να­ού, αν­τί­κρυ α­πό το ά­γαλ­μα του Α­γί­ου Ι­α­κώ­βου, ο δρό­μος για το προ­σκύ­νη­μα έ­χει φθά­σει στο τέ­λος του.
Η πα­ρά­δο­ση λέ­ει, πως οι πα­λιοί προ­σκυ­νη­τές προ­χω­ρού­σαν με τα γό­να­τα α­πό την εί­σο­δο μέ­χρι τον Ά­γιο. Οι σύγ­χρο­νοι συ­νο­δοι­πό­ροι, ο Τομ, η Σά­ρα, ο Τζακ, δεν το βρί­σκουν α­πα­ραί­τη­το. Προ­χω­ρούν κα­νο­νι­κά έ­νας-έ­νας και α­κουμ­πούν την πα­λά­μη τους στο ά­γαλ­μα, στο εν­τύ­πω­μα που σχη­μά­τι­σαν ε­κα­τομ­μύ­ρια αγ­γίγ­μα­τα προ­η­γού­με­νων προ­σκυ­νη­τών. Κά­θε άγ­γιγ­μα και μια κα­τά­θε­ση ψυ­χής, μια ευ­χή, μια μαρ­τυ­ρί­α.

Ο Γι­ο­στ α­πό το Άμ­στερ­νταμ, τε­λευ­ταί­ος, θα α­κο­λου­θή­σει πε­σμέ­νος στα γό­να­τα. Κά­τω α­πό την κο­σμι­κή του ορ­γά­νω­ση, ε­λα­φρό­τη­τα και α­νε­με­λιά, α­να­δύ­ε­ται η α­νάγ­κη του πνεύ­μα­τος του να εκ­προ­σω­πή­σει ε­πά­ξια τον ε­αυ­τό του και τους φί­λους του και να προ­σέλ­θει με τον ο­φει­λό­με­νο σε­βα­σμό στον Ά­γιο. Η συ­ναί­σθη­ση της κε­νό­τη­τας και της α­να­ξι­ό­τη­τας του, τον ο­δή­γη­σαν στην ο­λο­κλή­ρω­ση του προ­σκυ­νή­μα­τος του, με την έμ­πρα­κτη έκ­φρα­ση της τα­πεί­νω­σης και της α­γά­πης του.

Το τα­ξί­δι τε­λεί­ω­σε. Οι τέσ­σε­ρις συ­νο­δοι­πό­ροι, κα­τά­φε­ραν να γί­νουν φί­λοι. Η α­γά­πη που τους συν­δέ­ει ξε­πέ­ρα­σε την υ­πε­ρο­ψί­α της δι­α­νό­η­σης, την άμ­βλυν­ση κρί­σης του οι­νο­πνεύ­μα­τος κά­ποι­α στιγ­μή, τις δι­α­φο­ρές καλ­λι­έρ­γειας, φι­λο­σο­φί­ας και συμ­πε­ρι­φο­ράς. Τους  έ­κα­νε, να θέ­λουν να βρί­σκον­ται μα­ζί και ε­κτός πο­ρεί­ας. Η κοι­νή πο­ρεί­α ό­μως, ο κοι­νός σκο­πός εί­ναι που τους κρά­τη­σαν κον­τά, τους συ­σπεί­ρω­σαν, τους έ­νω­σαν σε μια μι­κρή φι­λι­κή κοι­νό­τη­τα. Η α­γά­πη δεν έ­χει προ­ϋ­πο­θέ­σεις και πε­ρι­ο­ρι­σμούς. Η α­γά­πη εί­ναι μό­νο κα­τα­νό­η­ση, α­πο­δο­χή και χα­ρά συν­τρο­φι­κό­τη­τας. Α­πό ό­λους και για ό­λους.

Στο τέρ­μα του δρό­μου, ο κα­θέ­νας έ­χει κά­νει τον α­πο­λο­γι­σμό του. Ο Γι­ο­στ δεν έ­χα­σε ού­τε έ­να κι­λό, η Σά­ρα δεν έ­κο­ψε το τσι­γά­ρο, ο Τζακ δεν δι­καί­ω­σε το τα­λέν­το του. Ό­μως ό­λοι α­πό­κτη­σαν αυ­τό του πραγ­μα­τι­κά α­να­ζη­τού­σαν. Α­νά­παυ­ση α­πό την ε­να­πό­θε­ση του προ­σω­πι­κού τους φορ­τί­ου στα πό­δια του Α­γί­ου, ει­ρή­νη στην καρ­διά τους και α­γά­πη με­τα­ξύ τους και για τον Τομ.

Ο Τομ δέ­χθη­κε στην καρ­διά του τους τρεις φί­λους του, που θα τον α­κο­λου­θή­σουν ως τον ω­κε­α­νό. Ε­κεί θα εί­ναι το τέ­λος της δι­κής του πο­ρεί­ας. Έ­χει σφρα­γί­σει το δι­α­βα­τή­ριο του δρό­μου του Σαν­τιά­γκο, στο ό­νο­μα του γιου του. Ε­κεί θα τον α­πο­χαι­ρε­τί­σει.          
 

Πέ­ρα α­π’ το Santiago

Ό­ταν φθά­νει κά­ποι­ος ε­κεί που έ­φθα­σε έ­νας Ά­γιος, το­πι­κά και με­τα­φο­ρι­κά, έ­χει ή­δη α­ξι­ω­θεί τη χά­ρη του Θε­ού. Ό­μως στα βρά­χια της Muxia, στην εκ­θαμ­βω­τι­κή ο­μορ­φιά των κυ­μά­των που σπά­νε πά­νω τους και σκορ­πί­ζουν στο φως, ε­κεί, η αί­σθη­ση της πα­ρου­σί­ας του Θε­ού εί­ναι ο­λο­ζών­τα­νη.
Οι φί­λοι α­πο­χω­ρούν δι­α­κρι­τι­κά.
Ο Τομ α­πο­χαι­ρε­τά τον γιο του.  

Η τε­λι­κή αί­σθη­ση που α­φή­νει η ται­νί­α, α­κο­λου­θεί σαν η­χώ τον θε­α­τή:
“Κοί­τα­ξε μέ­σα σου πιο προ­σε­κτι­κά” του λέ­ει “και μην κα­θυ­στε­ρείς..
Αν πρό­κει­ται ν’ α­κο­λου­θή­σεις τον δρό­μο για το Σαν­τιά­γκο, μη χά­νεις άλ­λον χρό­νο. Δεν χρει­ά­ζε­σαι μια δι­και­ο­λο­γί­α για τους άλ­λους. Ού­τε για τον ε­αυ­τό σου. Ε­σύ ξέ­ρεις, ό­τι ο ε­αυ­τός σου βρί­σκε­ται ή­δη στον δρό­μο.. , α­φού «η α­πό­φα­ση του σή­με­ρα, έ­χει τις ρί­ζες της στο χτες». Το τα­ξί­δι του αύ­ριο ξε­κι­νά σή­με­ρα, τώ­ρα!..

Μ. Ψ.

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

Ως εν ουρανώ...






 Så som i himmelen - As it is in Heaven, 132'  2004





Η Σου­η­δι­κή αυ­τή ται­νί­α, με την ε­πι­με­λη­μέ­νη σκη­νο­θε­σί­α του Kay Pollak, δι­εκ­δί­κη­σε το Oscar κα­λύ­τε­ρης ξε­νό­γλωσ­σης ται­νί­ας το 2005. Η λαμ­πρή ερ­μη­νεί­α των η­θο­ποι­ών ζων­τα­νεύ­ει με α­πλό ρε­α­λι­σμό την ι­στο­ρί­α και εν­τάσ­σει ά­με­σα τον θε­α­τή στη μι­κρή κοι­νω­νί­α του Norrland. Τον κα­θι­στά έ­τσι μέ­το­χο της α­ρι­στο­τε­χνι­κής με­τάλ­λα­ξης των γε­γο­νό­των σε συ­ναι­σθή­μα­τα, ώ­στε το α­πλό και αυ­το­νό­η­το της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, να με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται σε πλού­σιο και μο­να­δι­κό. 


Ε­κεί, στην τό­σο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα του σου­η­δι­κού βορ­ρά, ε­πι­στρέ­φει ο φη­μι­σμέ­νος δι­ευ­θυν­τής ορ­χή­στρας Ντά­νι­ελ Daréus (Michael Nyqvist), ε­πι­λέ­γον­τας για δι­α­μο­νή του τον τό­πο που γεν­νή­θη­κε και έ­ζη­σε τα παι­δι­κά του χρό­νια, ό­ταν έ­να σο­βα­ρό καρ­δια­κό ε­πει­σό­διο τον α­ναγ­κά­ζει να εγ­κα­τα­λεί­ψει μια σπου­δαί­α στα­δι­ο­δρο­μί­α.  



  
Η ζω­ή εί­ναι συ­χνά γε­μά­τη α­πό δυ­σκο­λί­ες κι α­πο­γο­η­τεύ­σεις, ό­μως κά­ποι­οι στό­χοι ση­μαν­τι­κοί, δί­νουν πάν­τα νό­η­μα στις προ­σπά­θει­ες και προ­σα­να­το­λι­σμό στην πο­ρεί­α μας. Κι ό­ταν α­κό­μα βλέ­που­με τους σχε­δια­σμούς μας για το μέλ­λον ξαφ­νι­κά να α­να­τρέ­πον­ται, ί­σως να μην εί­ναι πα­ρά η ευ­και­ρί­α που χρει­α­ζό­μα­στε για να πραγ­μα­το­ποι­ή­σου­με τα ό­νει­ρα μας.

Η ε­πι­στρο­φή στο πα­ρελ­θόν εί­ναι κά­πο­τε α­πα­ραί­τη­τη, ι­δι­αί­τε­ρα ό­ταν η ζω­ή μπαί­νει στην τε­λι­κή της ευ­θεί­α ή ό­ταν ο ρυθ­μός της α­να­κό­πτε­ται α­πό κά­ποι­ο α­πρό­σμε­νο γε­γο­νός. Εί­ναι η α­νάγ­κη α­να­ψη­λά­φη­σης πα­λαι­ών συν­θη­κών και βι­ω­μά­των, για να γί­νει μια ου­σι­α­στι­κή κα­τα­λη­κτι­κή α­πο­τί­μη­ση, μια α­πο­φόρ­τι­ση πε­ρι­πλεγ­μέ­νων συ­ναι­σθη­μά­των, μια συμ­φι­λί­ω­ση με τα πε­ρα­σμέ­να, που θα μας ω­θή­σει στη συ­γνώ­μη για κά­ποι­ες ά­λο­γες ε­πι­λο­γές μας και στη συγ­χώ­ρε­ση κά­ποι­ων δυ­σά­ρε­στων για μας, ε­πι­λο­γών των άλ­λων. 
 


Ο Ντά­νι­ελ εί­ναι έ­νας άν­θρω­πος που γνω­ρί­ζει τι ζη­τά. Έ­χει γευ­θεί την ε­πι­τυ­χί­α και την α­να­γνώ­ρι­ση, έ­χει συ­νεί­δη­ση των δυ­να­το­τή­των και των α­να­στο­λών του, έ­χει πά­ρει την α­πό­φα­ση της ε­πι­στρο­φής. Α­γο­ρά­ζει για κα­τοι­κί­α του το πα­λιό δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο, κά­νει νέ­ες γνω­ρι­μί­ες, ξα­να­ζεί πε­ρι­στα­σια­κά τις ψυ­χο­τραυ­μα­τι­κές παι­δι­κές του εμ­πει­ρί­ες στο ί­διο οι­κεί­ο πε­ρι­βάλ­λον, αλ­λά σαν ξέ­νος πια με­τά α­πό τό­σον και­ρό.

     
Το τα­λέν­το του στη μου­σι­κή α­πό παι­δί, τον ξε­χώ­ρι­ζε α­πό τους συ­νο­μή­λι­κους του στο χω­ριό. Ο, τι ξε­χω­ρί­ζει γί­νε­ται συ­νή­θως στό­χος, προ­κα­λεί τη ζή­λια και η σκλη­ρό­τη­τα στα παι­διά, α­κρι­βώς ε­πει­δή ε­πι­κά­θε­ται στην παι­δι­κή τους α­θω­ό­τη­τα, εί­ναι ι­δι­αί­τε­ρα έν­το­νη, πα­ρορ­μη­τι­κή και α­κα­τέρ­γα­στη. Οι ε­πι­πτώ­σεις στην ψυ­χο­λο­γί­α και στον χα­ρα­κτή­ρα του εύ­θραυ­στου Ντά­νι­ελ, θα τον α­κο­λου­θή­σουν α­πό τό­τε στην προ­σω­πι­κή του ζω­ή, ό­μως το τα­λέν­το δεν ε­πι­δέ­χε­ται ό­ρια και συμ­βι­βα­σμούς. Α­κό­μα και ό­ταν ό­λα τρι­γύ­ρω, του ξυ­πνούν ε­πώ­δυ­να βι­ώ­μα­τα της τρυ­φε­ρής του η­λι­κί­ας. Έ­στω και αν η ζω­ή του έ­χει γυ­ρί­σει τό­σο α­πό­το­μα σε­λί­δα.

Α­να­λαμ­βά­νει να ορ­γα­νώ­σει και να δι­ευ­θύ­νει τη χο­ρω­δί­α της εκ­κλη­σί­ας. Μια ε­τε­ρό­κλη­τη ο­μά­δα πι­στών, που η κα­λή τους δι­ά­θε­ση για μια κοι­νή προ­σπά­θεια θα γε­φυ­ρώ­σει δι­α­φο­ρές και αν­τι­θέ­σεις, ώ­στε ο κα­θέ­νας ό­χι μό­νο να συ­ναν­τή­σει, μα να ταυ­τι­στεί με τον άλ­λο, σε μια συν­θε­τι­κή προ­σω­πι­κή σύμ­πρα­ξη. 
   
Η ε­πι­δί­ω­ξη που δι­α­μόρ­φω­σε μέ­σα α­πό τις ε­πι­τυ­χί­ες του ο Ντά­νι­ελ για τη ζω­ή του, ή­ταν να δη­μι­ουρ­γή­σει κά­πο­τε μου­σι­κή, που θα α­νοί­γει τις καρ­δι­ές των αν­θρώ­πων και θα τους ε­νώ­νει. Τώ­ρα, το θέ­λει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό πο­τέ. Χω­ρίς ορ­χή­στρα, μου­σι­κούς ή ποι­κί­λα όρ­γα­να. Με μια ε­ρα­σι­τε­χνι­κή ο­μά­δα χω­ρίς ει­δι­κές σπου­δές, που ό­μως έ­χουν τη βα­σι­κή αρ­μο­νι­κή παι­δεί­α της φύ­σης και τα αυ­τιά τους γε­μά­τα με ό­λων των ει­δών τους ή­χους.  






Ό­λη η φύ­ση γύ­ρω μας, πα­ρά­γει μου­σι­κή. Το κε­λά­ρυ­σμα του νε­ρού συν­το­νί­ζε­ται με το θρό­ι­σμα των φύλ­λων, ο α­γέ­ρας δο­νεί τα στά­χυ­α και τα κλα­διά σε θαυ­μα­στές συγ­χορ­δί­ες, τα έν­το­μα κρα­τούν το ί­σο με τον βόμ­βο τους στο τι­τί­βι­σμα των σπουρ­γι­τι­ών. Το ξύ­λο, η πέ­τρα, το μέ­ταλ­λο και το γυα­λί, α­νά­λο­γα με το σχή­μα και το μέ­γε­θος τους, το νε­ρό που πέ­φτει και ο α­γέ­ρας που σφυ­ρί­ζει, οι στριγ­κές και οι με­λω­δι­κές φω­νές των ζώ­ων και των που­λι­ών, το φτε­ρο­κό­πη­μα και το  ζου­ζού­νι­σμα, α­κό­μα και οι υ­πέ­ρο­χες λι­γό­στιγ­μες σι­ω­πές, με­τέ­χουν και συν­θέ­τουν την ε­ξαί­σια συμ­φω­νί­α της φύ­σης.

Και πά­νω α­π’ ό­λα η αν­θρώ­πι­νη φω­νή, ό­χι μό­νο σαν τρα­γού­δι, ού­τε έ­στω σαν ο­μι­λί­α. Αλ­λά και μό­νο σαν φθόγ­γος. Έ­να Α­α­α­α­α­α­α­α­α­α… που κρα­τά ό­σο μια α­νά­σα, που α­να­νε­ώ­νε­ται ξα­νά και ξα­νά και δια­ρκεί και δο­νεί την ψυ­χή και έ­να δεύ­τε­ρο Α­α­α­α­α­α… που έρ­χε­ται να ται­ριά­ξει στο πρώ­το, με τη δι­κή του χροι­ά, με τον δι­κό του ε­σω­τε­ρι­κό τό­νο κι έ­να τρί­το κι α­κό­μα έ­να.., να πώς γεν­νι­έ­ται μια χο­ρω­δί­α, μια πο­λυ­χρω­μί­α φω­νών που θα δέ­σουν μα­ζί το ό­νει­ρο να το κά­μουν ά­κου­σμα, που δεν θέ­λεις να στα­μα­τή­σει, που θέ­λεις να μπεις και συ να ε­νώ­σεις την η­χώ της έκ­φρα­σης σου, σ’ αυ­τή την αρ­μο­νι­κή παν­δαι­σί­α. 

          
Δεν εί­ναι αγ­γε­λι­κή ψαλ­μω­δί­α αυ­τή που φέρ­νει τη χα­ρά και τη γα­λή­νη στις ψυ­χές των α­πλών αν­θρώ­πων του Νόρ­λαντ. Εί­ναι οι δι­κές τους α­καλ­λι­έρ­γη­τες κα­θη­με­ρι­νές φω­νές, ε­νω­μέ­νες στον κοι­νό στό­χο που εμ­ψυ­χώ­νει με το πά­θος του και κα­θο­δη­γεί α­ρι­στο­τε­χνι­κά με το τα­λέν­το του ο Ντά­νι­ελ, που κα­τα­κτούν και ξε­περ­νούν την αρ­μο­νί­α των ή­χων, τη με­λω­δί­α του συν­το­νι­σμού και γί­νον­ται αγ­γε­λι­κές, πνεύ­μα και ψυ­χή α­πό την α­γά­πη που κρα­τά δε­μέ­νη την ο­μά­δα, στην αί­σθη­ση πως ό­λοι εί­ναι α­πα­ραί­τη­τοι για ό­λους. 

Ο Ντά­νι­ελ δί­νε­ται χω­ρίς εν­δοια­σμούς στην υ­πέ­ρο­χη αυ­τή εμ­πει­ρί­α. Ξε­χνά τα προ­βλή­μα­τα του, πα­λαι­ά και πρό­σφα­τα, μπρο­στά στο χτί­σι­μο της χο­ρω­δί­ας και α­πο­λαμ­βά­νει το κοι­νό δη­μι­ούρ­γη­μα με την Inger και τον Arne, με την Gabriella και τον αρ­γό­στρο­φο Tore, με ό­λους τους ά­γνω­στους πριν λί­γο, που α­πο­τε­λούν τώ­ρα τους κα­θη­με­ρι­νούς συ­νερ­γά­τες του. Η ζω­ή ό­λων αλ­λά­ζει, η μα­τιά τους στον κό­σμο ζων­τα­νεύ­ει, στις καρ­δι­ές τους κυ­κλο­φο­ρεί νέ­ο αί­μα, ό­σο συγ­κλί­νουν στο εμ­πνευ­σμέ­νο ό­ρα­μα του Ντά­νι­ελ.  

Πε­ρισ­σό­τε­ρο τον πλη­σιά­ζει η Λέ­να (Frida Hallgren). Το βλέμ­μα, το χα­μό­γε­λο, η α­νοι­χτή της καρ­διά, του με­τα­δί­δουν μέ­ρα με τη μέ­ρα τη θερ­μό­τη­τα τους. Η προ­σω­πι­κό­τη­τα ω­ρι­μά­ζει με την ε­πι­κοι­νω­νί­α και αν­θί­ζει με την α­γά­πη. Ο Ντά­νι­ελ δεν εί­ναι πια ο ι­δι­ο­φυ­ής, δύ­στρο­πος και στρυφ­νός μα­έ­στρος. Εί­ναι ο φι­λι­κός κι εμ­πνευ­σμέ­νος δά­σκα­λος, που κα­θο­δη­γών­τας την ο­μά­δα του στους δρό­μους της μου­σι­κής, τους ε­νώ­νει, τους βο­η­θά να α­νοί­ξουν τις καρ­δι­ές στους άλ­λους και βρί­σκει πα­ράλ­λη­λα κι ο ί­διος κον­τά τους, τον δρό­μο της ε­πι­στρο­φής στον ε­αυ­τό του. 


Η ε­πι­στρο­φή στον ε­αυ­τό μας, στο σπί­τι! Ε­κεί που πάν­τα μας πε­ρι­μέ­νει με λα­χτά­ρα η πα­τρι­κή αγ­κα­λιά. Ο κα­θέ­νας α­π’ το δι­κό του μο­νο­πά­τι, που του α­νοί­γει ο Θε­ός την κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή. Ό­λοι μα­ζί στον κοι­νό δρό­μο, που μας ο­δη­γεί κον­τά Του. Χω­ρίς δι­α­κρί­σεις και προ­τι­μή­σεις. Χω­ρίς α­παι­τή­σεις και δυ­σα­ρέ­σκει­ες. Με πολ­λή α­γά­πη, με πολ­λή χα­ρά. Έ­νας μι­κρός πα­ρά­δει­σος στη γη, στο χω­ριό, στη γει­το­νιά μας. Δεν εί­ναι μό­νο η μου­σι­κή, δεν εί­ναι η δι­ά­θε­ση. Εί­ναι η α­νάγ­κη να αγ­κα­λι­ά­σου­με τους άλ­λους, να ξε­πε­ρά­σου­με τα στε­νά ό­ρια του ε­αυ­τού μας, που α­να­ζη­τά στο φως το χρώ­μα, στον ή­χο τη με­λω­δί­α, στην ψυ­χή την κοι­νω­νί­α, στο κά­θε μο­νο­πά­τι, στο κά­θε σταυ­ρο­δρό­μι, την κά­θε στιγ­μή, τη συ­νάν­τη­ση. 

Εί­ναι η α­νάγ­κη για ο­λο­κλή­ρω­ση, που δεν στρέ­φε­ται ε­γω­κεν­τρι­κά στην ι­κα­νο­ποί­η­ση του «ε­γώ», στην α­να­τρο­φο­δό­τη­ση ε­πι­θυ­μι­ών ψυ­χρά, χω­ρίς αί­σθη­μα, αλ­λά στην πα­ρο­χή α­γά­πης, α­πο­δο­χής και υ­πο­στή­ρι­ξης. Και ό­ταν αυ­τά δεν α­να­πτύσ­σον­ται στην κυ­ψέ­λη της εκ­κλη­σί­ας, με τη στορ­γι­κή κα­θο­δή­γη­ση ε­νός ά­ξιου ι­ε­ρέ­α, η θεί­α οι­κο­νο­μί­α α­να­θέ­τει σε κά­ποι­ον Ντά­νι­ελ την εκ­πλή­ρω­ση της α­πο­στο­λής αυ­τής.   
  
Ο πά­στο­ρας Στιγκ εί­ναι η τρα­γι­κή φυ­σι­ο­γνω­μί­α του έρ­γου. Βλέ­πει τον Ντά­νι­ελ μέ­ρα με τη μέ­ρα, να βρί­σκε­ται στο ε­πί­κεν­τρο του εν­δι­α­φέ­ρον­τος και των εκ­δη­λώ­σε­ων α­γά­πης και ε­κτί­μη­σης των ε­νο­ρι­τών του, να τον υ­πο­κα­θι­στά βαθ­μια­ία στον κοι­νω­νι­κό και πνευ­μα­τι­κό του ρό­λο και να υ­λο­ποι­εί, να «κλέ­βει» το δι­κό του ό­νει­ρο. Α­δυ­να­τεί να αν­τι­λη­φθεί την αι­τί­α που συμ­βαί­νει αυ­τό. 

Πα­ρά τις ό­ποι­ες προ­θέ­σεις του δεν μπό­ρε­σε να ξε­φύ­γει α­πό τον α­το­μι­σμό του κο­σμι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού. Πα­ρα­μέ­νει α­πρό­σι­τα α­πο­μο­νω­μέ­νος στο ο­χυ­ρό της τυ­πο­λα­τρι­κής η­θι­κής του, ε­νώ βα­σα­νί­ζε­ται α­πό ε­νο­χές στην ι­δέ­α να πλη­σιά­σει ε­κεί­νος τους άλ­λους. Ο Ντά­νι­ελ τα κα­τά­φε­ρε. Ό­μως ο Ντά­νι­ελ εί­χε δι­α­γρά­ψει πρώ­τα τον ε­αυ­τό του απ΄ τη ζω­ή. Εί­χε συ­ναν­τή­σει τον ε­αυ­τό του, την ώ­ρα που συ­ναν­τή­θη­κε με τη αιφ­νί­δια προ­ο­πτι­κή του θα­νά­του. Ο Στιγκ δεν εί­χε αυ­τή την τύ­χη.

Ι­ε­ρέ­ας χω­ρίς μυ­στη­ρια­κή ζω­ή, ποι­μέ­νας χω­ρίς την α­πο­δο­χή του ποι­μνί­ου του, σύ­ζυ­γος με α­πο­στά­σεις «α­σφα­λεί­ας» α­πό την αγ­κα­λιά της γυ­ναί­κας του. Η κάμ­ψη της  υ­πε­ρο­ψί­ας του, η συ­νει­δη­το­ποί­η­ση της ελ­λειμ­μα­τι­κής πνευ­μα­τι­κό­τη­τας του, η με­τά­νοι­α του για τό­σα χα­μέ­να χρό­νια χω­ρίς α­γά­πη, ί­σως του δώ­σουν τη δυ­να­τό­τη­τα μιας και­νούρ­γιας αρ­χής.   

Ό­μως η φή­μη της χο­ρω­δί­ας, α­πλώ­νε­ται σε ό­λη τη χώ­ρα και ξε­περ­νά τα σύ­νο­ρα της. Τους κα­λούν να αν­τι­προ­σω­πεύ­σουν τη Σου­η­δί­α στον δι­ε­θνή δι­α­γω­νι­σμό της Αυ­στρί­ας. Ο σπό­ρος που φύ­τρω­σε έ­βγα­λε βλα­στά­ρι, το βλα­στά­ρι αν­θούς κι αυ­τοί, καρ­πό. Το Ίν­σμπρουκ, τους πε­ρι­μέ­νει.

Η ται­νί­α κα­τα­κλύ­ζε­ται α­πό συ­ναι­σθή­μα­τα φυ­σι­κά και α­βί­α­στα. Δεν εί­ναι η υ­πο­κρι­τι­κή δει­νό­τη­τα των η­θο­ποι­ών στις ερ­μη­νεί­ες των ρό­λων τους. Ού­τε το κα­τα­πλη­κτι­κό σε­νά­ριο ή η ευ­αι­σθη­σί­α της μου­σι­κής ε­πέν­δυ­σης, που ε­πη­ρέ­α­σαν τό­σο κά­ποι­ον α­με­ρι­κα­νό κρι­τι­κό, ώ­στε να α­να­φερ­θεί στο έρ­γο λέ­γον­τας “… το τα­πει­νό αυ­τό α­ρι­στούρ­γη­μα του Kay Pollak.” Ί­σως εί­ναι ό­λα τα πα­ρα­πά­νω, αλ­λά κυ­ρί­ως εί­ναι το πνεύ­μα που δι­α­περ­νά τα γε­γο­νό­τα, με­τα­τρέ­πον­τας τα α­πό κοι­νό­το­πα και α­δι­ά­φο­ρα σε προ­σω­πι­κά και ά­με­σα, προσ­δί­δον­τας στα συ­ναι­σθή­μα­τα γνη­σι­ό­τη­τα, βά­θος και αν­τί­κρι­σμα.

Την η­μέ­ρα του δι­α­γω­νι­σμού, ό­λη η χο­ρω­δί­α εί­ναι συγ­κεν­τρω­μέ­νη στο κα­τά­με­στο α­πό κό­σμο θέ­α­τρο, αλ­λά...

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΘΟΝΗΣ !

Μ. Ψ.

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Fire Proof [USA – 2008]




 
Με την ε­ξαι­ρε­τι­κή σκη­νο­θε­σί­α του (βαπτιστή πάστορα) Alex Kendrick και γυ­ρι­σμέ­νη με κό­στος 500.000 δο­λά­ρια, α­πό την ε­ται­ρί­α Sherwood (της Εκ­κλη­σί­ας των Βα­πτι­στών του Albany της Γε­ωρ­γί­ας των ΗΠΑ), η ται­νί­α “Fire Proof”, α­πέ­φε­ρε κέρ­δη πά­νω α­πό 33.000.000 δο­λά­ρια. Το γε­γο­νός αυ­τό και μό­νο, δεί­χνει τη θερ­μή αν­τα­πό­κρι­ση του κό­σμου σε μια δη­μι­ουρ­γί­α, που προ­σφέ­ρει στον θε­α­τή πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα α­π’ ό,τι α­πό μια α­πλή δι­δα­κτι­κή ι­στο­ρί­α κι έ­νας πρω­τό­τυ­πος πρα­κτι­κός ο­δη­γός Α­γά­πης.

Κεν­τρι­κό πρό­σω­πο της ται­νί­ας, ο Caleb Holt [Kirk Cameron], Αρ­χη­γός της Πυ­ρο­σβε­στι­κής Ο­μά­δας της πε­ρι­ο­χής του, νέ­ος, ε­πι­τυ­χη­μέ­νος, ευ­συ­νεί­δη­τος και δυ­να­μι­κός. Ό­λοι οι συ­νερ­γά­τες του τον ε­κτι­μούν και τον σέ­βον­ται για την υ­πευ­θυ­νό­τη­τα και τις ι­κα­νό­τη­τες του. Πα­λεύ­ουν μα­ζί του με τη φω­τιά, σώ­ζουν ζω­ές, προ­στα­τεύ­ουν πε­ρι­ου­σί­ες. Με συν­το­νι­σμέ­νες κι­νή­σεις, με αυ­το­πε­ποί­θη­ση κι α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα. Πολ­λές φο­ρές και με η­ρω­ι­σμό.



Ό­μως, πό­σο ν’ αν­τέ­ξει κα­νείς την έν­τα­ση μιας τέ­τοι­ας ζω­ής, ό­ταν δεν έ­χει την α­πο­δο­χή της ί­διας της γυ­ναί­κας του; Τι να πε­ρι­σώ­σει α­πό τον ε­αυ­τό του, που δι­χά­ζε­ται μό­λις ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι του; Κι ό­ταν α­κό­μα θα έ­χει αν­τι­με­τω­πί­σει την πυρ­κα­γιά του ε­γω­ι­σμού του, πως να κα­τα­σι­γά­σει στη συ­νέ­χεια τη φλό­γα που πυ­ρώ­νει τη συ­νεί­δη­ση του και το ε­πα­να­στα­τη­μέ­νο πνεύ­μα του; 

Η γυ­ναί­κα του
Catherine [Erin Bethea], υ­πήρ­ξε για έ­να δι­ά­στη­μα ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρος άν­θρω­πος στη ζω­ή του Κά­λεμπ. Τι άλ­λα­ξε α­πό τό­τε; Πως γλί­στρη­σε η ευ­τυ­χί­α μέ­σα α­πό τα χέ­ρια του; Ε­κεί­νη τον α­γνο­εί υ­πε­ρο­πτι­κά, τον κα­τη­γο­ρεί σε κά­θε ευ­και­ρί­α, α­πορ­ρί­πτει τις ε­νέρ­γει­ες, τις προ­θέ­σεις και τα ό­νει­ρα του. Κι ε­κεί­νος, με πλη­γω­μέ­νη την υ­πε­ρη­φά­νεια του, με θιγ­μέ­νη την αν­δρι­κή του α­ξι­ο­πρέ­πεια, με­τά α­πό κά­θε σύγ­κρου­ση που ε­πι­τεί­νει την αν­τι­πα­λό­τη­τα τους, α­πο­σύ­ρε­ται στο κομ­πι­ού­τερ του για να κα­τα­στεί­λει την ε­σω­τε­ρι­κή του τα­ρα­χή.



Κά­ποι­α στιγ­μή η κρί­ση στη σχέ­ση τους κο­ρυ­φώ­νε­ται. Ο Κά­λεμπ, εκ­προ­σω­πών­τας ό­λους τους άν­δρες που φθά­νουν στα ό­ρια της α­νο­χής και της αν­το­χής τους, ό­ταν ο γά­μος τους εί­ναι φα­νε­ρό πως α­πέ­τυ­χε, παίρ­νει την ο­ρι­στι­κή του α­πό­φα­ση. Το δι­α­ζύ­γιο εί­ναι η μό­νη λύ­ση για να ξα­να­βρεί τον ε­αυ­τό του, την η­ρε­μί­α του, να κυ­νη­γή­σει α­πε­ρί­σπα­στος τις φι­λο­δο­ξί­ες του, να δη­μι­ουρ­γή­σει, να αι­σθαν­θεί ε­λεύ­θε­ρος α­πό το βά­ρος των ε­πι­κρί­σε­ων της που του φθεί­ρει τη ζω­ή. 

«Πο­τέ δεν α­φή­νου­με συ­νά­δελ­φο πί­σω», εί­ναι το α­ξί­ω­μα που ο­φεί­λει να θυ­μά­ται και να ε­φαρ­μό­ζει πάν­το­τε έ­νας πυ­ρο­σβέ­στης, αν­τι­με­τω­πί­ζον­τας μια πυρ­κα­γιά. Ό­μως στην πυρ­κα­γιά της σχέ­σης τους που α­φα­νί­ζει τα κοι­νά ό­νει­ρα, τα α­μοι­βαί­α αι­σθή­μα­τα, τη συν­τρο­φι­κό­τη­τα του γά­μου και τη στοι­χει­ώ­δη ε­πι­κοι­νω­νί­α α­κό­μα με­τα­ξύ τους, έ­χουν πά­ψει πια να λει­τουρ­γούν σαν ο­μά­δα, ο κα­θέ­νας α­φή­νει τις μι­κρές α­να­μνή­σεις του να δι­α­λύ­ον­ται σε στά­χτες και α­πο­κα­ΐ­δια, ο­χυ­ρώ­νε­ται στην πυ­ράν­το­χη στο­λή του ε­γω­ι­σμού του, α­δι­α­φο­ρών­τας για την τύ­χη του άλ­λου. Το δι­α­ζύ­γιο εί­ναι α­να­πό­φευ­κτο. 

Ε­νη­με­ρώ­νει τους γο­νείς του για την α­πό­φα­ση του και έκ­πλη­κτος μα­θαί­νει α­πό τον πα­τέ­ρα του, ό­τι σε πα­ρό­μοι­ο ση­μεί­ο εί­χαν φθά­σει κι ε­κεί­νοι πριν α­πό χρό­νια και αν σώ­θη­κε ο γά­μος τους και ζουν μέ­χρι τώ­ρα α­γα­πη­μέ­νοι, το ο­φεί­λουν στο ό­τι δέ­χθη­καν τον Χρι­στό στην καρ­διά τους μέ­σα α­πό έ­να πρό­γραμ­μα με ο­δη­γί­ες, μί­α την η­μέ­ρα, που θα πρέ­πει να ε­φαρ­μό­ζε­ται κα­θη­με­ρι­νά ε­πί 40 μέ­ρες. Για το χα­τί­ρι του πα­τέ­ρα του, υ­πό­σχε­ται ό­τι θα α­κο­λου­θή­σει κι ε­κεί­νος της ο­δη­γί­ες του προ­γράμ­μα­τος “Τολ­μή­στε την Α­γά­πη” – “Love Dare”, α­να­βάλ­λον­τας για το δι­ά­στη­μα αυ­τό, κά­θε δι­κή του ε­νέρ­γεια αν­τί­θε­τη με τις ο­δη­γί­ες της η­μέ­ρας. Αν και θε­ω­ρεί βέ­βαι­η την α­πο­τυ­χί­α της προ­σπά­θειας του, εί­ναι α­πο­φα­σι­σμέ­νος να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση του.
Ί­σως η συγ­κα­τά­θε­ση αυ­τή του Κά­λεμπ, να α­πο­τε­λεί και δείγ­μα της κα­λής προ­αί­ρε­σης του, να προ­σπα­θή­σει να σώ­σει τον γά­μο του. Συ­νή­θως τα παι­διά και ι­δι­αί­τε­ρα τα α­γό­ρια, αμ­φι­σβη­τούν την ι­κα­νό­τη­τα του πα­τέ­ρα τους να τα συμ­βου­λεύ­σει σω­στά και προ­τι­μούν να α­πο­δεί­ξουν, τό­σο στον ε­αυ­τό τους ό­σο και στο πα­τέ­ρα τους, δι­α­κιν­δυ­νεύ­ον­τας ί­σως μια α­πο­τυ­χί­α, την ορ­θό­τη­τα της δι­κής τους κρί­σης. Ό­μως πο­τέ δεν θα υ­πάρ­ξει άν­θρω­πος που θα πο­νέ­σει την α­στο­χί­α, τη μο­να­ξιά και τη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­πο­μά­κρυν­ση των παι­δι­ών, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τους γο­νείς και έ­νας πα­τέ­ρας, πάν­το­τε έ­χει με πολ­λή α­γά­πη, στορ­γι­κά φυ­λαγ­μέ­νες για τον γιο του τις εμ­πει­ρί­ες της ζω­ής του, για τη στιγ­μή που ε­κεί­νος θα τις χρεια­σθεί.      
    
Ο Κά­λεμπ έ­χει μια ξε­κά­θα­ρη σχέ­ση με τον πα­τέ­ρα του και α­νοι­κτή την καρ­διά του να δε­χθεί με ει­λι­κρί­νεια τις υ­πο­δεί­ξεις του.
Οι πρώ­τες μέ­ρες του ο­δη­γού Α­γά­πης αρ­χί­ζουν με α­πλές εν­το­λές, που ό­μως μοιά­ζουν δύ­σκο­λες στην ε­φαρ­μο­γή τους, προ­σκρού­ον­τας στον ε­γω­ι­σμό και στη δυ­σπι­στί­α και των δυ­ο τους.. 

[1η η­μέ­ρα] – “Μην πεις τί­πο­τα το αρ­νη­τι­κό”, [2η] – “Κά­νε μια α­πρό­σμε­νη κί­νη­ση κα­λής θέ­λη­σης”, [3η] – “Α­γό­ρα­σε και πρό­σφε­ρε της κά­τι, να δει ό­τι την σκέ­φτη­κες”, [4η] – “Δεί­ξε της λί­γο εν­δι­α­φέ­ρον, ρώ­τη­σε την αν χρει­ά­ζε­ται κά­τι”.

Κά­θε μέ­ρα μια και­νούρ­για ε­νέρ­γεια, κά­θε μέ­ρα έ­να ε­πι­πλέ­ον πλη­σί­α­σμα ή μάλ­λον μια α­κό­μα α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια για πλη­σί­α­σμα. Και εί­ναι φυ­σι­κό. Για­τί υ­πάρ­χουν κά­ποι­ες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές δι­α­φο­ρές α­νά­με­σα στους άν­δρες και τις γυ­ναί­κες. Ό­ταν έ­νας άν­τρας έ­χει κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, θέ­λει να μεί­νει μό­νος, να συγ­κεν­τρω­θεί στον ε­αυ­τό του, να σκε­φτεί α­πε­ρί­σπα­στος, να α­να­ζη­τή­σει βα­θιά μέ­σα του τη λύ­ση στο πρό­βλη­μα του. Μια γυ­ναί­κα θέ­λει κά­ποι­ον να του μι­λή­σει, να α­να­λύ­σει το πρό­βλη­μα της, να μοι­ρα­στεί τη φόρ­τι­ση της, να αι­σθαν­θεί συν­τρο­φι­κό­τη­τα την ώ­ρα της α­πό­γνω­σης της. Και πάν­το­τε υ­πάρ­χουν οι πρό­θυ­μες φί­λες να παί­ξουν τον ρό­λο αυ­τό, για την κά­θε μια τους. Δεν α­να­ζη­τά η γυ­ναί­κα μια α­πάν­τη­ση, μια λύ­ση. Εκ­φρά­ζον­τας το πρό­βλη­μα της, το συ­νει­δη­το­ποι­εί κα­λύ­τε­ρα και κα­τα­λή­γει στα δι­κά της συμ­πε­ρά­σμα­τα, που φυ­σι­κά ε­πη­ρε­ά­ζουν οι φί­λες με τις πα­ρα­τη­ρή­σεις τους. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι να κλεί­νε­ται ερ­μη­τι­κά, να ο­χυ­ρώ­νε­ται σε μια σφι­χτή ά­μυ­να, πε­ρι­μέ­νον­τας την ε­πό­με­νη κί­νη­ση του αν­τι­πά­λου. Η ε­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα και η δυ­σπι­στί­α της Κά­θριν, εί­ναι οι ά­μυ­νες της.

Α­πό την πλευ­ρά του ο Κά­λεμπ, αν και γνω­ρί­ζει πως οι ε­νέρ­γει­ες του εί­ναι προς τη σω­στή κα­τεύ­θυν­ση, δυ­σπι­στεί και ο ί­διος στις προ­σπά­θει­ες του αυ­τές. Ε­πι­δι­ώ­κει το πλη­σί­α­σμα της Κά­θριν α­κο­λου­θών­τας τις κα­θη­με­ρι­νές ο­δη­γί­ες, αλ­λά μό­νο για να τη­ρή­σει την υ­πό­σχε­ση που έ­δω­σε στον πα­τέ­ρα του. Προ­σπα­θεί να προ­βάλ­λει εν­δι­α­φέ­ρον και δι­ά­θε­ση ε­πα­να­σύν­δε­σης, αλ­λά η στα­θε­ρά αρ­νη­τι­κή στά­ση της γυ­ναί­κας του τον ε­ξορ­γί­ζει και οι ε­λά­χι­στες ελ­πί­δες που βα­σί­ζει στην αλ­λα­γή της συμ­πε­ρι­φο­ράς του α­πέ­ναν­τι της, μει­ώ­νον­ται κά­θε μέ­ρα.

[16η μέ­ρα] – “Προ­σευ­χή­σου για κεί­νη”. Οι εν­το­λές γί­νον­ται ου­σι­α­στι­κό­τε­ρες. Πό­σον και­ρό εί­χε να προ­σευ­χη­θεί; Προ­σπα­θεί να κα­τα­στεί­λει την αν­τί­θε­ση του ε­γω­ι­σμού του, να πα­ρα­κα­λέ­σει για βο­ή­θεια, να ε­πε­κτεί­νει τις σκέ­ψεις του για ε­πα­να­σύν­δε­ση σε πραγ­μα­τι­κή α­πο­δο­χή, να ξυ­πνή­σει μέ­σα του την α­γά­πη. 

[17η] – “Πρό­σε­χε τι λέ­ει, ό­ταν σου μι­λά”, [18η] – “Με­λέ­τη­σε την κα­λύ­τε­ρα, τι θέ­λει, τι της α­ρέ­σει”...

Να την προ­σέ­ξει; Να την με­λε­τή­σει; Τώ­ρα που ο γά­μος τους θα έ­πρε­πε να α­πο­δί­δει καρ­πούς α­γά­πης και δη­μι­ουρ­γί­ας; Εί­ναι λυ­πη­ρό, τι εί­δους σχέ­σεις δη­μι­ουρ­γούν τα ζευ­γά­ρια στην πλει­ο­νό­τη­τα τους. Ε­πι­δερ­μι­κές, ε­πι­πό­λαι­ες, α­νό­σι­ες και α­νού­σι­ες. Κε­νές.

Η σχέ­ση α­νά­με­σα σε δύ­ο «πρό­σω­πα», πρέ­πει πρώ­τα και πά­νω α­π’ ό­λα, να εί­ναι σχέ­ση κοι­νω­νί­ας. Και η σχέ­ση α­νά­με­σα σε έ­ναν άν­δρα και μια γυ­ναί­κα, η μό­νη ου­σι­α­στι­κή σχέ­ση, να εί­ναι σχέ­ση κοι­νω­νί­ας γά­μου. Μια έ­νω­ση ευ­λο­γη­μέ­νη α­πό τον Θε­ό, ι­κα­νή να αν­τέ­χει την ευ­τυ­χί­α και να α­πο­σβέ­νει τις αν­τι­ξο­ό­τη­τες, μια σχέ­ση βα­θιά προ­σω­πι­κή, με βά­σεις πνευ­μα­τι­κές, α­γά­πη, σε­βα­σμό, με­τρι­ο­πά­θεια και πί­στη. Μια έ­νω­ση, ό­χι ευ­και­ρια­κή, ε­γω­κεν­τρι­κή, α­προ­σα­να­τό­λι­στη, κο­σμι­κή, συμ­φε­ρον­το­λο­γι­κή, που στην πρώ­τη δο­κι­μα­σί­α δέ­χε­ται τη ρή­ξη σαν δι­έ­ξο­δο, τη δι­ά­λυ­ση σαν πα­ρε­πό­με­νο, το δι­α­ζύ­γιο σαν συμ­βι­βα­σμό, α­πο­δο­χή κι ε­πι­βε­βαί­ω­ση της ελ­λειμ­μα­τι­κής προ­σω­πι­κό­τη­τας.  

Να εί­ναι μια έ­νω­ση α­πό­λυ­τη, μο­να­δι­κή και για ό­λη τη ζω­ή.

Ό­μως το πνεύ­μα, ό­ταν δεν έ­χει α­πό πού να κρα­τη­θεί, χά­νε­ται σε μια πο­ρεί­α χω­ρίς προ­ο­ρι­σμό. Ό­ταν δεν τρέ­φε­ται με στό­χους, αι­σθή­μα­τα και ι­δέ­ες, βυ­θί­ζε­ται στην α­νί­α, α­κο­λου­θεί το έν­στι­κτο και στην κα­λύ­τε­ρη εκ­δο­χή, συμ­βι­βά­ζε­ται σε έ­να ρό­λο α­μέ­το­χου πα­ρα­τη­ρη­τή και υ­πο­βι­βά­ζει τη δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα του σε α­πα­σχό­λη­ση και τη δι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα του σε ε­πι­φα­νεια­κούς πλα­τεια­σμούς. Κα­μιά θε­ω­ρί­α ή συμ­βου­λή δεν ε­παρ­κεί για να α­να­τρέ­ψει μια τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση. Τα λό­για μέ­χρι να μορ­φο­ποι­η­θούν σε έρ­γα, χά­νουν τη δύ­να­μη τους. Ο ο­δη­γός «Τολ­μή­στε την Α­γά­πη» ω­στό­σο, σαν μια σύγ­χρο­νη ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δος, εί­ναι πρά­ξη, ά­με­ση ε­φαρ­μο­γή, χω­ρίς χρο­νο­βό­ρες ψυ­χο­δυ­να­μι­κές α­να­λύ­σεις και α­να­δρο­μές. Οι εν­το­λές προ­ά­γουν πα­ράλ­λη­λα δυ­ο ά­ξο­νες. Προ­ο­δευ­τι­κή αύ­ξη­ση των μη­νυ­μά­των και εκ­δη­λώ­σε­ων α­γά­πης και αν­τί­στοι­χα προ­ο­δευ­τι­κή μεί­ω­ση και α­πο­δυ­νά­μω­ση των σω­ρευ­μέ­νων αν­τι­θέ­σε­ων και αν­τι­στά­σε­ων. Ό­χι τό­σο σ’ αυ­τόν που ε­πι­δι­ώ­κεις να πλη­σιά­σεις με τις εκ­δη­λώ­σεις σου, ό­σο σε σέ­να που ε­φαρ­μό­ζεις τις ο­δη­γί­ες. 

Ο Κά­λεμπ μέ­ρα με τη μέ­ρα, ε­νερ­γών­τας προς την κα­τεύ­θυν­ση της Κά­θριν, ε­πη­ρε­ά­ζε­ται α­συ­νεί­δη­τα ο ί­διος, εκ­παι­δεύ­ε­ται στο ν’ α­γα­πά. Πε­ρι­μέ­νει να δει α­πο­τε­λέ­σμα­τα στη συμ­πε­ρι­φο­ρά της Κά­θριν και δεν αν­τι­λαμ­βά­νε­ται τις αλ­λα­γές που γί­νον­ται στον ί­διο. Αρ­γό­τε­ρα θα αν­τι­λη­φθεί, πως οι αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις και ο κό­σμος ο­λό­κλη­ρος μπο­ρούν να αλ­λά­ξουν, μό­νο ό­ταν αλ­λά­ζου­με ε­μείς τον ε­αυ­τό μας. 

[19η μέ­ρα] – “Ε­τοί­μα­σε της μια έκ­πλη­ξη, κά­τι ι­δι­αί­τε­ρο, κά­τι ξε­χω­ρι­στό.”
Έ­να δεί­πνο στο σπί­τι με κε­ριά, με­τά α­πό μια κου­ρα­στι­κή μέ­ρα δου­λειάς, θα εί­ναι ό­τι πρέ­πει. Προ­ε­τοι­μα­σί­ες, κα­λο­στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι με πολ­λή φρον­τί­δα, ζε­στή α­τμό­σφαι­ρα που χα­λα­ρώ­νει, δι­α­κρι­τι­κό η­μί­φως που υ­πό­σχε­ται. Σή­με­ρα, ο Κά­λεμπ συμ­με­τέ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρο στην ε­φαρ­μο­γή των ο­δη­γι­ών. Σκέ­φτε­ται την Κά­θριν, την προ­ο­πτι­κή ε­πα­να­σύν­δε­σης τους. Το μή­νυ­μα του εί­ναι πια ξε­κά­θα­ρο. Η προσ­δο­κί­α του τον κά­νει ν’ α­δη­μο­νεί.
Λά­θος του. Πι­κρή α­πο­γο­ή­τευ­ση και πά­λι. Κα­μιά αν­τα­πό­κρι­ση. Δυ­σπι­στί­α, προ­βλη­μα­τι­σμός, α­πο­μά­κρυν­ση.
Δεν πά­ει άλ­λο. Εί­ναι πε­ριτ­τή πια κά­θε προ­σπά­θεια. Πο­τέ δεν θα ται­ριά­ξουν τις δι­α­φο­ρές τους, σαν α­λά­τι και πι­πέ­ρι, στο ί­διο σετ. Εί­ναι μά­ται­ο να ε­πι­μέ­νει σε μια χα­μέ­νη υ­πό­θε­ση. Δεν υ­πάρ­χει ε­πι­στρο­φή.
Η συ­νάν­τη­ση με τον πα­τέ­ρα του εί­ναι σύν­το­μη και μου­δι­α­σμέ­νη. Λί­γα λό­για.
Η ε­κλε­πτυ­σμέ­νη ψυ­χή του, χω­ρίς θυ­μό α­πό την α­πόρ­ρι­ψη, αλ­λά με πο­λύ πό­νο.

Χρι­στέ μου!
Ε­σω­τε­ρι­κή α­να­ζή­τη­ση, βα­θιά, κά­θε­τη, α­πο­γυ­μνω­μέ­νη α­πό ε­πι­θυ­μί­ες.
Η σκλη­ρή α­λή­θεια α­στρά­φτει ξαφ­νι­κά στο μυα­λό του και τον κα­τα­κε­ραυ­νώ­νει. Σαν α­στρα­πή που φω­τί­ζει τα πάν­τα, χω­ρίς να σβή­νει. Α­να­φέ­ρε­ται στον Χρι­στό ζη­τών­τας βο­ή­θεια, σαν να τη δι­και­ού­ται, σαν να την α­ξί­ζει. Εί­ναι δυ­να­τόν; Για πρώ­τη φο­ρά συ­νει­δη­το­ποι­εί κα­θα­ρά, πως Ε­κεί­νος σταυ­ρώ­θη­κε, θυ­σι­ά­στη­κε γι’ αυ­τόν, ό­χι α­ό­ρι­στα για ό­λους τους αν­θρώ­πους, αλ­λά και γι’ αυ­τόν προ­σω­πι­κά. Και πε­ρι­μέ­νει τό­σα χρό­νια τη δι­κή του αν­τα­πό­κρι­ση. Με υ­πο­μο­νή, α­γα­πών­τας τον πάν­τα. Βο­η­θών­τας τον δι­α­κρι­τι­κά, στορ­γι­κά. Πα­ρα­βλέ­πον­τας την α­δι­α­φο­ρί­α του, την α­πι­στί­α του, την α­μέ­λεια, την α­πόρ­ρι­ψη του. 

Κι ε­κεί­νος τι έ­κα­με για την Κά­θριν; Της ε­τοί­μα­σε έ­να δεί­πνο, της α­γό­ρα­σε λί­γα λου­λού­δια και της φέρ­θη­κε α­νε­κτά για δυ­ο ε­βδο­μά­δες. Και δεν αν­τέ­χει άλ­λο να α­να­μέ­νει την αν­τα­πό­κρι­ση της. Δεν αν­τέ­χει, το να μην την συγ­κι­νεί ο ε­γω­ι­σμός του, να μην τον αγ­κα­λιά­ζει, ε­νώ ξέ­ρει κα­λά πως δεν την α­γά­πη­σε α­λη­θι­νά πο­τέ.
 
Νοι­ώ­θει σαν να δι­α­λύ­θη­κε έ­να θο­λό πέ­πλο που πα­ρα­μόρ­φω­νε την ό­ρα­ση του. Βλέ­πει τον κό­σμο σαν να ‘ναι για πρώ­τη φο­ρά
Αι­σθά­νε­ται ο­λο­κλη­ρω­τι­κά ε­κτε­θει­μέ­νος, συγ­κλο­νι­σμέ­νος α­πό βα­θιά ντρο­πή, που σαν δι­ά­φα­νη μά­σκα κα­λύ­πτει το πρό­σω­πο του.
Δεν έ­χει να αν­τι­με­τω­πί­σει πια τον ε­γω­ι­σμό του, στη σχέ­ση του με την Κά­θριν. Έ­χει να αν­τι­με­τω­πί­σει τη συ­νεί­δη­ση του, στη σχέ­ση του με τον Χρι­στό.

Συ­νε­χί­ζει να α­κο­λου­θεί τις κα­θη­με­ρι­νές ο­δη­γί­ες, έ­χον­τας πια αν­τι­λη­φθεί πως δεν α­πο­βλέ­πει στην αν­τα­πό­κρι­ση της Κά­θριν, αλ­λά για­τί ο ί­διος ο­φεί­λει να προ­σφέ­ρει τα πάν­τα στη σχέ­ση του μα­ζί της, στην α­πο­κα­τά­στα­ση της σχέ­σης του με τον Χρι­στό. 
[23η μέ­ρα] – “Φυ­λά­ξου α­πό πα­ρά­σι­τα που μπαί­νουν α­νά­με­σα σας, στο γά­μο σου, με τη μορ­φή τζό­γου, ναρ­κω­τι­κών και πορ­νο­γρα­φί­ας. Οι γά­μοι σπά­νια ε­πι­βι­ώ­νουν ό­ταν υ­πάρ­χουν πα­ρά­σι­τα.”
Κά­νει κομ­μά­τια τον υ­πο­λο­γι­στή του και την ο­θό­νη και τα πε­τά στα σκου­πί­δια. Με μα­νί­α δι­α­λύ­ει το νο­ση­ρό πα­ρελ­θόν, σβή­νει μια δι­α­φυ­γή ντρο­πής α­π’ τη ζω­ή του. Δεν έ­χει α­νάγ­κη πια μια ει­κο­νι­κή χα­ρά. Έ­χει να δι­εκ­δι­κή­σει την α­γά­πη της γυ­ναί­κας του.
Της ε­ξο­μο­λο­γεί­ται τη με­τα­στρο­φή του, τη λύ­πη του, της ζη­τά συγ­γνώ­μη, πα­ρα­δέ­χε­ται πως α­γα­πού­σε άλ­λα πράγ­μα­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κεί­νη.
Η Κά­θριν δυ­σκο­λεύ­ε­ται να αν­τι­λη­φθεί τι του συμ­βαί­νει, να τον πι­στέ­ψει. Η κλο­νι­σμέ­νη εμ­πι­στο­σύ­νη της εί­ναι δύ­σκο­λο να ξα­να­χτι­στεί. Τον Κά­λεμπ, δεν τον α­πα­σχο­λούν ό­μως οι αν­τι­δρά­σεις της. Νοι­ώ­θει τον Χρι­στό στην καρ­διά του και Τον βλέ­πει στα μά­τια της κά­θε φο­ρά που ε­κεί­νη τον κοι­τά­ζει.

Η εμ­πι­στο­σύ­νη της θα α­πο­κα­τα­στα­θεί τε­λι­κά, ό­ταν μά­θει τυ­χαί­α τη θυ­σί­α που έ­κα­με γι’ αυ­τήν κρυ­φά ο Κά­λεμπ, δί­νον­τας ό­λα τα χρή­μα­τα που μά­ζευ­ε α­πό και­ρό, για να βο­η­θη­θεί η μη­τέ­ρα τη­ς  στο Νο­σο­κο­μεί­ο. Θα τρέ­ξει κον­τά του και θα πέ­σει α­νε­πι­φύ­λα­κτα στην αγ­κα­λιά του. Μια θυ­σί­α, πάν­το­τε φέ­ρει καρ­πούς.

Το ό­νει­ρο του Κά­λεμπ, να α­γο­ρά­σει έ­να α­λι­ευ­τι­κό σκά­φος, δεν θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί πο­τέ. Εί­ναι η δι­κή του μι­κρή, ε­λά­χι­στη ευ­χα­ρι­στια­κή προ­σφο­ρά στον Χρι­στό, μέ­σω της Κά­θριν και νοι­ώ­θει για πρώ­τη φο­ρά στην καρ­διά του α­λη­θι­νή ευ­τυ­χί­α.

Ό­πως γρά­φει ο Χρή­στος Γι­αν­να­ράς στο Σχό­λιο του στο Ά­σμα Α­σμά­των, «Α­γά­πη ση­μαί­νει να πα­ραι­τεί­σαι α­πό την α­παί­τη­ση της ζω­ής, για χά­ρη της ζω­ής του Άλ­λου. Να ζεις στο μέ­τρο που δί­νε­σαι, για να δε­χθείς την αυ­το­προ­σφο­ρά του Άλ­λου. Ό­χι να υ­πάρ­χεις και ε­πι­πλέ­ον να α­γα­πάς. Αλ­λά να υ­πάρ­χεις, μό­νο ε­πει­δή α­γα­πάς και στο μέ­τρο που α­γα­πάς.»

Για­τί ο Άλ­λος, εί­ναι για σέ­να η Α­γά­πη, για­τί η Α­γά­πη εί­ναι ο Χρι­στός, για­τί Του το ο­φεί­λεις να α­γα­πάς, να τι­μάς, να σέ­βε­σαι και να θυ­σι­ά­ζε­σαι για τη γυ­ναί­κα σου, ό­πως ε­κεί­νη εί­ναι, ό­πως σου φέ­ρε­ται, ό­σο λί­γο κι αν νο­μί­ζεις πως σ’ α­γα­πά, ό­πως κι αν σε αν­τι­με­τω­πί­ζει. Για­τί η σχέ­ση σου, η κοι­νω­νί­α σου με τον Άλ­λο, εί­ναι το μέ­τρο της κοι­νω­νί­ας, της σχέ­σης σου με τον Χρι­στό. 


Μ. Ψ.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Like Dandelion Dust [ΗΠΑ – 2009]






Σε μια υ­πό­θε­ση υι­ο­θε­σί­ας, ό­που οι φυ­σι­κοί γο­νείς δι­εκ­δι­κούν με­τά α­πό ε­πτά χρό­νια α­πό τους θε­τούς, την ε­πι­στρο­φή του υι­ο­θε­τη­μέ­νου παι­διού τους, η ζω­ή ό­λων α­να­στα­τώ­νε­ται και α­να­πό­φευ­κτα δη­μι­ουρ­γούν­ται προ­βλή­μα­τα και δυ­σα­ρέ­σκει­ες. Πα­ράλ­λη­λα ό­μως πα­ρου­σι­ά­ζον­ται και αν­τί­στοι­χες ευ­και­ρί­ες, για να γνω­ρί­σει ο κα­θέ­νας κα­λύ­τε­ρα τον ε­αυ­τό του και να αν­τι­λη­φθεί, πως τί­πο­τα στη ζω­ή δεν εί­ναι δε­δο­μέ­νο.  

H ται­νί­α, σκη­νο­θε­τη­μέ­νη α­πό τον Jon Gunn και βα­σι­σμέ­νη σε μυ­θι­στό­ρη­μα της Karen Kingsbury, κρα­τά α­μεί­ω­το το εν­δι­α­φέ­ρον του θε­α­τή, ε­στι­ά­ζον­τας στους χα­ρα­κτή­ρες των δυ­ο ζευ­γα­ρι­ών γο­νέ­ων που ζουν σε εν­τε­λώς δι­α­φο­ρε­τι­κούς κό­σμους.
Ό­σο α­νό­μοι­ες κι αν εί­ναι ό­μως οι συν­θή­κες της ζω­ής τους, οι ελ­πί­δες, τα ό­νει­ρα και οι ε­νέρ­γει­ες τους ε­πι­κεν­τρώ­νον­ται στον ί­διο στό­χο.



Ο Τζακ Κάμ­πελ [Cole Hauser] με τη γυ­ναί­κα του Μόλ­λυ [Kate Levering] και τον γιο τους Τζό­ι [Maxwell Perry Cotton], α­πο­τε­λούν μια ευ­τυ­χι­σμέ­νη οι­κο­γέ­νεια. Το παι­δί με­γα­λώ­νει σε έ­να πε­ρι­βάλ­λον υ­γεί­ας, χα­ράς και ευ­η­με­ρί­ας. 
Η Μό­λυ, εί­ναι μια μη­τέ­ρα ι­δι­αί­τε­ρα δο­τι­κή και τρυ­φε­ρή στην α­γά­πη της.  
Ο Τζακ, έ­να «ι­δα­νι­κό» πρό­τυ­πο πα­τέ­ρα, με σω­στή συμ­πε­ρι­φο­ρά α­πέ­ναν­τι στο γιο του και με την αυ­το­πε­ποί­θη­ση που του πα­ρέ­χει η οι­κο­νο­μι­κή του ά­νε­ση. Η ά­νε­ση αυ­τή τον κά­νει να υ­πο­τι­μά κά­πο­τε τα αι­σθή­μα­τα και τις προ­θέ­σεις των λι­γό­τε­ρο προ­νο­μι­ού­χων α­πό κεί­νον, έ­χει την τι­μι­ό­τη­τα ό­μως ό­ταν αν­τι­λη­φθεί τα λά­θη του, να ζη­τή­σει συγ­γνώ­μη και την ο­ξυ­δέρ­κεια, να δι­δά­ξει με α­πλό­τη­τα στο γιο του κά­ποι­ες βα­σι­κές α­λή­θει­ες της ζω­ής, που θα α­πο­κα­τα­στή­σουν την ψυ­χο­λο­γι­κή του ι­σορ­ρο­πί­α.

Ξαφ­νι­κά πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μια δι­α­φο­ρε­τι­κή εκ­δο­χή στη ζω­ής τους.
Ο Τζό­ι που εί­ναι το υι­ο­θε­τη­μέ­νο παι­δί, με α­πό­φα­ση του Δι­κα­στη­ρί­ου θα πρέ­πει να α­πο­δο­θεί στους Πόρ­τερ, τους φυ­σι­κούς γο­νείς του. Η υι­ο­θε­σί­α θε­ω­ρή­θη­κε ά­κυ­ρη, για­τί ο πα­τέ­ρας του παι­διού δεν ή­ταν ε­νή­με­ρος των ε­νερ­γει­ών της συ­ζύ­γου του. Ό­λα ξε­κί­νη­σαν ό­ταν η μη­τέ­ρα του, τον έ­φε­ρε α­πελ­πι­σμέ­νη στον κό­σμο, ε­νώ ο αλ­κο­ο­λι­κός άν­δρας της βρι­σκό­ταν ή­δη στη φυ­λα­κή για ε­πτά χρό­νια, με­τά α­πό δι­κή της κα­ταγ­γε­λί­α για βι­αι­ο­πρα­γί­α.
Η ευ­τυ­χί­α φυ­σι­κά, πο­τέ δεν εί­ναι στα­θε­ρή στον κό­σμο μας και τί­πο­τα δεν ε­ξαρ­τά­ται μό­νο α­πό τις δυ­να­τό­τη­τες μας.         

Η έν­τα­ση έ­χει τη δι­κή της έκ­φρα­ση. Οι δι­α­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις ε­πη­ρε­ά­ζον­ται και οι αν­τι­δρά­σεις α­κο­λου­θούν α­νε­ξέ­λεγ­κτες δυ­να­μι­κές, ό­ταν θί­γον­ται τα αι­σθή­μα­τα και πα­ρα­κάμ­πτον­ται οι ε­πι­θυ­μί­ες. 
Η ι­δι­ο­μορ­φί­α των χα­ρα­κτή­ρων, ε­ξαν­τλεί­ται μέ­σα στην ί­δια τη ζω­ή, που με τους δι­κούς της ρυθ­μούς συμ­πα­ρα­σύ­ρει τις προ­θέ­σεις και τους σχε­δια­σμούς. Ω­στό­σο πα­ρα­μέ­νει στα­θε­ρή στη συ­νεί­δη­ση ό­λων και κοι­νή α­ξί­α, η α­γά­πη για το παι­δί,         που η πα­ρου­σί­α του εί­χε γε­μί­σει με φως τη ζω­ή των θε­τών γο­νι­ών του και η α­που­σί­α του, με προσ­δο­κί­α τη ζω­ή των φυ­σι­κών του γο­νι­ών.
                                                                             
Η α­γά­πη ό­μως βι­ώ­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά α­πό τον κα­θέ­να και εκ­φρά­ζε­ται ε­πί­σης δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ο μι­κρός Τζό­ι θα εί­ναι ο τε­λι­κός α­πο­δέ­κτης. Έ­νας α­πο­δέ­κτης, που σαν ε­λεύ­θε­ρη προ­σω­πι­κό­τη­τα έ­χει κι αυ­τός τα δι­κά του αι­σθή­μα­τα Αν και φαι­νο­με­νι­κά τί­πο­τα δεν ε­ξαρ­τά­ται α­πό κεί­νον, ί­σως εί­ναι αυ­τός που θα δώ­σει την τε­λι­κή λύ­ση, με την εμ­πι­στο­σύ­νη της α­θω­ό­τη­τας του.

Ο Τζό­ι πρέ­πει να κά­νει τρεις ε­βδο­μα­δια­ίες ε­πι­σκέ­ψεις προ­σαρ­μο­γής στους φυ­σι­κούς του γο­νείς, με τη συ­νο­δεί­α και ε­πο­πτεί­α Κοι­νω­νι­κής Λει­τουρ­γού, προ­τού μά­θει την α­λή­θεια. Οι υ­πο­χρε­ω­τι­κές αυ­τές ε­πι­σκέ­ψεις σε μια «φι­λι­κή οι­κο­γέ­νεια», μα­κριά α­πό τους δι­κούς του, εί­ναι για το παι­δί και α­κα­τα­νό­η­τες και σκλη­ρές. Ο Νό­μος ω­στό­σο, έ­χει τη δι­κή του λο­γι­κή.

Ο Ριπ Πόρ­τερ [Parry Pepper], βγαί­νον­τας α­πό τη φυ­λα­κή, εί­χε πά­ρει την α­πό­φα­ση να αλ­λά­ξει ζω­ή. Ό­ταν μα­θαί­νει την ύ­παρ­ξη του Τζό­ι, η α­πό­φα­ση του ε­δραι­ώ­νε­ται. Α­πό την πρώ­τη συ­νάν­τη­ση μα­ζί του, χτί­ζει βή­μα-βή­μα με­τα­ξύ τους μια φι­λι­κή σχέ­ση εμ­πι­στο­σύ­νης, ε­νώ ό­μως ό­λα πη­γαί­νουν κα­λά, η ι­κα­νο­ποί­η­ση που αν­τλεί α­πό το και­νούρ­γιο του πρό­σω­πο, αμ­βλύ­νει την ε­γρή­γορ­ση του και το στρες του εγ­χει­ρή­μα­τος του, μει­ώ­νει τις αν­τι­στά­σεις του. Η αυ­το­πε­ποί­θη­ση του κλο­νί­ζε­ται. Πάν­τα βρί­σκε­ται μια α­φορ­μή. Μπο­ρεί να ή­ταν τα ε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια που του πρό­σφε­ρε ο Κάμ­πελ, για να πα­ραι­τη­θεί α­πό τη δι­εκ­δί­κη­ση του παι­διού. Θα μπο­ρού­σε να εί­ναι ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο.

Η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­στά­θεια που πα­ρα­μέ­νει α­κά­λυ­πτη, α­κό­μα κι ό­ταν η ε­ξάρ­τη­ση φαί­νε­ται πως έ­χει ξε­πε­ρα­στεί, α­πλώς πε­ρι­μέ­νει την ευ­και­ρί­α της. Μό­λις αυ­τή υ­πάρ­ξει, ξυ­πνά αιφ­νί­δια η ε­πι­τα­κτι­κή α­νάγ­κη για φυ­γή και η τυ­φλή ε­πι­στρο­φή στη γνώ­ρι­μη συ­νή­θεια, εί­ναι η μό­νη δι­έ­ξο­δος. Ό­λες οι α­πο­φά­σεις πα­ρα­με­ρί­ζον­ται, η σω­μα­τι­κή μνή­μη ε­πα­νέρ­χε­ται πα­νί­σχυ­ρη και η ε­πι­θυ­μί­α γί­νε­ται πι­ε­στι­κή. Το ε­σω­τε­ρι­κό κε­νό, κα­τα­πί­νει το θύ­μα του χω­ρίς οί­κτο και δι­σταγ­μό. Το μο­νο­πά­τι της αυ­το­κα­τα­στρο­φής εί­ναι οι­κεί­ο. Λή­θη, α­πό­συρ­ση, η­δο­νι­κή χα­λά­ρω­ση α­πό την έν­τα­ση και δαι­μο­νι­κή αί­σθη­ση αυ­τάρ­κειας. Πως μπο­ρεί κα­νείς να ξε­φύ­γει α­πό έ­ναν τέ­τοι­ο κλοι­ό α­βο­ή­θη­τος;
Το πά­θος πο­λε­μι­έ­ται με ι­σχυ­ρή βού­λη­ση, σθέ­νος κι ε­πι­μο­νή, αλ­λά νι­κι­έ­ται ο­ρι­στι­κά μό­νο με τη βο­ή­θεια του Θε­ού. Για­τί μό­νο Ε­κεί­νος, μπο­ρεί κα­λύ­ψει το κε­νό της έλ­λει­ψης Του.

Το ε­νέρ­γεια του αλ­κο­όλ με­τα­φέ­ρει τον Ριπ ε­πτά χρό­νια πί­σω, στην ί­δια ο­μί­χλη μι­ζέ­ριας κι ε­γω­ι­σμού, που τον εί­χε ο­δη­γή­σει στη φυ­λα­κή. Ο α­λα­ζο­νι­κός ε­αυ­τός του α­να­βι­ώ­νει και θο­λω­μέ­νος δι­εκ­δι­κεί ά­με­σα, ό­σα πι­στεύ­ει πως δι­και­ού­ται και έ­χει στε­ρη­θεί. Ο μι­κρός Τζό­ι παίρ­νει μια γεύ­ση α­δι­και­ο­λό­γη­τα βί­αι­ης συμ­πε­ρι­φο­ράς, που τον α­να­δι­πλώ­νει στον ε­αυ­τό του.

Η Γου­έν­τι Πόρ­τερ [Mira Sorvino – Ό­σκαρ β' Γυ­ναι­κεί­ου Ρό­λου στο Mighty Aphrodite, 1995], βλέ­πει το παι­δί της α­πο­τρα­βηγ­μέ­νο, δυ­στυ­χι­σμέ­νο κι εγ­κλω­βι­σμέ­νο σε μια δί­νη, α­δύ­να­μο να αν­τι­δρά­σει. Τι πα­ρη­γο­ριά μπο­ρεί να του δώ­σει, πως μπο­ρεί να το πλη­σιά­σει με­τά α­πό τό­σα χρό­νια α­που­σί­ας; Αυ­θόρ­μη­τα του προ­σφέ­ρει μια μι­κρή δι­έ­ξο­δο, μια προ­ο­πτι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­σης. Κό­βει και του δί­νει μια πι­κρα­λί­δα, για να κά­μει μια ευ­χή σκορ­πί­ζον­τας την. Τον πα­ρα­κο­λου­θεί ή­ρε­μη, γνω­ρί­ζον­τας κα­λά ποι­α θα εί­ναι η ευ­χή του. Εί­ναι η κεν­τρι­κή σκη­νή ό­λου του έρ­γου.

Συ­νή­θως, η α­λή­θεια βρί­σκε­ται βα­θύ­τε­ρα α­πό την ε­πι­φά­νεια της πρώ­της εν­τύ­πω­σης. Η νο­ε­ρή ευ­χή του Τζό­ι, μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί σαν δει­σι­δαι­μο­νί­α ή σαν έ­να α­πλό παι­χνί­δι. Και αν η ευ­χή τε­λι­κά πραγ­μα­το­ποι­η­θεί, να α­πο­δο­θεί στην «τύ­χη» ή να χα­ρα­κτη­ρι­στεί σαν «σύμ­πτω­ση». Ό­μως η ευ­χή που βγαί­νει μέ­σα α­πό τα βά­θη μιας α­γνής καρ­διάς, εί­ναι πί­στη και η πί­στη εί­ναι η δύ­να­μη της πραγ­μά­τω­σης. Η «α­πό­λυ­τη αυ­τή στιγ­μή» ή­ταν γε­μά­τη α­πό α­γά­πη, α­γά­πη που άγ­γι­ζε τα ό­ρια της θυ­σί­ας και ό­που υ­πάρ­χει τέ­τοι­α α­γά­πη, εί­ναι αι­σθη­τή η πα­ρου­σί­α του Θε­ού.

Ό­λα τώ­ρα θα α­κο­λου­θή­σουν έ­να νέ­ο δρό­μο. Οι Κάμ­πελ α­πο­φα­σί­ζουν να πά­ρουν την υ­πό­θε­ση στα χέ­ρια τους, αλ­λά θα κα­τα­λά­βουν σύν­το­μα πως εί­ναι μά­ται­ο να εκ­βιά­ζουν τις κα­τα­στά­σεις. Οι Πόρ­τερ θα ε­κτι­μή­σουν με κα­θα­ρό­τε­ρο βλέμ­μα τα γε­γο­νό­τα και θα ξε­κι­νή­σουν πά­λι τη ζω­ή τους, με στα­θε­ρό­τε­ρες βά­σεις.
Ό­ταν με­τέ­χου­με στη ζω­ή χω­ρίς έ­παρ­ση, τό­τε ό­λα γί­νον­ται α­πλά και αυ­το­νό­η­τα. Παύ­ου­με να ψά­χνου­με για λύ­σεις στα προ­βλή­μα­τα μας, ό­ταν πά­ψου­με να τα βλέ­που­με σαν α­νε­πι­θύ­μη­τες κα­τα­στά­σεις και α­πο­σύ­ρου­με την α­γω­νί­α μας α­π’ αυ­τά. Η εμ­πι­στο­σύ­νη στον Θε­ό και η α­πο­δο­χή των δώ­ρων του, εί­τε τα κα­τα­νο­ού­με εί­τε ό­χι, θα γε­μί­σουν το κε­νό της καρ­διάς μας.

Χω­ρίς να γί­νε­ται σε ό­λη τη διά­ρκεια της ται­νί­ας κα­μί­α ά­με­ση α­να­φο­ρά στον Θε­ό, εί­ναι δι­ά­χυ­τη μια αί­σθη­ση πλη­ρό­τη­τας, που τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται κλι­μα­κω­τά με την ε­ξέ­λι­ξη του έρ­γου και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται στη συ­νεί­δη­ση του θε­α­τή, ό­ταν ό­λες οι ε­πι­μέ­ρους σκη­νές θα πά­ρουν τη συγ­κε­κρι­μέ­νη θέ­ση τους στο σκη­νο­θε­τι­κό παζλ και θα το συμ­πλη­ρώ­σουν αρ­μο­νι­κά. Άλ­λω­στε εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των θε­ϊ­κών ε­νερ­γει­ών και ε­πεμ­βά­σε­ων, η α­θό­ρυ­βη και ή­ρε­μη α­να­τρο­πή των λο­γι­κών και δι­α­φαι­νό­με­νων προ­ο­πτι­κών, τό­σο που ό­ποι­ος δεν έ­χει την ευ­αι­σθη­σί­α να βλέ­πει την καρ­διά των πραγ­μά­των, χά­νει την ου­σί­α της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ο θε­α­τής χω­ρίς κα­μιά προ­τρο­πή, α­φή­νε­ται α­νε­πη­ρέ­α­στος να α­πο­κο­μί­σει ό,τι μπο­ρεί α­πό την ι­στο­ρί­α αυ­τή.

Η Κοι­νω­νι­κή Λει­τουρ­γός κυ­ρί­α Μπό­ου­ερ, δί­νει στο έρ­γο μια αι­σι­ό­δο­ξη πι­νε­λιά, με τον γε­μά­το αν­θρω­πιά ε­παγ­γελ­μα­τι­σμό της, που ε­ξευ­γε­νί­ζει την έν­νοι­α του κα­θή­κον­τος. Σαν κα­τα­λύ­της ε­ξο­μα­λύ­νει τις αν­τί­ξο­ες κα­τα­στά­σεις και με­τα­τρέ­πει σε πρά­ξη τις ευ­χές και σε γέ­φυ­ρες τις αν­τι­θέ­σεις.

Η α­δελ­φή της Μό­λυ Κάμ­πελ, Μπεθ και ο σύ­ζυ­γος της Μπιλ συμ­πλη­ρώ­νουν τις χα­ρα­κτη­ρι­ο­λο­γι­κές αν­τι­θέ­σεις των ζευ­γα­ρι­ών της ται­νί­ας. Ο Μπιλ, ε­πι­φα­νεια­κά α­δι­ά­φο­ρος, εκ­πέμ­πει στα­θε­ρό­τη­τα, κα­λο­σύ­νη και κα­τα­νό­η­ση, ε­νώ η Μπεθ, μέ­σα α­πό έ­να στε­νό θρη­σκευ­τι­κό ο­πτι­κό πε­δί­ο, ερ­μη­νεύ­ει το θέ­λη­μα του Θε­ού και θε­ω­ρεί κα­θή­κον της να ε­πέμ­βει στις ε­ξε­λί­ξεις. Μπο­ρεί ό­μως κα­νείς να ει­κά­ζει τα σχέ­δια του Θε­ού και να προ­δι­κά­ζει το μέλ­λον; Εί­ναι δυ­να­τόν να γί­νουν αν­τι­λη­πτοί α­πό τον άν­θρω­πο, οι τρό­ποι που ε­νερ­γεί ο Θε­ός;

Ε­νώ εί­ναι α­κα­τά­λη­πτος στη ου­σί­α Του, την ί­δια στιγ­μή εί­ναι α­πλός και προ­ση­νής, προ­σφε­ρό­με­νος στην ε­λά­χι­στη ει­λι­κρι­νή μας ε­πί­κλη­ση. Δι­ευ­θε­τεί τα πάν­τα κα­τά την οι­κο­νο­μί­α Του, αν­τι­με­τω­πί­ζει με ά­πει­ρη υ­πο­μο­νή και ε­πι­εί­κεια την ε­πι­πο­λαι­ό­τη­τα των παι­δι­ών Του και βέ­βαι­α, βρί­σκε­ται παν­τού. Ο μι­κρός Τζό­ι, Τον συ­νάν­τη­σε στην καρ­διά της δαν­τε­λω­τής πι­κρα­λί­δας. Με έ­να φύ­ση­μα τη σκόρ­πι­σε σαν σκό­νη στον α­έ­ρα μα­ζί με τις αν­τί­ξο­ες δυ­νά­μεις και η τρο­μαγ­μέ­νη α­νά­σα του με την ευ­χή του, άγ­γι­ξαν τον Θε­ό που κρυ­βό­ταν κι ε­κεί, στο μι­κρό, εύ­θραυ­στο κι α­νε­κτί­μη­το αυ­τό δώ­ρο της πο­νε­μέ­νης μη­τέ­ρας του και ό­λα πή­ραν τη θέ­ση που έ­πρε­πε στη ζω­ή του. 

Μ. Ψ.