Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

HAEVNEN (2010)


  Δύο παράλληλες ιστορίες, με κοινό πρωταγωνιστή, μία στην σπαρασσόμενη από εμφυλίους και αρρώστιες Αφρική και μία στην ευημερούσα και πνιγμάνη στην κατάθλιψη Δανία, όπου η βία λειτουργεί υπόγεια. Μία σπουδαία σκηνοθέτις, η Susanne Bier, πολύ αγαπητή μας ήδη από τις εξαιρετικές και βραβευμένες ταινίες Open Hearts (2002), Brothers (2004), After the Wedding (2006), Things we lost in fire (2007) και βέβαια την ταινία που παρουσιάζουμε,  το Haevnen (Αγγλικός τίτλος In a better world,  ελληνικός, Ίσως αύριο), το οποίο δικαίως  πήρε Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας το 2010. Μαζί, ένα θαυμάσιο κάστ με τον Mikael Persbrandt, Ulrich Thomsen (Brothers, Arven, Adams Applen), Τrine Dyrholm (DeUsynlige), μαζι με δύο εξαιρετικά σέ απόδοση παιδιά.

 

 ο καλογραμμένο σενάριο από τον "πολύ" Anders Thomas Jensen (43 σενάρια), σκηνοθέτη 6 ταινιών, μεταξύ των οποίων "Τα μήλα του Αδάμ" αι το "Μετά τον Γάμο", η θαυμάσια φωτογραφία και η μουσική επένδυση συμπληρώνουν ένα όμορφο δημιούργημα που ανεβάζει ακόμα περισσότερο την Bier στην εκτίμησή μας. Ο Δανέζικος κινηματογράφος που δικαίως είναι στις δόξες του  μετά από τόσες καλές ταινίες τα τελευταία χρόνια, μας κάνει να μελαγχολούμε λίγο. Γιατί η Δανία των 4.000.000. κατοίκων έχει παραγωγή καλού και συνάμα ανθρωποκεντρικού κινηματογράφου, ενώ στην Ελλάδα όπου δόθηκαν τόσα πολλά χρήματα από το Κέντρο κινηματογράφου, προχωρήσαμε από τις ταινίες που "οδηγήσαν μια γενιά στα πιό βαθιά χασμουρητά" όπως λέει ο Σαββόπουλος, στις σεξοκωμωδίες τα τελευταία χρόνια; Την απάντηση την ξέρουμε, γιατί την βλέπουμε καθημερινά γύρω μας...


ΥΓ: Μην δώσετε σημασία σε κάτι διαδικτυακές κριτικές που μιλούν για εμπορική ταινία. Αγνοήστε της επιδεικτικά...


Τρίτη 31 Μαΐου 2011

DeUsynlige (2008)

 
 
Το DeUsynlige (Troubled water, 2008), είναι μια ταινία με δυνατό σασπένς και συνάμα  θεολογικό προβληματισμό. Ο Νορβηγός σκηνοθέτης Eric Poppe σε συνεργασία μέ τον συγγραφέα καί σεναριογράφο Harald Rosenlow - Eeg, δημιούργησαν μία συγκλονιστική ταινία. Πρωταγωνιστούν, ο Pal Sverre Hagen, η Ellen Peterson και η σπουδαία Σουηδή ηθοποιός Trine Dyrholm (είχε τον πρώτο ρόλο στο Haevnen που κέρδισε φέτος το Όσκαρ ξενόγλωσσης τιaνίας και το οποίο θα παρουσιάσουμε σύντομα). 

Τό θέμα: Μετά από 12 χρόνια στην φυλακή για τον μυστηριώδη φόνο ενός παιδιού, o μουσικός Jan Thomas αποφυλακίζεται λόγω καλής διαγωγής και ο ιερέας της φυλακής τον συστήνει για οργανίστα σε μία ενορία της πόλης. Εκεί ο καλός πάστορας θα τον προσλάβει και θα τον βοηθήσει, παρά το παρελθόν του και θα προσπαθήσει να του δώσει μία δεύτερη ευκαιρία στην ζωή και  να τον οδηγήσει στην μετάνοια. Στό ναό υπηρετεί και μία νεαρή παστόρισσα, αναγεννημένη Χριστιανή και ανύπαντρη μητέρα πού το μικρό της παιδάκι συμπαθεί ιδιαίτερα τον μουσικό. Κυνηγημένος από τις τύψεις του θα δεθεί με το παιδί και θα συμπαθήσει την παστόρισσα. 
΄Ομως, οι γονείς του δολοφονημένου παιδιού θα μάθουν πως ο φονιάς αποφυλακίστηκε και εργάζεται στην Εκκλησία και θα προσπαθήσουν να πείσουν τον ιερέα να τον διώξει, αλλά και να μάθουν πως πέθανε το παιδί τους. Η εξέλιξη της ταινίας είναι συναρπαστική και ο τρόπος που το μοντάζ τεμαχίζει χρονικά την αφήγηση μας δημιουργεί πρόσθετη ένταση. Μέχρι το σπουδαίο φινάλε, το δράμα κορυφώνεται και το ερώτημα για το αν μπορεί να μετανοήσει ο άνθρωπος, και βέβαια να συγχωρήσει, βρίσκει την απάντησή του. Ένα ακόμα θετικό της ταινίας, είναι η σπουδαία μουσική που συνοδεύει την εικόνα. Δεν υπάρχει στα βιντεοκλάμπ, αλλά ξέρετε που θα την βρείτε. Αξίζει να ψάξετε...

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Doubt [Αμφιβολία, Η. Π. Α. – 2008]

Το " Doubt"  προβλήθηκε στην Ελλάδα πριν 3 χρόνια με επιτυχία. 
 Την υπενθυμίζουμε με μια αναλυτική κριτική που διαβάζεται με ενδιαφέρον,
ακόμα κι αν δεν έχετε δει την ταινία.

Ευχαριστούμε ακόμα μία φορά τον ψυχίατρο - φιλμοκριτικό(!)
αδελφό μας Μ.Ψ. για την συνεργασία του...

 Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου και  πολυβραβευμένου θεατρικού έργου του John Patrick Shanley [με βραβείο Pulitzer και έξι ακόμα διακρίσεις], που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Αμερική. Ο ίδιος ο συγγραφέας, δούλεψε επάξια το σενάριο και σκηνοθέτησε την ταινία.

 
Η θεατρική ατμόσφαιρα που περιβάλλει το έργο και οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, εισδύουν αθόρυβα στη συνείδηση του θεατή που απολαμβάνει τις συγκινησιακές δονήσεις των κύριων προσώπων του [τέσσερις υποψηφιότητες για Oscar] τόσο, όσο και την ταυτόχρονη αντήχηση που προκαλούν αυτές στην ψυχή του.
Τα πρόσωπα που δεν εκφράζουν πάντοτε τις πραγματικές θέσεις τους, τα ερωτηματικά που ακολουθούν μοιραία τις αβάσιμες ή όχι υποψίες και παραμένουν μετέωρα, οι απαντήσεις που δεν δίνονται ποτέ και πάνω απ’ όλα τα ψυχολογικά δυναμικά που ασυνείδητα προσδιορίζουν τις πράξεις, αποτελούν πρόκληση για προσέγγιση.

Το 1964, στο καθολικό σχολείο του Αγίου Νικολάου στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, εγγράφεται για πρώτη φορά ένας μαύρος μαθητής, ο Ντόναλντ Μίλερ. Το απλό αυτό γεγονός και η φιλική αντιμετώπιση του ιερέα Φλιν [Philip Seymour Hoffman] στο παιδί (που αισθάνεται εχθρικό το νέο του περιβάλλον και έχει ανάγκη τη διακριτική στοργή του ιερέα για να προσαρμοστεί), δίνει την ευκαιρία στη Διευθύντρια του σχολείου, την αυστηρή Αδελφή Αλοΐσιους [Meryl Streep] να αντιτεθεί στις παιδαγωγικές και ποιμαντικές απόψεις του ιερέα, επικεντρώνοντας την καχυποψία της στη σχέση του αυτή με τον μαθητή και να επιδιώξει την απομάκρυνση του από το σχολείο και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

 
Στην τάξη του Ντόναλντ διδάσκει η απλή και ευσυνείδητη νεαρή μοναχή Αδελφή Τζέιμς [Amy Adams], που με τη διάφανη ηρεμία της προσφέρει στους μικρούς μαθητές της πολλά περισσότερα, πέρα από τις γνώσεις των μαθημάτων τους.  
Τόσο το σχολείο όσο κυρίως η νεαρή δασκάλα, είναι βιωματικές εικόνες του συγγραφέα, απ’ όταν σαν εξάχρονο παιδάκι πήγαινε στο σχολείο του Αγίου Αντωνίου στο Μπρονξ και είχε σαν πρώτη του δασκάλα μια μοναχή, το πρότυπο της Αδελφής Τζέιμς. Βαθιά επηρεασμένος από τη γαλήνια προσωπικότητα της δασκάλας του, πολλά χρόνια αργότερα τη μεταφέρει αυτούσια όπως την είχε εισπράξει, στο θεατρικό του έργο και στο σενάριο της ταινίας.
Τα παιδιά διαθέτουν ειδικό κριτικό αισθητήριο και ηθική καθαρή, ανεπηρέαστη από σκοπιμότητα, ορθολογισμό και συμβιβασμούς. Δεν κρίνουν το κακό γύρω τους γιατί δεν έχουν τα ίδια κακία. Επειδή είναι αθώα, αναγνωρίζουν αμέσως την αθωότητα. Κρίνουν κι’ εκτιμούν με τον τρόπο τους κάθε τι καλό, ζεσταίνονται από την τρυφερότητα, κοινωνούν με την αμεσότητα της αγάπης. Μπορούν να δουν πράγματα που οι έμπειροι μεγάλοι δεν βλέπουν και μια καλή δασκάλα με την παρουσία της, το παράδειγμα της και τον λόγο της μπορεί να μεταδώσει στους μαθητές της την ικανότητα να διατηρήσουν ζωντανή στην καρδιά τους την παιδικότητα τους, ώστε να αναγνωρίζουν σε όλη τους τη ζωή, όπου και όποτε τις συναντήσουν, την αθωότητα και την αγάπη. 


 Η Αδελφή Αλοΐσιους ωστόσο, δεν θυμάται να υπήρξε ποτέ παιδί. Στο χαρακτήρα της Αδελφής Τζέιμς διακρίνει μόνο απειρία και ευπιστία, στοιχεία που με κατάλληλους χειρισμούς μπορούν να της φανούν χρήσιμα για τους σκοπούς της, τη διατήρηση σκληρής πειθαρχίας στο σχολείο και την παρακολούθηση των κινήσεων του πατέρα Φλιν. Έτσι, μια απλή αναφορά της Αδελφής Τζέιμς στην ιδιαίτερη αντιμετώπιση που έχει ο μικρός Ντόναλντ από τον ιερέα και μια δεύτερη πληροφορία χωρίς ουσία επίσης, αποτελούν για την Αδελφή Αλοΐσιους τη μοιραία, απαραίτητη μαρτυρία για να τον κατηγορήσει ανοικτά και να ζητήσει την αποπομπή του.
Η έκφραση του λόγου, έχει τη δύναμη να δίνει νόημα στις λέξεις και μορφή στα νοήματα, μπορεί όμως να δώσει και υπόσταση στις υποψίες.  
Χωρίς καμιά απόδειξη ή έστω κάποιες σοβαρές ενδείξεις που ίσως θα στήριζαν μια τόσο σοβαρή κατηγορία, ο πατέρας Φλιν καλείται να σηκώσει το βάρος της δοκιμασίας του.
Ο συνειδητοποιημένος ιερέας δεν καταφέρεται εναντίον εκείνων που τον κατηγορούν άδικα, αλλά στρέφεται προς τον Κύριο και με αγώνα εσωτερικό δίνει μάχη ταπείνωσης. Σχεδόν πάντοτε ο ιερέας κρίνεται αυστηρά από τον κόσμο και ιδιαίτερα όταν δεν αντιδρά με την αναμενόμενη (λόγω του σχήματος του) συμπεριφορά. Κι’ αυτό συμβαίνει ίσως, γιατί ο κόσμος επιζητά το πρότυπο στη ζωή του και θέλει τον ιερέα του εμπνευσμένο, ανεπίληπτο, άγιο.
Απόλυτο έλεγχο των πράξεων και των αντιδράσεων του όμως, είχε μόνο ο Χριστός. Και όσο περισσότερο ο καλός ποιμένας ακολουθεί  το παράδειγμα του Χριστού, τόσο πιο βασανιστικά και επιτακτικά προσπαθεί ο διάβολος, να τον παρασύρει δόλια σε συνήθειες και επιθυμίες ή να τον κάμει στόχο κριτικής.
Ο κόσμος εύκολα κρίνει, συγκρίνει και κατακρίνει, αλλά δικαίωμα κρίσεως έχει μόνο ο αναμάρτητος, όχι ο συγκριτικά «καλύτερος» και μάλιστα με εκτίμηση του ιδίου. Οπωσδήποτε σε μια προσωπική σχέση με τον Θεό, δεν μπορεί να υπεισέλθει κανένας τρίτος και ο πατέρας Φλιν, αφήνεται με εμπιστοσύνη στα χέρια Του.


 Ανάλογη εμπιστοσύνη δείχνει για τα προβλήματα της και η μητέρα του μικρού μαθητή Ντόναλντ. Η Viola Davis με την ειλικρίνεια που εκπέμπει στο μικρό ρόλο της, χρωματίζει με συνταρακτική ένταση τη διαφορά ύφους της αγωνίστριας έγχρωμης μάνας στη σκληρή κοινωνία του Μπρονξ, από την αινιγματική Μοναχή-Διευθύντρια του ήρεμου και προστατευμένου περιβάλλοντος του σχολείου.
Η κυρία Μίλερ, γνωρίζει καλά τη θέση της και τις δυνατότητες της. Έχοντας έναν επίσης σκληρό σύζυγο, δέχεται με ευγνωμοσύνη την πατρική στοργή και στήριξη που παρέχει στο γιο της ο ιερέας.
Αρνείται να συνακολουθήσει την καχυποψία της Αδελφής. Μέσα από την καθημερινή κοινωνική πάλη της, διαμόρφωσε χαρακτήρα με σταθερότητα, μετριοπάθεια και ρεαλισμό.  
Και όταν ακόμα η στάση μας παρερμηνεύεται σαν αδιαφορία ή ηθική έκπτωση, οφείλουμε να είμαστε συνεπείς στον εαυτό μας και στις αξίες που πιστεύουμε.


 Η αδελφή Αλοΐσιους θα επιδιώξει κι’ εκείνη να είναι συνεπής με τον εαυτό της. Περιχαρακωμένη στα πλαίσια του μοναχισμού και στη Διεύθυνση του Σχολείου, έχοντας αφιερώσει τη ζωή της  στον Θεό μόλις έμεινε χήρα, κατέφυγε για ασφάλεια στην κάλυψη που της παρείχε ο αυστηρός συντηρητισμός της. Ωστόσο ο εχθρός που την απειλούσε, παρέμεινε μέσα στα τείχη που εκείνη είχε υψώσει. Ο εαυτός της, άγνωστος, ανώριμος και απαιτητικός.
Η ανάγκη της για να ελέγχει τους πάντες γύρω της, δείχνει πόσο ευάλωτη και ανασφαλής ένοιωθε. Είχε ανάγκη την επιδοκιμασία του πατέρα Φλιν, αλλά εκείνος την αγνόησε. Οι διαφορετικές μέθοδοι του ιερέα που απέρριπταν τους δικούς της κανόνες, απετέλεσαν προσωπική απόρριψη και προς την ίδια.
Όχι, εκείνη δεν ζητά, παίρνει αυτό που θέλει και έχει καθήκον να διατηρήσει με κάθε τρόπο, ακέραια την πειθαρχία και την ηθική στο σχολείο της.
Όμως δεν είναι η προσήλωση της στο καθήκον που την ωθεί στην αστήρικτη βεβαιότητα της για την ενοχή του ιερέα, ούτε η ηθική τάξη που προασπίζεται με σθένος απέναντι στη διαφθορά που την περιβάλλει, που την αναγκάζουν να χρησιμοποιεί ανορθόδοξους τρόπους και ψέματα για να εκμαιεύσει ενοχοποιητικά στοιχεία.       Το υπερβολικό μένος της εναντίον του ιερέα Φλιν, έχει βαθύτερα προσωπικά κίνητρα. Μπορεί η αδιαφορία του να την έθιγε, αλλά η σχέση του με το παιδί, που εξηγεί απόλυτα την αδιάφορη στάση του απέναντι της, την εξοργίζει.
Είναι η κραυγή του πληγωμένου γυναικείου της εγωισμού, η πικρή ματαίωση των απύθμενων συναισθηματικών αναγκών της που την οπλίζουν με θυμό και την  τυφλώνουν.

Η ανήλεη εκδίκηση της Αδελφής Αλοΐσιους ολοκληρώνεται με την απομάκρυνση του πατέρα Φλιν. Όταν όλα πια έχουν τελειώσει, η ευαισθησία της αδελφής Τζέιμς την συναντά μόνη, στη σκιά του εαυτού της, στο μισοσκόταδο των ενεργειών της.
Πέτυχε τον σκοπό της, έδιωξε μακριά τον ενοχλητικό ιερέα, όμως δεν νοιώθει ικανοποιημένη. Οι αποδέκτες της καταγγελίας της τον δικαίωσαν ουσιαστικά με ευνοϊκή μετάθεση, η αδελφή Τζέιμς τον υποστηρίζει πάντοτε, ακόμα και η κυρία Μίλερ δεν δέχθηκε να στραφεί εναντίον του.
Βαθιά μέσα της βιώνει μοναξιά, απογοήτευση, απώλεια. Αν και αρνείται να δεχθεί το πόσο σημαντική ήταν γι’ αυτήν η παρουσία του, τώρα της λείπει βασανιστικά, τραγικά, της λείπει ακόμα και η αδιαφορία του που την σκότωνε.
Τι της συμβαίνει τάχα;  Έχει οδηγηθεί σε ένα αδιέξοδο. Μήπως το κενό που αισθάνεται οφείλεται τελικά στο βάρος της δικής της ενοχής; Μήπως όλοι οι άλλοι έκριναν σωστότερα από εκείνη που βιάστηκε να τον καταδικάσει, μήπως πραγματικά δεν ήταν ένοχος;
Στο απόλυτο χάος που επικρατεί μέσα της, το μόνο που αντέχει να συνειδητοποιήσει καθαρά, είναι η αμφιβολία. . .

Ίσως τώρα θα έχει την ευκαιρία να καταφύγει ουσιαστικότερα στον Θεό, για να καλύψει με την αγαθή οικονομία Του το τεράστιο κενό στην ψυχή της, να στραφεί στην αγάπη του Ιησού για να γλυκάνει η οδύνη στην καρδιά της, να πληρωθεί Πνεύματος για να ηρεμήσει το ταραγμένο πνεύμα της.


Μ. Ψ.


Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

King’s Speech [Ο Λόγος του Βασιλιά – 2010]

 

Ο “Λόγος του Βασιλιά”, μετά και την απονομή των βραβείων Oscar του 2011, θεωρείται η πιο αξιόλογη ταινία της περσινής χρονιάς. Απέσπασε ήδη περί τις 20 τιμητικές διακρίσεις, μεταξύ των οποίων τέσσερα από τα σημαντικότερα Oscar, Καλύτερης Ταινίας του 2010, Πρωτότυπου Σεναρίου [David Seidler], Σκηνοθεσίας [Τom Hooper] και Α΄ Ανδρικού Ρόλου [Colin Firth]. 


 Η υπόθεση της ταινίας αφορά στον πρίγκιπα και δούκα της Υόρκης Αλβέρτο (Albert Frederick Arthur George, 1895 –1952) και μετέπειτα βασιλιά Γεώργιο ΣΤ΄ και στις σκληρές προσπάθειες που κατέβαλε για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα βατταρισμού (τραύλισμα) που είχε στην ομιλία του. Ωστόσο τα γεγονότα αποκτούν νόημα, σε συνάρτηση με τις αιτίες που τα προκαλούν, με τις καθοριστικές λεπτομέρειες που τα διαμορφώνουν και με τις μεταβολές που τελικά επιφέρουν.  
 
Ο δρόμος του Καθήκοντος ποτέ δεν είναι εύκολος, αλλά ανταμείβει τους κόπους με αισθήματα ικανοποίησης και εσωτερικής ειρήνης. Είναι όμως αυτά αρκετά για να διώξουν τον φόβο και την αγωνία από τις σκοτεινές πτυχές της ψυχής, να χαλαρώσουν τον βρόγχο που σφίγγει τον λαιμό και πνίγει τη φωνή;

 
Έχοντας ένα εξαιρετικό σενάριο που προσεγγίζει σε βάθος την ουσία των γεγονότων, ο Τom Hooper σκηνοθετεί με δεξιοτεχνία και οι Colin Firth, Πρίγκιπας Αλβέρτος - Βασιλιάς Γεώργιος ο ΣΤ΄ και Geoffrey Rush σαν θεραπευτής Λάιονελ Λογκ, μας καταστούν κοινωνούς των νοημάτων μιας σπουδαίας ταινίας.

Όταν το 1936 απεβίωσε ο Βασιλιάς της Αγγλίας Γεώργιος ο Ε΄ και εγγονός της βασίλισσας Βικτωρίας, τον διαδέχθηκε στο Θρόνο ο γιος του Εδουάρδος (ο Η΄), ο οποίος μετά από λίγους μήνες παραιτήθηκε, ώστε να παντρευτεί την Αμερικανίδα (και διαζευγμένη δύο φορές) Γουόλις Σίμσον, αφού ο γάμος αυτός δεν ήταν αποδεκτός από το βασιλικό πρωτόκολλο. Μετά την παραίτηση του Εδουάρδου, ήρθε η σειρά του δευτερότοκου πρίγκιπα Αλβέρτου να τον διαδεχθεί. 
Ο Αλβέρτος, τέσσερα χρόνια νεώτερος από τον αδελφό του, βρέθηκε αναγκασμένος να ανταποκριθεί στις προσδοκίες ενός εξουσιαστικού περιβάλλοντος, που εκπροσωπούσε την αυστηρή βασιλική εθιμοτυπία. Του ίδιου περιβάλλοντος, από το οποίο επέτυχε να ξεφύγει ο αδελφός του με την επιλογή μιας συζύγου ακατάλληλης για βασίλισσα, ενώ σ’ εκείνον είχε επιφέρει τη διαταραχή στην ομιλία.
Η ψυχοτραυματική απόπειρα να εκφωνήσει λόγο στο κατάμεστο από πλήθος στάδιο του Wembley, αντίστοιχη με το να τον ρίξουν απότομα στα βαθιά νερά για να αναγκασθεί να κολυμπήσει, σαν μια δραματική εμπειρία, επιβάρυνε απλώς την κατάσταση του.
Εντούτοις ο Μπέρτι όταν χρειάστηκε, επέλεξε να πράξει το καθήκον του με γενναιότητα. Μετά τον θάνατο του Βασιλέα-πατέρα του και την απρόσμενη παραίτηση από τον Θρόνο του αδελφού του, ένα δεύτερο συνεχόμενο σκάνδαλο στη Βασιλική Οικογένεια, θα είχε σε όλο το Έθνους δυσάρεστες επιπτώσεις.

Ήδη ο πρίκιπας είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει με κάποιον ειδικό το πρόβλημα του.
Ο Λάιονελ Λογκ, ο ιδιόρρυθμος λογοθεραπευτής από την Αυστραλία, αν και δεν ήταν γιατρός, είχε τη διορατικότητα και την ευαισθησία να αντιληφθεί τι κρύβεται συχνά πίσω από τέτοιες δυσλειτουργίες και διέθετε την ψυχοθεραπευτική ικανότητα να δημιουργεί με τους θεραπευόμενους του σχέσεις εμπιστοσύνης.
Ο Άλμπερτ όμως δεν ήταν ένας συνηθισμένος ασθενής. Δεν του ήταν επιτρεπτό να συζητήσει τους πιθανούς λόγους που τον έφεραν στη μειονεκτική αυτή κατάσταση, να τους κατανοήσει και να ελευθερωθεί από το πρόβλημα του. Άλλωστε ποτέ τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Στην περίπτωση του πρίγκιπα της Υόρκης, πολύ περισσότερο.
Τα ψυχολογικά τραύματα ενός παιδιού, ο φόβος της εξουσίας που βιώνει στο πρόσωπο ενός αυστηρού πατέρα, η απειλή που πλανάται σε ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον, ακόμα και η συνηθισμένη στον απλό κόσμο δημόσια έκφραση συναισθημάτων, δεν αρμόζουν στη ζωή των Ανακτόρων και στον κύκλο αριστοκρατίας που τα περιβάλλει. Η οποιαδήποτε θεραπεία ήταν απαραίτητο να εφαρμοσθεί αποκλειστικά σε σωματικό (οργανικό) επίπεδο.  
Στο πλησίασμα των ανθρώπων για βοήθεια, δεν αρκεί η καλή διάθεση ούτε οι κατάλληλες γνώσεις. Είναι απαραίτητη η πλαστικότητα στην προσπέλαση της ψυχής τους, με ανάλογη διακριτικότητα και σεβασμό στις αντιστάσεις που προβάλλουν.   
  
Μέσα από πολύωρες και εξουθενωτικές μεθόδους για βελτίωση της άρθρωσης λόγου, που θα αποτελούσαν το άλλοθι για τη συνέχιση της θεραπείας, θα έπρεπε να αναπτυχθεί αίσθηση συντροφικότητας και ασφάλειας, ισότιμης κοινωνίας. Θα έπρεπε να οικοδομηθεί ανάμεσα τους, μια ειλικρινής σχέση εμπιστοσύνης, που δεν θα προσδιοριζόταν με λόγια, μια αμοιβαιότητα αισθημάτων απαλλαγμένη από άτοπους συναισθηματισμούς.  

Κάποια στιγμή η ζωή αλλάζει για όλους. Οι προσπάθειες φέρνουν νέες καταστάσεις, πλουσιότερες εμπειρίες, νέους στόχους και ευθύνες. Ο πρίγκιπας στέφεται βασιλιάς. Επιλέγει το όνομα του πατέρα του για να βασιλεύσει, να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του. Είναι ένα πρώτο βήμα, να αμβλύνει τη στάση άμυνας που τον καταδυναστεύει.  
Όταν κάποιος κύκλος κλείνει, δεν πρέπει να κοιτάμε πίσω, οφείλουμε με συνέπεια στον εαυτό μας να δημιουργούμε νέα, καλύτερα πρότυπα.
Ο Βασιλέας Γεώργιος ο ΣΤ΄ έχει την ευκαιρία να γίνει ο εκφραστής της ενότητας του Έθνους, ο εγγυητής της ισχύος του. Με την επιμονή που τον διακρίνει, πιστεύει ότι θα γίνει και η φωνή του Έθνους του.


Ο Λάιονελ Λογκ όμως, βλέπει μακρύτερα από τον Βασιλέα. Σε κάθε ευκαιρία, τον σηματοδοτεί για την αναγκαιότητα μιας αξιόπιστης φιλικής διαπροσωπικής σχέσης στην κοινή τους προσπάθεια.
Η Αγάπη που διαποτίζει τη φιλία, τον σεβασμό, τη συνέπεια, τον καλό αγώνα, την καρδιά και το βλέμμα, θα υπερκεράσει τις αρνητικές μαθήσεις του Μπέρτι, θα καταργήσει τις αξιοπρεπείς αποστάσεις ασφαλείας του, θα εξασθενίσει προοδευτικά την εσωτερική ένταση που εμποδίζει την άρθρωση της φωνής. Όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, θα ξεκλειδώσει τη μοναξιά του, αλλάζοντας τον τρόπο που δέχεται τον εαυτό του, τους άλλους και τη ζωή.  


Στα πρόθυρα του πολέμου με τη Γερμανία, ο Βασιλέας Γεώργιος ΣΤ΄ θα εκφωνήσει ραδιοφωνικό διάγγελμα στο λαό του.
Με κοφτές λέξεις και αργό ρυθμό που ακούγεται σαν συγκρατημένη συγκίνηση από τη σοβαρότητα της στιγμής, απευθύνεται στο Λάιονελ που είναι κοντά του, στον φίλο-εκπρόσωπο του ανώνυμου πλήθους και του καθενός ξεχωριστά ανήσυχου βρετανού πολίτη, που σκυμμένος στο ραδιόφωνο παρακολουθεί με προσήλωση τον λόγο του.
Νοιώθει την καρδιά του να ανοίγει, να δέχεται και να δονείται από τη ζεστασιά της κοινωνίας του με τον Λάιονελ και μέσω αυτού με όλο το Έθνος, που σήμερα έχει ανάγκη να ακούσει τη φωνή του, είναι ο φίλος που δεν τον κρίνει, αλλά τον περιβάλλει με αγάπη και σεβασμό.

 
Μπορεί οι ρόλοι να είναι διαφορετικά μοιρασμένοι σε μια κοινωνία, όμως όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον Θεό.
Όλοι έχουν ανάγκη τη βοήθεια του διπλανού τους και μπορούν να του προσφέρουν τη δική τους βοήθεια. Ο δρόμος για να συναντήσει κανείς τον εαυτό του, περνά μέσα από τη συγχώρηση και είναι ο ίδιος για όλους, ο δρόμος της Αγάπης.
Ακόμα και για τον Βασιλέα.


Μ. Ψ.


Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΠΑΜΠΕΤ


Η Γιορτή της Μπαμπέτ (Babettes gæstebud) του Γκάμπριελ Aξελ, είναι ένα  αριστούργήμα, που το 1988 κέρδισε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. 



Βασισμένη σε μια νουβέλα της Κάρεν Μπλίξεν (Πέρα από την Αφρική), η ταινία εξιστορεί την ιστορία της Γαλλίδας Μπαμπέτ, που για 14 χρόνια δούλευε ως οικονόμος  στις δύο ευσεβείς αδελφές Μαρτίνα και Φιλίππα σε μια απομακρυσμένη  κοινότητα της Δανίας.


Ο πατέρας των δύο αδελφών ήταν πάστορας  μιας ευσεβιστικής Προτεσταντικής σέκτας. Εκείνες  παρέμειναν άγαμες και προτίμησαν τον αφιερωμενο βίο, συνεχίζοντας το έργο του πατέρα τους. Τριάντα χρόνια μετά, το ζηλωτικό πνεύμα της θρησκευτικής κοινότητας έχει μετατραπεί σε έναν στείρο πουριτανισμό, και παλιές διαμάχες ανάμεσα στα  μέλη της  έχουν βγεί στην επιφάνεια.


Όλα θα αλλάξουν με θαυμαστό τρόπο, χάρις σε ένα «γαλλικό γεύμα» που θα ετοιμάσει η Μπαμπέτ με τα χρήματα που κερδίζει από ένα λαχείο, με αφορμή τα 100 χρόνια από την γέννηση του πάστορα. H ανιδιοτελής αγάπη της Μπαμπέτ θα φανερώσει στούς χλιαρούς πιστούς, ότι μόνο η Ευχαριστία για τα δώρα του Θεού σωζει τον άνθρωπο και  πως το μέτρο της Χριστιανικής ζωής είναι η αρετή, όχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως πορεία προς την αγάπη και την δοξολογία.
      Βρείτε την και απολαύστε μια πραγματικά Χριστιανική ταινία.



Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

THE FIGHTER, 2010,


Πόσο χαμηλά μπορεί να ξεπέσει ένας άνθρωπος όταν αφεθεί στον ψευτοπαράδεισο των ναρκωτικών; Πόσο ανώριμα μπορεί να παραμείνουν τα παιδιά μιας νευρωτικής και καταπιεστικής μάνας, όταν δεν φύγουν ποτέ από την φούστα της; Πόσο μπορεί μια μητέρα να εκμεταλεύεται τα παιδιά της, στο όνομα της αγάπης; Αλλά και πόσο σπουδαία μπορεί να είναι η ερμηνεία ενός ηθοποιού, όταν αφήσει το ταλέντο του να ξεδιπλωθεί ατόφιο!



Η ταινία The Fighter, του David O. Russell, έχει πάρει ήδη 17 βραβεία και έχει προταθεί για 7 Oscar, κυρίως για τις ερμηνείες δεύτερου ανδρικού και γυναικείου ρόλου, των  πολυβραβευμένων Christian Bale και  Melissa Leo, που στην ουσία είναι οι πρωταγωνιστές! (Πρωταγωνιστούν οι επίσης καλοί Mark Walberg και Amy Adams).


Τον Bale τον γνώρισαν οι πολλοί, από τους τελευταίους Batman, αλλά παίζει στο σινεμά από 12 ετών(!), ξεκινώντας από την "Αυτοκρατορία του Ήλιου" του Spielberg. Μετά από τέτοιο ξεκίνημα - αντίθετα από τα περισσότερα παιδιά θαύματα που καίγονται - ακολούθησε μια καλή καριέρα με σωστές επιλογές, πλούτισε με τις 2 τελευταίες σκοτεινές ταινίες του ηπερήρωα της Gotham City, και επιστρέφει με μια υπέροχη ταινία βασισμένη στην ζωή του πυγμάχου Dicky Eklund. Ντοκυμαντερίστικο ύφος, γρήγοροι ρυθμοί, χιούμορ που σπάει την ένταση και μας απομακρύνει από το μελό, καλογραμμένο σενάριο. Όλα αυτά μας οδηγούν σε μια καλή ταινία που σίγουρα θα απολάυσετε. Καλή ψυχαγωγία!


Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Occupation 2009

Στο ξεκίνημα του blog μας, είχαμε παρουσιάσει τήν σπουδαία μίνι σειρά του BBC Occupation  (σε σκηνοθεσία Nick Murphy, με τον James Nesbitt στον πρώτο ρόλο). Επανερχόμαστε με μία φιλμοκριτική του καλού μας συνεργάτη Μ.Ψ., ο οποίος όπως πάντα, αναλύει τήν ταινία σε βάθος. Καλή ανάγνωση!

Πολλές φορές αναρωτιόμαστε γιατί κάποια γεγονότα που δεν μας αφορούν άμεσα, μας έλκουν ή μας απωθούν με ιδιαίτερη ένταση, μέσα στις τόσες αντιφάσεις που συναντούμε καθημερινά στο δρόμο μας. Και πάντα ανακαλύπτουμε στοιχεία του εαυτού μας σ’ αυτές τις «ξένες» ιστορίες, που μας υπενθυμίζουν το πόσο ίδιοι είμαστε  όλοι οι άνθρωποι στις επιδιώξεις και στις αντιδράσεις μας.

Με κάθε ευκαιρία, ξαναζούμε νοερά σημαντικές στιγμές της ζωής μας και επιχειρούμε να ερμηνεύσουμε τη συμπεριφορά μας, όσο αυτό είναι δυνατό.
Ποιους κύκλους της ζωής του όμως, προσπαθεί να κλείσει ο καθένας μας, ξαναγυρίζοντας εκεί απ’ όπου απεγνωσμένα αγωνίστηκε να απομακρυνθεί; Πως να κατανοήσει κανείς την ανάγκη τριών Ιρλανδών στρατιωτών να επιστρέψουν στη φρίκη του πολέμου στο Ιράκ, που ήταν αδιάφορος ιδεολογικά γι’ αυτούς και απ’ όπου μόλις είχαν ξεφύγει; Και γιατί εμείς να ψηλαφούμε ξανά τη μάσκα ενός πολέμου που καταδικάζει η συνείδηση μας;
Το Occupation μας  εντάσσει ωστόσο αβίαστα στην πλοκή του και σαν τους ήρωες της ταινίας, επιστρέφουμε ξανά στον παραλογισμό του πολέμου, να αναζητήσουμε κι εμείς εκεί κομμάτια του εαυτού μας, ακολουθώντας τα βήματα τους.

Οι τρεις Ιρλανδοί που θα γυρίσουν και πάλι στο Ιράκ, είναι τρεις συνηθισμένοι, καθημερινοί, δικοί μας άνθρωποι.
Ο Μάικ Σουΐφτ, έχει σύζυγο και παιδιά, αλλά οι σχέσεις τους έχουν περιοριστεί στους τύπους της συνήθειας, χωρίς ουσιαστική ψυχική επαφή. Στο Ιράκ θα επιδιώξει να συναντήσει τη συγκίνηση μιας νέας αγάπης.
Ο Nτάννυ Πήτερσον, αισθάνεται να μην ανήκει πουθενά, να μην έχει κάποιο στόχο στη ζωή του. Δεν έχει να χάσει τίποτα. Επιστρέφει εκεί που η μεταπολεμική περίοδος ανακατατάξεων ευνοεί τον τυχοδιωκτισμό.  
Ο Λη Χίμπς, ο νεώτερος από τους τρεις, συνάντησε στο Ιράκ την ειλικρινή φιλία στο πρόσωπο ενός Ιρακινού συναδέλφου του, που δεν υπάρχει πια. Οφείλει να αποδείξει στο φίλο του και κυρίως στον εαυτό του, ότι άξιζε αυτή τη φιλία και είχε το θάρρος να την τιμήσει όπως έπρεπε.

Ανεξάρτητα ο καθένας από τους άλλους δυο, αποφασίζουν και οι τρείς, να ξαναδούν τα μέρη που ρημαγμένα από τον θάνατο και την καταστροφή, φιλοξενούν ακόμα τους φόβους τους, τις αγωνίες και τον αποτροπιασμό τους, αλλά και τα αισθήματα, που στην πατρίδα τους δεν μπόρεσαν να βιώσουν.    
Είναι τόσο δραματική η μοναξιά που κρύβεται πίσω από τα προβλήματα τους, που ο κίνδυνος από τις ένοπλες ομάδες Ιρακινών που μάχονται με τις δυνάμεις κατοχής καθημερινά στη Μπάσρα, δεν τους τρομάζει. Επιστρέφουν με λαχτάρα, να ξαναβρούν εκεί τη ζεστασιά της φιλίας, της συντροφικότητας, της αγάπης.

Ενώ  θα ήταν λογικό οι ανθρώπινες σχέσεις να είναι ευκολότερες, όπου υπάρχει ειρήνη και ασφάλεια, στην πραγματικότητα σε έκτακτες καταστάσεις, μπροστά στον κίνδυνο, οι άνθρωποι έρχονται αυθόρμητα πιο κοντά, ο φόβος και η αβεβαιότητα παραμερίζουν τον εγωισμό, η αίσθηση αυτάρκειας δεν επαρκεί και οι δισταγμοί υποχωρούν, ελευθερώνοντας την απλότητα και την ειλικρίνεια που βρίσκονται καταπιεσμένες από τις κοινωνικές συνθήκες.   
Είναι ένα από τα λίγα δώρα του πολέμου, αυτό το πλησίασμα γνωστών και αγνώστων σε στιγμές καθοριστικές, όπως ακόμα και η δυνατότητα την ώρα της κρίσης, να γίνεται κανείς παρατηρητής του εαυτού του στις χωρίς σκέψη αντιδράσεις του, θετικές ή άστοχες, στις χωρίς λογική αυθόρμητες αποφάσεις του. Σε τέτοιες στιγμές, μας δίνεται μοναδική ευκαιρία να γνωρίσουμε βαθύτερα τον εαυτό μας. 
Όμως το πιο πλούσιο δώρο, είναι οι στιγμές του απόλυτου κινδύνου, όταν ο θάνατος είναι διάχυτα παρών, όταν το ύστερα, το μετά, το έπειτα, είναι λέξεις χωρίς νόημα, χωρίς αντίκρισμα. Οι μικροί αυτοί θάνατοι, με ή χωρίς ελπίδα επιβίωσης, όταν ο άμεσος κίνδυνος ξεπερνιέται, γεμίζουν την ψυχή με αναστάσιμη χαρά, με ανεκτίμητα συναισθήματα, με την προσδοκία μιας νέας ζωής.
Αργότερα, μπορεί να γίνει η αξιολόγηση και η αξιοποίηση των δώρων αυτών, κάτι που το οφείλουν όλοι στον εαυτό τους. Όποιος το έχει αντιληφθεί αυτό έγκαιρα, βγαίνει καλύτερος, μέσα από τέτοιου είδους δοκιμασίες.


Η ταινία παρασύρει τον θεατή στη δίνη του πολέμου και των συνεπειών του, δίνοντας την αίσθηση πως ο χρόνος δεν μετριέται πια με ώρες και μέρες, αλλά μόνο με στιγμές. Η ζωή συμπυκνώνει τη ροή της σε διαδοχικές σκηνές καταστροφής, νοσοκομείων, θρησκόληπτου φανατισμού, εκμετάλλευσης και πυροβολισμών. Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα επιτείνουν την τραχύτητα και τη ρευστότητα των γεγονότων, με μια ένταση που οδηγεί στα όρια της αποδιοργάνωσης.
Τα παγκόσμια οικονομικά συμφέροντα, σε κοινωνίες όλο και περισσότερο απομακρυσμένες από τον Θεό, ανατροφοδοτούν τη βία, την εξαπάτηση, το χάος. Το σκηνικό είναι πάντα το ίδιο. Οι πρωταγωνιστές εναλλάσσονται. Ο άνθρωπος σαν μονάδα, χάνει το πρόσωπο του.  
Όλοι οι ήρωες της ταινίας, είχαν κάποια στιγμή την προσωρινή αίσθηση ότι απέκτησαν αυτό που ζητούσαν, ότι άγγιζαν την ευτυχία. Ο Μάικ θα έφερνε μαζί του την Αλίγια στην Αγγλία, ο Ντάννυ ήταν πια πλούσιος και επιτυχημένος, ο Λη είχε εκπληρώσει το καθήκον του απέναντι στην οικογένεια του φίλου του. Αλλά, μάταια! Η ευτυχία είναι κι’ αυτή στιγμιαία. Η διάρκεια, δεν χαρακτηρίζει τις πρόσκαιρες από τη φύση τους καταστάσεις. Η πνευματικότητα είναι που ανοίγει τα μάτια της ψυχής, για να αντιληφθούμε πως ό, τι πραγματικά θέλουμε, δεν υπάρχει λόγος να το αναζητούμε αλλού, το είχαμε πάντοτε δίπλα μας. Σε μας εναπόκειται να το επενδύσουμε με την αγάπη μας.
«Γκιλγκαμές (αναφέρει το ομώνυμο πανάρχαιο έπος της Μεσοποταμίας, για τον ημίθεο που ζητούσε την αθανασία της δόξας), αυτό που ψάχνεις δεν θα το βρεις ποτέ. Γιατί όταν δημιούργησαν οι θεοί τον άνθρωπο, όρισαν τον θάνατο σαν ριζικό του. Η αιώνια ζωή στη γη, σημαίνει κόλαση. Ζήσε την κάθε μέρα σου ευτυχισμένος. Αγάπησε το παιδί που κρατά το χέρι σου. Άφησε τη γυναίκα σου να χαρεί την αγκαλιά σου. Αυτές είναι οι έγνοιες, που πρέπει να έχουν όλοι οι άνθρωποι!»

Ο χρόνος που μετριόταν με στιγμές, παγώνει. Ο θάνατος χτύπησε προς τη μεριά του Μάικ. Ο ίδιος, σώος, τραγικός πατέρας, σύζυγος χωρίς γυναίκα, φίλος γεμάτος θυμό, θα συγκρουσθεί στην Ιρλανδία πια, με τον Ντάννυ, στην τελευταία και δυνατότερη σκηνή του έργου.
Όλη η φόρτιση, οι απώλειες, οι ματαιώσεις, οι ενοχές, θα εκτονωθούν σε ένα αγώνα οργής και αλληλοκατηγοριών, σε μια προσπάθεια επιμερισμού ευθυνών,   γεμάτη πικρία.
Δεν είναι εχθροί. Ίσως μάλιστα να είναι η κάποια οικειότητα, που τους επιτρέπει τις βαριές εκφράσεις. Όμως οι ψυχολογικές επιπτώσεις της βίας που έζησαν, λειτουργούν ανεξέλεγκτα.  Ο Λη που συμπάσχει με τους άλλους δύο, συμπληρώνει την τριανδρία ενός πολέμου που μεταφέρθηκε μέσα στις ψυχές τους στην πατρίδα.
Μαζί πενθούν για τους νεκρούς, για τους εαυτούς τους, για όσα έζησαν.
Εξουθενωμένοι τελικά, άδειοι, μένουν σιωπηλοί, να συνειδητοποιούν τη μοναξιά τους. Την κοινή μοναξιά τους.

Στην ατμόσφαιρα πλανάται η ελπίδα. Ίσως καταφέρουν να νοιώσουν μεταξύ τους λίγη κατανόηση, περισσότερη συμπάθεια, ουσιαστική φιλία. Ο Θεός που για όλους φροντίζει, χαράζει για τον καθένα το κατάλληλο μονοπάτι, για να γεμίσει τις καρδιές με την αγάπη Του, με την παρουσία Του.

Μ. Ψ.


Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Ο Όσκαρ και η κυρία με τα ροζ



Ένα ταξίδι στην αλήθεια μέσα από τα μάτια ενός δεκάχρονου.


Μια παράσταση που με συγκίνησε και με ενθουσίασε τόσο που ακόμα διατηρώ την μαγεία της στη μνήμη μου κι ας πέρασαν επτά αισίως χρόνια απ’ όταν την είδα στο Θέατρο Ιλίσια, ήταν ο  «Όσκαρ» του Ε. Ε. Σμιττ με τους Δ. Λιγνάδη και Τζ. Ρουσέα. 

 
                                                                                 (Στιγμιότυπο από την παράσταση)
 Κινημένη από την ανάμνηση της λυτρωτικής μέθεξης, όταν διαπίστωσα πως εφέτος κυκλοφορήθηκε και η αντίστοιχη ταινία σε σκηνοθεσία του ίδιου του Γάλλου δραματουργού (ελληνικός τίτλος: Ο Όσκαρ και η κυρία με τα ροζ) έσπευσα να την νοικιάσω. Δείτε την, μα κυρίως διαβάστε το βιβλίο. Η νουβέλα κυκλοφορείται από τις εκδόσεις OPERA σε μετάφραση του Αχ. Κυριακίδη και με τίτλο «Αγαπητέ Θεέ», ενώ μπορείτε ακόμη και να την βρείτε ολόκληρη στο διαδίκτυο (ΕΔΩ), αν το μικρό της αντίτιμο σάς αποθαρρύνει σε καιρούς χαλεπούς.


Διαβάστε το, γιατί ο συγγραφέας επέλεξε να μιλήσει για τα πιο σημαντικά θέματα μέσα από τα γράμματα ενός παιδιού, γιατί παρουσιάζει τις μέρες ενός άρρωστου με ελαφρότητα, όχι λήθης αλλά υπόμνησης. Ο ίδιος ο διακεκριμένος δημιουργός μεγαλωμένος από γονείς άθεους, υπήρξε αγνωστικιστής, και σε πολλά έργα του προβληματίζεται για τις θρησκείες. Σ’ αυτό ένας δεκάχρονος που βρίσκεται στο τελικό στάδιο της λευχαιμίας ενθαρρύνεται να γράψει γράμματα στον Θεό που δεν γνωρίζει. 


Για όσους θέλουμε να λεγόμαστε και κυρίως να ζούμε ως Χριστιανοί, με αυτό το βιβλίο επιβεβαιώνεται πως ερεθίσματα και ελπίδα βρίσκουμε πάλιν και πολλάκις στη λογοτεχνία. Ο Μέγας Βασίλειος έλεγε πως καλούμαστε να είμαστε σαν τις μέλισσες που από τα λουλούδια παίρνουν το πολυτιμότερο στοιχείο τους και το μετουσιώνουν σε κάτι ακόμα σημαντικότερο, σε μέλι, αναφερόμενος στους νέους σχετικά με την αρχαία Γραμματεία. Ε, η θέση του δικαιώνεται όποτε καθένας μας προσεγγίζει κριτικά ένα έργο τέχνης, συνδιαλέγεται μαζί του και το ερμηνεύει, διευρύνοντας ταυτόχρονα τη ματιά του στον κόσμο. 

 
Διαβάστε το και ίσως προτείνετέ το και συζητήστε το με τους εφήβους σας. Αυτά τα πλάσματα που δεν είναι παιδιά πια κι ίσως λιώνουν στην οθόνη του υπολογιστή τους, που εντυπωσιάζονται με τα ιαπωνικά μάνγκα ή τον Χάρυ Πότερ, που του Παπαδιαμάντη τη γλώσσα ούτε που την καταλαβαίνουν, κι όμως αναζητούν την αλήθεια, διψούν για αξίες κι αυτό το βιβλίο ίσως μπορεί να τους εμπνεύσει, χωρίς ηθικολογίες. Μα μην το προτάξετε ως αγγαρεία, προς Θεού, μοναχά ως δυνατότητα.

 
Γιατί υπάρχει ο θάνατος κι οι αρρώστιες; Γιατί οι άλλοι υποκρίνονται πως δεν θα πεθάνω; Τι ισχύει στις ανθρώπινες σχέσεις; Τι να τον κάνω έναν Θεό Εσταυρωμένο, αναρωτιέται ο μικρός. Μέσα από τη σοφία και την ευρηματικότητα της γιαγιάς Ροζ θυμόμαστε τη δύναμη που καλούμαστε να έχουμε για να συμπαρασταθούμε στους άλλους, δύναμη που ανατροφοδοτείται αν όχι από εκείνους, σίγουρα από Εκείνον. Θέλει λεβεντιά η ζωή και ελπίδα και ως αναζητητές τους εκπλησσόμαστε από αυτό το αναπάντεχα προσιτό και μεστό κείμενο που δεν ξεπερνά τις εκατό σελίδες. Χάρη στην έμπνευση της γιαγιάς ο μικρός αερίζει τις σκέψεις και τους φόβους του, παρηγορείται και ανακαλύπτει τη χάρη του Θεού στ’ απλά. Κι αν τον σωματικό πόνο δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε, ο ψυχικός απαλύνεται όποτε αλλάζει η ματιά μας στα πράγματα, όποτε το άγνωστο γίνεται πιο οικείο και διαυγές, όποτε η αγκαλιά και το χαμόγελο του διπλανού μάς δίνει δύναμη σαν πέφτουμε να σηκωνόμαστε. 

Ε.Κ. 

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

RABBIT HOLE (2010)

 

Συνήθως, η μεταφορά ενός βιβλίου στην μεγάλη οθόνη καταλήγει στην μετριότητα, ή στην αποτυχία, εκτός αν διασκευαστεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Αντίθετα, τα θεατρικά έργα τροφοδότησαν τον κινηματογράφο από τις απαρχές του, δίνοντας μεγάλες επιτυχίες, ως συνέχεια της αντίστοιχης θεατρικής. Το σενάριο είναι μια δύσκολη υπόθεση, κι έτσι ένα έτοιμο κείμενο με δοκιμασμένους διαλόγους, ιδίως αν έχει συγκινήσει το κοινό, είναι μια μεγάλη πρόκληση για την 7η τέχνη.  Η συγγένεια των δύο τεχνών καθιστά τις μεταφορές εύκολη υπόθεση, όταν τις αναναλάβουν μεγάλοι σκηνοθέτες. Σε όλα τα είδη θεάτρου έχουμε μεταφορές, ειδικά στην κωμωδία, για να θυμηθούμε τον παλιό καλό Ελληνικό κινηματογράφο, όπου είχε γίνει σχεδόν κανόνας, κάθε πετυχημένο θεατρικό έργο να γίνεται ταινία. (Σακελλάριος, Ψαθάς, Τζαβέλλας, Γιαννακόπουλος κ.α.).

Στο Χόλλυγουντ, μεγάλοι σκηνοθέτες όπως ο Billy Wilder, o Alfred Hitchcock, Sidney Lumet, ο Ηλίας Καζάν και πολλοί άλλοι, διασκεύασαν θεατρικές επιτυχίες. Εξ άλλου, σχεδόν τα περισσότερα έργα κλασσικού ρεπερτορίου - όπως για παράδειγμα του Σαίξπηρ - διασκευάστηκαν πολλές φορές.
Το θεατρικό έργο Rabbit hole, του David Lindsay- Abaire, πρωτοπαρουσιάστηκε το 2005 και το 2006 ανέβηκε στο Broadway.  Από τότε έχει παρουσιαστεί με επιτυχία σε διάφορες πόλεις των Η.Π.Α. και τώρα αρχίζει να μεταφέρεται σε άλλες χώρες. Το 2006, το έργο πήρε βραβείο Pulitzer και η πρωταγωνίστρια Cynthia Nixon απέσπασε το θεατρικό βραβείο Tony.

 
Το επιτυχημένο θεατρικό έργο τράβηξε την προσοχή της  Nicole Kidman η οποία λέει, πως όταν διάβασε για πρώτη φορά το «Rabbit hole», δεν μπορούσε να συγκρατήσει τους λυγμούς της. «Το θέμα του με “έπιασε” σε τέτοιο βαθμό που για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό ένιωσα πραγματικά τρωτή. Γιατί ως μάνα μπορώ πολύ καλά να φανταστώ τι σημαίνει να χάνει κάποιος το παιδί του. Γι΄ αυτό και όταν αποφάσισα να κάνω το θεατρικό ταινία, κρατώντας για μένα τον ρόλο μιας μάνας που χάνει το παιδί της, πολύς κόσμος απόρησε και μου είπε ότι κάνω κακό στον εαυτό μου ».

Η Kidman αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την παραγωγή. Επέλεξε τον σκηνοθέτη John Cameron Mitcell να σκηνοθετήσει  και ζήτησε από τον ίδιο τον θεατρικό συγγραφέα να διασκευάσει σε σενάριο το έργο του, με αποτέλεσμα να έχουμε μια εξαιρετική ταινία. Οι θαυμάσιοι διάλογοι μεταφέρθηκαν σε πολλούς διαφορετικούς χώρους και η δυναμική στατικότητα του θεάτρου συνάντησε την μαγεία του κινηματογράφου. 


Το έργο περιγράφει την οδύνη δυο γονιών από τον χαμό του τετράχρονου παιδιού τους. Ο Howie (Aaron Eckhart ) και η Becca (Nicole Kidman) δυο μορφωμένοι και καλλιεργημένοι μεσοαστοί προσπαθούν να μαζέψουν τα συντρίμια τους, ζώντας στην σιωπή και παρακολουθώντας μια ομάδα ψυχοθεραπείας για γονείς που έχασαν τα παιδιά τους. Απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον, πασχίζουν με διαφορετικό τρόπο να μείνουν όρθιοι. Ο σύζυγος ζητά από την γυναίκα του να προχωρήσει η ζωή, μα κάθε βράδυ παρακολουθεί βίντεο με το παιδί. Η σύζυγος είναι καθηλωμένη από τον χαμό, μα κάθε μέρα προσπαθεί να απαλλαγεί από τα αντικείμενα που θυμίζουν τον γιο τους.  Μια σειρά από άλλα πρόσωπα, κυρίως τον υπεύθυνο του τροχαίου, θα αποτελέσουν τους καταλύτες για να εξελιχθεί το δράμα. 


Μια πολύ ανθρώπινη ταινία που κάνει τον θεατή να πηγαίνει να την δει  με βαρειά καρδιά και να φεύγει ανάλαφρος! Το ζευγάρι των πρωταγωνιστών έχει βυθιστεί κυριολεκτικά στους ρόλους και οι καθηλωτικοί διάλογοι κάνουν τον θεατή να συμπάσχει μαζί τους. Θέματα όπως η παρηγοριά της θρησκείας και των συνανθρώπων στον θάντο και κυρίως η συγχώρεση, διατρέχουν όλο το έργο.

Η ταινία έχει προταθεί για Χρυσή Σφαίρα και θα πάει σίγουρα και στα Οσκαρ. Δέιτε την!  (Διάρκεια 91΄)



Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

The Lucky Ones


Τρείς στρατιώτες (δύο άντρες και ια γυναίκα) που είχαν τραυματιστεί στον πόλεμο του Ιράκ, γυρίζουν στην πατρίδα τους. Οι δύο (Michael Pena και Rachel McAdams) έχουν 30 μέρες άδεια και ο τρίτος (Tim Robbins) απολύεται. Ένα μπλακάουτ στο αεροδρόμιο JFK, θα τους αναγκάσει να νοικιάσουν ένα βαν και να πορευτούν οδικώς στους προορισμούς τους. Οι τρείς ξένοι μεταξύ τους στρατιώτες, οι βουτηγμένοι στην φρίκη ενός παράλογου κι άδικου πολέμου, τραυματισμένοι οι ίδιοι ψυχικά, και καθηλωμένοι από τη μοναξιά τους, θα ανοιχτούν ο ένας στον άλλο και θα ταξιδέψουν σε μια διαδρομή που θα τους κάνει να στοχαστούν και να εξωτερικεύσουν την ανθρώπινη πλευρά του εαυτού τους...

Άλλη μια καλή ταινία για το Ιράκ. Είπαμε και παλιότερα πως πίσω από την άδικη επέμβαση της υπερδύναμης, υπάρχουν οι χιλιάδες ιστορίες των στρατιωτών και των οικογενειών τους, ιστορίες γεμάτες πόνο και αγωνία, ιστορίες ανθρώπων που τραυματίστηκαν (υπολογίζονται σε 32.900 επίσημα, 100.000 ανεπίσημα.  ΔΕΣ ΕΔΩ!), ή έμειναν ανάπηροι, ιστορίες απλοϊκών φτωχών νεαρών που κατατάχτηκαν για να επιβιώσουν και γνώρισαν την φρίκη του πολέμου. Για όσους γλύτωσαν τον θάνατο η την αναπηρία, δεν υπάρχει καμία πρόνοια κι έτσι γυρίζουν πίσω γεμάτοι ψυχικά ραύματα, σε μια χώρα που δεν θέλει να θυμάται ότι είναι σε πόλεμο.

Μια ταινία δρόμου γεμάτη ανθρωπιά, χιούμορ και ευαισθησία...




*** Και πάνω απ' όλα, ας μην ξεχνάμε τους 600.000 Ιρακινούς που σκοτώθηκαν από την αρχή της επέμβασης στο Ιράκ.   ΔΕΣ ΕΔΩ.


Υ.Γ.: Ας μην σοκαριστεί κανείς από μερικούς "έντονους" διαλόγους. Ο ρεαλισμός της ταινίας επιβάλλει να παρουσιαστούν οι χαρακτήρες με την απλοϊκότητα και την απαιδευσία που τους διακρίνει.